Χρέος Καρδιάς

Εκείνο το μεσημέρι, η Ελένη βρήκε άλλο ένα γράμμα στο κατώφλι του σπιτιού της. Μπήκε μέσα, άφησε την τσάντα της στον καναπέ και το πέταξε στον πάγκο της κουζίνας.
«Δεν θα το ανοίξεις;» ρώτησε η μαμά της ενώ σκούπιζε τα πιάτα και από την έκφραση της μικρής κατάλαβε από ποιον ήταν και τι θα το έκανε.
«Ούτε αυτό, ούτε κανένα», δήλωσε και έκατσε για μεσημεριανό.
«Όταν είσαι έτοιμη, είμαι εδώ να μιλήσουμε», της άφησε το πιάτο της και έκατσε απέναντί της.
«Δεν μπορώ», μουρμούρισε και ξεκίνησε να τρώει.

Με το ζόρι κατέβηκε η μπουκιά. Της έπαιρνε μέρες να ηρεμήσει όποτε έβρισκε γράμμα από τον μπαμπά της. Είχε ανοίξει μόνο το πρώτο και έπειτα κανένα άλλο εδώ και χρόνια. Αυτή τη φορά όμως ένιωθε κάτι να της κλωτσάει, κάτι που είχε θάψει βαθιά μέσα της. Την ανάγκη να μάθει.

Το βράδυ, αφού κοιμήθηκε η μαμά της, άνοιξε το κουτί που φύλαγε μέσα όλα τα γράμματα και πήρε το τελευταίο.
«… και όπως σου έγραψα την προηγούμενη φορά, έχω βγει εδώ και καιρό και θέλω να σε δω. Θα είμαι στη μία η ώρα κάθε μεσημέρι στο καφέ στην πλατεία για μία ώρα και θα σε περιμένω…»
Ήθελε να το κάνει κομμάτια αλλά το έλιωσε με τα δάκρυά της.

Το επόμενο μεσημέρι ήταν εκεί, στεκόταν απ’ έξω από την καφετέρια και έβλεπε ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Ο φόβος στην καρδιά της έκανε τα πόδια της να παραλύουν. Τότε τον είδε να βγαίνει και να στέκεται στην είσοδο κοιτώντας δεξιά και αριστερά. Ήταν πολύ διαφορετικός από ό,τι τον θυμόταν. Την κοίταξε στα μάτια. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε. Την γνώρισε! Η Έλενα το έβαλε στα πόδια και κρύφτηκε στην γωνία. Περίμενε. Έπρεπε να αποφασίσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον ακολούθησε μέχρι δύο στενά παρακάτω. Τον είδε να μπαίνει σε ένα μεγάλο σπίτι. Η γυναίκα που άνοιξε τον αγκάλιασε και ένα μικρό αγοράκι βγήκε κρατώντας μερικές φωτοτυπίες και του τις έδειξε με χαρά.
«Όχι…», μουρμούρισε και οι λυγμοί δεν άργησαν να ξεχυθούν από μέσα της. Προδομένη για ακόμα μια φορά έφυγε και ορκίστηκε στον εαυτό της ότι αυτό ήταν το τέλος.

Για μέρες πήγαινε με το ζόρι στο σχολείο και μετά κλειδωνόταν στο δωμάτιό της. Έτρωγε μετά από φωνές της μαμάς της που κόντευε να τρελαθεί από την ανησυχία της.
«Πώς να σε βοηθήσω αν δεν ξέρω τι έχεις!», άνοιξε το κουτί και ξετύλιξε το τσαλακωμένο γράμμα. Έκατσε και το διάβασε λέξη προς λέξη. Κάλυψε το στόμα της με το χέρι και κατάλαβε ότι έπρεπε να πάρει γρήγορα μια απόφαση.

Το επόμενο μεσημέρι, η Σοφία μπήκε στο καφέ και έκατσε στο πιο απομακρυσμένο τραπέζι. Παρήγγειλε καφέ και ένα γλυκό. Περίμενε για ώρα μέχρι που τον είδε. Η μικρή είχε τα μάτια του. Όταν την κοίταξε και αυτός, ζήτησε αμέσως να κεράσει όσα είχε πάρει. Πήγε στο τραπέζι της και ευγενικά ζήτησε να κάτσει. Χάζεψε από την ομορφιά της και δεν ήξερε πώς να βάλει σε μια σειρά τα λόγια του.

«Μάρκος», συστήθηκε αμήχανα.
«Σοφία», απάντησε και ευχαρίστησε τον σερβιτόρο που έφευγε.

Έπρεπε να είναι προσεχτική. Μάζεψε το φόρεμά της και έριξε πίσω από τους ώμους τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Ψύχραιμα ξεκίνησε εκείνη την κουβέντα, κάνοντάς του τυχαίες ερωτήσεις. Όσο της μιλούσε, τόσο θυμόταν πόσα χρόνια είχε να βγει να πιει έναν καφέ από τότε που πέθανε ο άντρας της. Εφτά για την ακρίβεια. Όσο τον κοιτούσε, τόσο χανόταν στα καταπράσινα μάτια του και ένιωθε αηδία με τον εαυτό της. Όσο της μιλούσε, τόσο ένιωθε ανακούφιση και ασφάλεια στην συντροφιά της. Όσο την κοιτούσε, τόσο ερωτευόταν το χαμόγελό της.

«Ναι, έχω οικογένεια. Είχα… Είναι περίπλοκο. Η γυναίκα μου έχει πεθάνει. Ήταν πολύ νέα. Δυστυχώς, έμπλεξε και δεν κατάφερε… Δεν μπόρεσα να την βοηθήσω όσο και αν προσπάθησα. Είχαμε μια κόρη. Την δώσαμε για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι που ήξερε η οικογένειά της. Έχω να την δω από τότε».

Τότε κατάλαβε γιατί δεν την κράτησε εκείνος. Τότε συνέδεσε τα χρόνια, την φυλακή, την υιοθεσία, τα γράμματα. Εκεί πρέπει να ήταν όλη η αλήθεια τόσο καιρό. Ή ίσως ήθελε τώρα να της τα πει από κοντά, για αυτό ζήτησε στην μικρή να συναντηθούν. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει την κουβέντα τους. Έμεινε σιωπηλή να τον κοιτάζει. Όταν πήρε την απόφαση να τον ψάξει, δεν περίμενε πως θα καταλήξουν έτσι τα πράγματα.

Γύρισε σπίτι μετά από ώρες, ούτε που κατάλαβε ότι έλειπε τόσο πολύ. Βλέποντας την πόρτα του δωματίου της κόρης της κλειστή, έπιασε την καρδιά της που πάλευε να βγει από το στήθος της. Θυμόταν την στιγμή που ο Μάρκος έσκυψε και την φίλησε, την μυρωδιά από τα ρούχα του, την φωνή του μπροστά από τα χείλη της.
«Τι πήγα και έκανα;» κλείστηκε στο υπνοδωμάτιό της και άφησε τις τύψεις να την καταφάνε ολόκληρη. Ορκίστηκε στον εαυτό της ότι αυτό ήταν το τέλος.

Η αγάπη και ο έρωτας θρηνούσαν σιωπηλά σε εκείνο το σπίτι. Περνούσαν οι μέρες και καμιά από τις δύο δεν μπορούσε να συνεχίσει. Είχαν κολλήσει στο ίδιο σημείο, στην στιγμή που έπρεπε να κάψουν ό,τι είχαν μέσα τους και να ξεχάσουν ό,τι είχαν στην καρδιά τους. Έπρεπε να καταπιούν τα λάθη και τις προσδοκίες τους και να σηκώσουν την ψυχή τους ξανά όρθια.

Ένα βράδυ που κατέβηκε η Σοφία στην αποθήκη, βρήκε την κόρη της στο πάτωμα να κλαίει πάνω από το κουτί με τα γράμματα. Πλησίασε και είδε ότι κρατούσε κάποια ανοιγμένα στα χέρια της.
«Είχε χρέος. Είχε χρέος και έκανε φυλακή για απάτη. Ακούς; Χρέος απέναντι σ’ εμένα δεν είχε;» πλάνταξε στην αγκαλιά της μαμάς της, η οποία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά τον άνθρωπο που πλήγωνε τόσο πολύ το παιδί της. Άνοιξε μερικά γράμματα που δεν είχε διαβάσει η μικρή και τα είδε προσεχτικά. Δεν ήταν η ώρα να τους δικαιολογήσει και έτσι τα μάζεψε όλα και τα έκαψαν μαζί στην αυλή. Πίστεψαν ότι έτσι θα καιγόταν και ο πόνος αλλά η ζωή είχε αλλά σχέδια για εκείνες.

Μήνες μετά, ένα ανοιξιάτικο Σαββατοκύριακο που πέρασαν στην εξοχή, θα γινόταν η αρχή τους τέλους που ζητούσαν. Όταν το αυτοκίνητο τις άφησε στην άκρη του δρόμου και ο άνθρωπος που έστειλαν να τις πάρει με τον γερανό ήταν ο Μάρκος. Όταν κατέβηκε και κατάλαβε ποιες κοιτούσε, προσπάθησε να μιλήσει, να ρωτήσει, να εξηγήσει, να καταλάβει αλλά δεν μπορούσε. Η Ελένη μουρμούρισε «μπαμπά», μια λέξη που είχε ξεχάσει να λέει κοιτώντας τον και η Σοφία ήθελε απλά να ανοίξει η γη να την καταπιεί.
«Είσαι… ίδια η μαμά σου», είπε και έκανε ένα βήμα προς την μικρή, αλλά το μετάνιωσε αμέσως και σταμάτησε για να μην την τρομάξει πάλι. «Σοφία…» ψέλλισε και την κοίταξε.
«Μαμά; Γνωρίζεστε εσείς οι δύο;» νευρίασε και σταύρωσε τα χέρια κάνοντας μερικά βήματα μακριά και από τους δύο.
«Ναι… έτσι νόμιζα», κατάλαβε ποια ήταν η γυναίκα που είχε γνωρίσει. Έλιωσε ακούγοντας να την λέει μαμά. «Ήξερες ότι ήμουν εγώ;» την ρώτησε.
«Έχει τα μάτια σου. Θα τα αναγνώριζα παντού».
«Τί ήθελες από εμένα;»
«Να μάθω την αλήθεια! Δεν μπορούσα να βλέπω άλλο το παιδί μου να λιώνει και να μην ξέρει!»
«Ελένη. Κορίτσι μου. Ό,τι θες να μάθεις θα στο πω. Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Στα έχω γράψει τα περισσότερα».
«Ναι, έχω μια ερώτηση. Γιατί, ενώ είχες παιδί δεν μπορούσες να ήσουν σωστός γονιός και να μην μπεις φυλακή; Δεν είχες χρέος απέναντί μου; Δεν άξιζα να παλέψεις για εμένα και να με κρατήσεις;» ρώτησε και κοίταξε αμέσως την μαμά της, γιατί συνειδητοποίησε ότι αν γινόταν αυτό που ήθελε, δεν θα την είχε γνωρίσει ποτέ.
«Είχα κάνει απάτες οικονομικές και είχα μεγάλο χρέος γιατί φρόντιζα την μαμά σου! Χρεοκόπησα για να πληρώνω τις θεραπείες της και τις ουσίες της».
«Θεέ μου!», μουρμούρισε η Σοφία που ένιωσε η τελευταία για να τον κρίνει μετά από ό,τι έγινε.
«Δεν ξέρω αν… Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ. Έχω άλλη μια ερώτηση. Τι έχει γίνει μεταξύ σας;»

Ο Μάρκος τις κοίταξε και σκέφτηκε να κρύψει την αλήθεια. Αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή με την κόρη του αν της έλεγε ψέματα. Γιατί θα έλεγε ψέματα στον ίδιο του τον εαυτό.

«Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Δεν μπόρεσα να το αλλάξω. Δεν θέλω να το αλλάξω ακόμα και τώρα που ξέρω ότι είναι εκείνη που σε μεγάλωσε. Συγγνώμη, αυτός είμαι. Έκανα πολλά λάθη και τα πλήρωσα όλα. Πάλεψα να αντιμετωπίσω τον θάνατο της μητέρας σου, να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου. Έχεις δίκιο, είχα και έχω χρέος απέναντί σου. Και είμαι εδώ, τώρα, αν θες, για μια ευκαιρία ακόμη. Η απόφαση είναι δική σου».
«Και η νέα σου οικογένεια; Τι θα γίνει με αυτούς;» κράτησε σφιχτά τα δάκρυα να μην τρέξουν από τα μάτια της.
«Ποια οικογένεια;» σάστισε η Σοφία.
«Τον είδα, μαμά, να πηγαίνει στο σπίτι του, στην γυναίκα του και στον γιο του!».
«Δεν το πιστεύω!» φώναξε με όλη της τη δύναμη σαν να ήθελε να τρομάξει τον πόνο πριν την καταπιεί πάλι.
«Όχι! Όχι! Άκουσέ με σε παρακαλώ! Κατάλαβα τι λες. Είναι συγγενείς μου, είναι η ξαδέρφη μου και το παιδί της, το βοηθάω στα μαθήματά του. Δεν θα σου έλεγα ψέματα για κάτι τέτοιο. Σε παρακαλώ! Λέω την αλήθεια!»

Έμειναν αμίλητοι, μακριά ο ένας από τον άλλον, να μετράνε τις πληγές τους και να βάζουν σε σειρά τα αισθήματά τους. Όσο έπεφτε το φως, ερχόταν η στιγμή των αποφάσεων.
«Ας ξεκινήσουμε πηγαίνοντάς μας στην πόλη. Και βλέπουμε…» ανασήκωσε τους ώμους και στάθηκε δίπλα στην μαμά της.

Συζήτησαν πολλά στην διαδρομή οι τρεις τους και είχαν και άλλα πολλά να πουν πίσω στο σπίτι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ενώ ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του αχτίνες, έπεσε και λίγο φως μέσα στις καρδιές τους. Γιατί το χρέος της καρδιάς δεν μπορεί να μείνει απλήρωτο.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading