Το Σπίτι της Μάγισσας

Πριν από πολλά, πολλά χρόνια, υπήρχε ένα σπίτι χωμένο στις σκιές της Αρκαδίας, που όλοι απέφευγαν να πλησιάσουν. Ήταν το σπίτι της μάγισσας. Όλοι ήξεραν —ή τουλάχιστον ψιθύριζαν— πως εκεί ζούσε μια γυναίκα βουτηγμένη στη μαγεία και στο σκοτάδι. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Οι γέροι έλεγαν πως είχε κάνει συμφωνίες με πνεύματα απόκοσμα, πως καλούσε δαίμονες κάτω από το φως του φεγγαριού, και πως το αίμα ήταν μέρος κάθε τελετουργίας της.

Μετά τις 3:00 τη νύχτα, άρχιζαν τα κλάματα. Γυναικεία κλάματα, γεμάτα απόγνωση. Κλάματα μωρών, βραχνά, διαπεραστικά. Οι κάτοικοι πετάγονταν από τον ύπνο τρομοκρατημένοι. Άνοιγαν τις πόρτες τους, έβγαιναν στον δρόμο, κι όλα ξαφνικά σώπαιναν. Μα μόλις γύριζαν πίσω και κλείναν τα παραθυρόφυλλα… ξεκινούσαν πάλι.

Κανείς δεν τολμούσε πια να βγει έξω μετά τις τρεις. Κάτι κυκλοφορούσε στο χωριό εκείνη την ώρα — κάτι που δεν ήθελε να το δουν.

Η μάγισσα λεγόταν Κίρκη. Ναι, όπως εκείνη της Οδύσσειας. Κλισέ, ίσως. Ειρωνικό, σίγουρα. Μα η Κίρκη αυτή ήταν από τις γυναίκες που —όπως έλεγαν οι παλιοί— ούτε ο διάβολος δεν τολμούσε να αντικρίσει.

Κάποτε είχε σύζυγο. Και παιδί. Όμως ένα βράδυ, σε μια από τις τελετές της, κάτι πήγε στραβά. Κάτι φριχτό. Ο άντρας της, σαν υπνωτισμένος, ανέβηκε τις σκάλες κρατώντας το παιδί αγκαλιά — και μετά, χωρίς λόγο, σωριάστηκε στο κενό. Το σώμα του καρφώθηκε στα πέτρινα σκαλοπάτια, και το παιδί δεν έκλαψε ποτέ ξανά.

Η Κίρκη είχε κάνει ένα τρομερό λάθος. Κάποτε, πολύ πριν αρχίσει να τη φοβάται και ο διάβολος, είχε καθαρίσει —έτσι το έλεγαν τότε— έναν άντρα από κατάρα, χωρίς πρώτα να ζητήσει την έγκριση της Ιερής Δικαιοσύνης. Χωρίς να ρωτήσει τις σκοτεινές ισορροπίες. Χωρίς να πληρώσει το τίμημα.

Τον λυπήθηκε.
«Σε παρακαλώ, κυρία Κίρκη μου», της έλεγε με φωνή σπασμένη, σαν παιδί μπροστά σε ξένο. «Κάνε κάτι… η ζωή μου πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Δεν έφταιξα, δεν αμάρτησα… στο ορκίζομαι στα παιδιά μου!».

Η Κίρκη τον κοίταζε με το παγερό της βλέμμα. Ήξερε πως η λύπηση δεν έχει θέση στον δρόμο της μαγείας. Και όμως… κάτι στο πρόσωπό του —κάτι στο βλέμμα του— τρύπησε την άμυνά της.

Κάθισε αργά στην παλιά της πολυθρόνα. Το μακρύ μαύρο της φόρεμα άπλωσε σαν σκοτάδι γύρω της, σαν να ήθελε να την κρύψει από την απόφαση που ζύγιαζε. Τα δάχτυλά της ακουμπούσαν τα ξύλινα μπράτσα —νύχια βαμμένα μελανά, άκρα ήρεμα και ταυτόχρονα έτοιμα για επίκληση.

Τον παρατηρούσε. «Τι να κάνω μ’ αυτόν τον δύσμοιρο…;» σκέφτηκε. «Αν λέει ψέματα, με τραβάει στον γκρεμό. Αν λέει αλήθεια… και δεν τον βοηθήσω…;». Αυτό ήταν το πρώτο ράγισμα. Από εκεί και πέρα, όλα κύλησαν σαν νερό κάτω από την πόρτα. Μόνο που το νερό αυτό είχε μέσα του αίμα.

Ένα βράδυ με πανσέληνο, η Κίρκη πήρε τον Μανωλιό στο δάσος. Δεν είπε λέξη στον δρόμο. Εκείνος την ακολούθησε σιωπηλός, με βλέμμα θολό από φόβο και τύψεις. Όταν έφτασαν σε μια παλιά ξέφωτη λόχμη, η Κίρκη έβγαλε απ’ το σάκο της τα απαραίτητα: μαύρο κερί, τρίχες από λύκο, στάχτη από νεκρικό ρείκι, και κάτι που δεν τόλμησε να του πει τι ήταν — το αίμα που κρατούσε σε μικρό φιαλίδιο.

Άρχισε τα τελετουργικά της. Μουρμούρες στην παλιά γλώσσα, λέξεις που δεν ανήκαν σ’ αυτό τον κόσμο. Η φωνή της άλλαζε, βάθαινε και έσπαγε τον αέρα σαν σφυρί. Ο άνεμος ξεσηκώθηκε ξαφνικά — μανιασμένος, κυκλωτικός. Φύσηξε από κάθε κατεύθυνση, λες και η ίδια η γη ανάσαινε βαριά. Τα δέντρα έτριζαν, τα φύλλα χόρευαν σαν στοιχειά, και η θερμοκρασία έπεσε απότομα, σαν χειμωνιάτικη κατάρα.

Ο Μανωλιός δεν άντεξε. Γονάτισε στο χώμα, τα χέρια του κάλυψαν το πρόσωπο. Έκλαιγε. Σαν παιδί. Φοβισμένο, μικρό, ασήμαντο μπροστά σε αυτό που είχε ξυπνήσει.

«Σώσε με…» ψιθύρισε, με φωνή που χάθηκε στον άνεμο.

Η Κίρκη τον κοίταξε από ψηλά. Μάτια κατάμαυρα, σχεδόν χωρίς λευκό, γεμάτα δύναμη και δισταγμό μαζί.
Ήξερε πια: αυτό που ξεκίνησε, δεν είχε επιστροφή.

Η Κίρκη παρακολουθούσε το χάος γύρω της, μα αυτό που την τρόμαξε δεν ήταν ο άνεμος, ούτε τα δέντρα που λύγιζαν σαν να ‘ταν φτιαγμένα από σάρκα. Ήταν η αντίδραση της φύσης. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι ήταν λάθος.

Γύρισε απότομα προς τον Μανωλιό. Τον πλησίασε με ματιά που έκαιγε. «ΛΕΓΕ!» φώναξε, κι η φωνή της αντήχησε στον αέρα σαν κεραυνός. «Τι έχεις κάνει; Κάτι βαρύ, κάτι σκοτεινό… ΠΕΣ ΤΟ ΤΩΡΑ! Και μην τολμήσεις να μου πεις ψέματα, γιατί θα καείς όρθιος!».

Ο Μανωλιός έτρεμε, σωριασμένος στο χώμα. Ήξερε πια πως δεν είχε σωτηρία. Ό,τι κι αν έλεγε, ήξερε πως θα πεθάνει. Οπότε μίλησε. «Την αγαπούσα… την Κατίνα…» ψέλλισε. «Μα… ήταν μάγισσα… και η κόρη της… η κόρη της ήταν πανέμορφη…».

Η Κίρκη δεν κούνησε βλέφαρο. Περίμενε. «Με παρέσυρε η μικρή… με τα μάγια της… δεν ήθελα… στο ορκίζομαι, Κυρά Κίρκη, εγώ παιδί δεν θα ακουμπούσα ποτέ… ποτέ…».

Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. Κι ύστερα το τελειωτικό χτύπημα: «Έπεσε απ’ τον γκρεμό… μετά… δεν έφταιγα…».

Η σιωπή έπεσε βαριά, πυκνή. Για ένα δευτερόλεπτο, ο κόσμος πάγωσε. Η Κίρκη έμεινε ακίνητη. Πάγωσε. Το αίμα της πάγωσε. Είχε μόλις καθαρίσει —προστάτεψε— έναν παιδeρασth. Έναν φονιά. Έναν δειλό που έκρυψε το έγκλημά του πίσω από ψεύτικες κατάρες. Η οργή της δεν φώναξε. Ούρλιαξε.

Ο αέρας στριφογύρισε σαν λύκος με σπασμούς, τα δέντρα έσκισαν τα φύλλα τους, το φεγγάρι μαύρισε για μια στιγμή. Η Γη έτρεμε. Το δάσος φώναζε μαζί της. Τα μάτια της Κίρκης γέμισαν σκοτάδι. Ήξερε πια τι είχε κάνει. Κι ήξερε τι έπρεπε να πληρώσει — αυτός, αλλά και εκείνη.

Η Κίρκη δεν είπε κουβέντα. Δεν δίστασε. Δεν έτρεμε το χέρι της. Άρπαξε το ασημένιο μαχαίρι από τη ζώνη της, και σε μια αστραπιαία κίνηση, έσκισε την καρωτίδα του Μανωλιού.
Το αίμα εκτινάχθηκε, ζεστό, πηχτό, σαν κρασί από θυσία. Εκείνος πρόλαβε μόνο να τιναχτεί — ούτε φωνή, ούτε ψίθυρος. Τέλος.

Η Κίρκη σκούπισε το μαχαίρι της αργά στον μαύρο μανδύα. Χωρίς έκφραση, χωρίς μετάνοια. Όχι ακόμα. Γύρισε την πλάτη στο πτώμα. Περπάτησε ήρεμα πίσω στο σπίτι της, διασχίζοντας το σκοτεινό δάσος σαν φάντασμα. Ήξερε πως το Κάρμα την περίμενε πίσω από την πόρτα. Το ήξερε. Και ήταν έτοιμη.

Μόλις γύρισε το κλειδί και μπήκε στο σπίτι, άκουσε βήματα. Βιαστικά, αλλόκοτα. Σαν κάτι να μην πήγαινε σωστά. Ο άντρας της κατέβαινε την ξύλινη σκάλα, κρατώντας στην αγκαλιά το παιδί τους — το γιο τους. «Μη!» φώναξε, χωρίς να ξέρει γιατί. Μια κραυγή καθυστερημένη. Άχρηστη. Ο άντρας της σκόνταψε στο τίποτα. Ένα απλό βήμα στο κενό — αλλά η μοίρα είχε ήδη γραφτεί. Τα πόδια του μπλέχτηκαν, η λαβή του χαλάρωσε, και το σώμα του έπεσε από τον πάνω όροφο μαζί με το αγόρι, σαν σπασμένες κούκλες σε παλιό θέατρο.

Το χτύπημα ακούστηκε σαν κόκαλο που σπάει στο κρύο. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Τα ουρλιαχτά της Κίρκης έσκισαν την Αρκαδία. Ολόκληρα βουνά άκουσαν τη φωνή της. Έκλαιγε και ούρλιαζε επί εφτά μερόνυχτα — χωρίς να φάει, χωρίς να πιει, χωρίς να κοιμηθεί. Το στόμα της μάτωσε. Η φωνή της έσπασε. Και στο τέλος, έσβησε. Δεν ξαναμίλησε ποτέ. Κι από τότε, λένε, το σπίτι της μάγισσας δεν ανήκει πια σε κανέναν. Μόνο στα φαντάσματα. Στις σκιές. Και σε όσους έχουν κάνει λάθη που δεν διορθώνονται πια.

Από εκείνη τη μέρα, η Κίρκη έγινε άλλη. Άλλαξε σκοπό. Άλλαξε μορφή. Δεν είχε πια παιδί — είχε αποστολή. Γύρισε όλη την Ελλάδα. Έψαχνε. Ρωτούσε. Μάντευε. Και όταν έβρισκε παiδeρασtές, βiασtές, τέρατα — τους έσφαζε. Χωρίς λύπηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλους τους τρέλαινε. Τους έστελνε δαιμόνια να τους βασανίζουν. Έβλεπε άντρες να ουρλιάζουν, να τρέχουν γυμνοί στους δρόμους, να πηδάνε από μπαλκόνια, να ξεριζώνουν τα μάτια τους. Έναν τον έσπρωξε τόσο μακριά, που ομολόγησε μπροστά σε όλους — και μετά πήρε την καραμπίνα και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

Μα όσο κι αν σκότωνε… όσο και να «καθάριζε»… ο πόνος δεν έσβηνε. Το κενό μέσα της μεγάλωνε. Μαύρα δάκρυα έκαιγαν τα μάγουλά της. Η φωνή της, νεκρή. Μόνο σιωπή. Και μάτια γεμάτα νύχτα. Στο χωριό… κάποιοι τη λυπόνταν. Άλλοι ακόμα τη φοβούνταν. Κι ένα βράδυ, η Κίρκη ανέβηκε στο ταβάνι του παλιού σπιτιού. Έδεσε το σκοινί στον παλιό πολυέλαιο. Και κρεμάστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Ούτε τον εαυτό της.

Από τότε, κάθε βράδυ, μετά τις 3:00, ακούγονται ουρλιαχτά μέσα από το σπίτι της Κίρκης. Οι τοίχοι μουγκρίζουν. Τα κλάματα γυναικών και παιδιών σκίζουν τον αέρα. Και όποιος περάσει απ’ έξω εκείνη την ώρα… δεν ξεχνά ποτέ τι άκουσε.

Γιατί 3:00 είναι η Witching Hour.

Και η Κίρκη… δεν ξεκουράστηκε ποτέ…

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading