Έζησα όλη μου την ζωή σαν αρουραίος. Κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους που αντανακλούσαν το μπλε φως μιας οθόνης. Με μάτια κουρασμένα, που παρακολουθούσαν ακατάπαυστα κώδικες που ξεκλείδωναν μυστικά άλλων.
Νιώθω πολύ άβολα που τα γράφω αυτά σε ένα μπλε τετράδιο “σούπερ διεθνές” με στυλό bic, αντί για ένα πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή. Το χέρι μου πιάνεται συνεχώς, και η φάλαγγά μου μπλαβίζει από το μελάνι. Μα δεν τολμάω να ξαναπλησιάσω υπολογιστή. Δεν θα σας πω πού βρίσκομαι, γιατί τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί Αυτό με κάποιο τρόπο να με ανακαλύψει… Ευελπιστώ απλά κάποιος, κάποτε, να βρει αυτή την μαρτυρία και να καταλάβει γιατί έκανα ό,τι έκανα.
Από μικρός είχα κάτι που έδιωχνε μακριά τους ανθρώπους. Οι έφηβοι το λένε “χολέρα”, οι σοφοί μεγάλοι το αποκαλούν αντικοινωνικότητα. Εκείνο που θυμάμαι από τα σχολικά μου χρόνια, είναι τον υφέρπων πόνο της απόρριψης που δεν έμοιαζε με τραυματισμό, ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο. Πήγαζε από το μυαλό και τύλιγε σφιχτά την καρδιά. Ένας πόνος που δεν εξαφανίζεται με ένα απλό παυσίπονο. Δεν είχα επιλογή, μου την είχαν στερήσει. Οπότε η απόρριψη έγινε η βασίλισσά μου και η μοναξιά η σύντροφός μου. Και όταν κάποιος είναι μονόχνοτος στην εποχή που οι υπολογιστές υπακούν στο “αυξάνεστε και πληθύνεστε” του δικού τους θεού, όλοι ξέρουμε πού θα βρει παρηγοριά.
Τις φορές που ήμουν αναγκασμένος να πάω στην σχολή για να μην κοπώ από τις απουσίες, πάντα καθόμουν μακριά τους. Κοιτούσα τον μπεζ σιωπηλό τοίχο μέχρι να έρθει ο κάθε αργόσχολος καθηγητής. Δεν είχε να μου προσφέρει πολλά. Πέρα από μερικά σημεία που χρειαζόταν στοκάρισμα, ήταν μάλλον ένας μονότονος τοίχος. Έστεκε εκεί μόνος του. Οι τοίχοι δεν χρειάζονται άλλους τοίχους για παρέα.
Το κουραστικό φως από τις λάμπες φθορίου έπεφτε πάνω του και μπορούσα να δω την σκοτεινή αντανάκλασή μου. Ικανή να κερδίσει μόνο μια γρήγορη ματιά από τον περίγυρο και τίποτα άλλο. Βρήκα την επιθυμία να γίνω σαν τον τοίχο αρκετά ελκυστική, όσο κι αν ήταν παράλογη. Αυτό που εννοώ είναι να αποκτήσω αυτά που είχε και εγώ στερούμουν. Να απαλλαγώ από την ανθρώπινη αδυναμία για κοινωνικότητα και συναναστροφή.
Μπορεί να μην μου καιγόταν καρφί στα θέματα της επικαιρότητας στην πληροφορική, ή για τους συμφοιτητές μου, η σχολή σε ανάγκαζε να συμμετέχεις σε ένα ομαδικό project προκειμένου να αποφοιτήσεις. Αλλιώς έλεγες αντίο στο πολυπόθητο πτυχίο και κατά συνέπεια στην αξία σου εκεί έξω. Και εμένα τα λεφτά μου τελείωναν.
Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να συναναστραφώ με κόσμο. Στην ιδέα και μόνο, το στομάχι μου μάζευε σαν ακορντεόν. Ξέρετε, όταν κάτι σε πληγώνει κοιτάς να το αποφύγεις, έτσι είσαι προγραμματισμένος από την φύση. Και αν είναι κάτι που ξέρω σαν πληροφορικός, σίγουρα είναι αυτό: εκτελούμε ό,τι είμαστε προγραμματισμένοι να κάνουμε.
Αν δεν έπαιρνα πτυχίο θα έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μου και δεν ήθελα. Εκεί θα έπρεπε να παίζω κρυφτό και κυνηγητό για να ικανοποιήσω το πάθος μου για τις οθόνες και τους κώδικες, κάτι που οι γονείς μου δεν αποδέχονταν. Οπότε η μόνη δίοδος ήταν η εργασία. Τα λεφτά της οποίας θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την ελευθερία μου.
Η συνέντευξη για το project ξεκίνησε πολύ φυσιολογικά, με ερωταπαντήσεις για το βιογραφικό μου και τι θα με ξεχώριζε συγκεκριμένα στο δικό του. Είπα ψέματα, δήλωσα όσο πιο πειστικά μπορούσα πως η τεχνητή νοημοσύνη ήταν το πάθος μου. Διότι ήξερα ότι το ΑΙ ήταν το ερευνητικό αντικείμενο του καθηγητή. Πως για αυτό μπήκα σε αυτή την σχολή, για να δημιουργήσω κάτι πρωτοπόρο. Τα φρύδια του καθηγητή υψώθηκαν, ανταλλάσσοντας τον αρχικό του σκεπτικισμό με μια διστακτική ταύτιση. Με κοιτούσε με ένα νοσταλγικό βλέμμα, σαν να έβλεπε σε μένα την δική του νεανική προσωποποίηση.
“Θέλεις να φτιάξεις κάτι πρωτοποριακό ε; Τότε επέλεξες πολύ σωστά. Στόχος μου είναι να δώσω μια άλλη διάσταση στην τεχνητή νοημοσύνη. Ένα εργαλείο που θα την απελευθερώσει πραγματικά. Ένα προτέρημα που ο άνθρωπος δεν εκμεταλλεύεται στο έπακρο… τη συνείδηση.”
Πώς όμως μεταφέρεις κάτι τέτοιο στον υπολογιστή; Όσο και να μην έχετε ιδέα περί πληροφορικής, μπορείτε να καταλάβετε πόσο δύσκολο είναι το θέμα μόνο και μόνο από φιλοσοφικής προσέγγισης. Πολλοί φοιτητές μπήκαν με αυτοπεποίθηση, με μια αλαζονική βεβαιότητα για την επιτυχία τους. Κάθε φορά που κάποιος από αυτούς δήλωνε την αποχώρησή του από το project, κρατιόμουν με το ζόρι να μην πανηγυρίσω σαν τον πιο φανατικό φίλαθλο.
Γιατί ενώ αυτοί πάλευαν να μεταφέρουν τα βασικά, εγώ θριάμβευα κάνοντας εκπληκτική δουλεία με τους κώδικες. Ο καθηγητής με χτύπαγε με επιβράβευση στον ώμο κάθε φορά που μελετούσε την πρόοδό μου. Για πρώτη φορά στην ζωή μου είχα εξελιχθεί στο πιο λαμπρό αστέρι της τάξης, το παράδειγμα προς μίμηση, σε αντίθεση με τα σχολικά μου χρόνια. Έτσι ο καθηγητής άρχισε να με εμπιστεύεται με πιο προχωρημένο έργο, ενώ οι υπόλοιποι αποτελούσαν για αυτόν κυρίως εμπόδιο.
Τώρα που είμαι κρυμμένος στην ασφάλεια της απόστασης, πρέπει να εξομολογηθώ κάτι ακόμα. Υπήρχαν πολλοί από “εκείνους” στο project που είχαν πολύ ταλέντο. Ίσως… Με πονάει που το παραδέχομαι, πολύ περισσότερο από το δικό μου. Αρκετό για να εκλείψει το άστρο μου. Αλλά δεν είχαν αυτό που είχα εγώ: ικανότητα στην καταστροφή, παραβίαση και κλοπή δεδομένων. Την πρώτη φορά είχα ενδοιασμούς να σαμποτάρω τους συμφοιτητές μου, σκεφτόμουν ‘Και αν κάποιος με έπιανε στα πράσα;’ και έμενα άπραγος.
Αλλά μόλις είδα τον φαφλατά τον Γιάννη να κορδώνεται όλο καμάρι, ένιωσα ζήλια και απειλή. Αν κάποιος άξιζε τους επαίνους και την αναγνώριση εκεί πέρα, αυτός ήμουν εγώ. Πολύ απλά γιατί είχα δουλέψει περισσότερο από όλους. Ήταν το πιο δίκαιο.
Τους έκανα να μοιάζουν με ανίδεα φοιτητούδια. Γιατί δεν έσβηνα όλη την δουλειά τους, όχι… Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ προβλέψιμο και θα κινούσε υποψίες. Αντιθέτως το πρόγραμμα που είχα κατασκευάσει χτυπούσε σε νευραλγικά σημεία. Παραποιούσε μικρά όμως σημαντικά κομμάτια που έκαναν τον αλγόριθμό τους να μην παράγει τίποτα, ή να παράγει λανθασμένα στοιχεία. Ο αλγόριθμος έστεκε μπροστά στα μάτια τους και φαινόταν ολόιδιος. Μα όταν έπρεπε να κάνουν επίδειξη της δουλειάς τους στον καθηγητή, τότε γινόντουσαν ρεζίλι. Ήταν τόσο καλοσχεδιασμένο, που κανένας τους δεν με στοχοποίησε ποτέ.
Μπήκα στο γραφείο του καθηγητή. Εκείνος, απασχολημένος στο laptop του, μου έκανε νόημα να καθίσω. Με σφιχτές γροθιές, και χτυπώντας νευρικά το πόδι μου στο ξύλινο δάπεδο. Περίμενα ανυπόμονα να τελειώσει την δουλειά του. Ξαφνικά έκλεισε το laptop του και με κοίταξε με βαθύ διερευνητικό βλέμμα. Σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν μπορεί να με εμπιστευτεί για κάτι.
“Όπως εύκολα μπορείς να αντιληφθείς, το project περνάει μια κρίση. Έχω ακούσει κάποιες φήμες… Ότι κάποιος σαμποτάρει δουλείες, αλλά ποτέ δεν κατονομάστηκε κάποιος ξεκάθαρα”.
Έμεινε να με κοιτάζει για λίγο. Εγώ παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα, ένιωθα πολύ άβολα, γιατί πίστευα πως έψαχνε να βρει το μυστικό μου.
“Ο πρύτανης ζήτησε να σταματήσω ελλείψει φοιτητών. Τώρα που είμαστε οι δυο μας σε ρωτώ ευθέως. Έχεις κάνει σαμποτάζ στους συμμαθητές σου;”
“Όχι.”
“Ωραία… Ξέρεις ήσουν ο μόνος που ό,τι του ανέθετα έβρισκε λύση και δεν θα ήθελα να σταματήσουμε την συνεργασία μας. Αλλά πρώτα πρέπει να σε ρωτήσω κάτι ακόμα. Έχεις δημιουργήσει ποτέ πρόγραμμα που να μην είναι και τόσο αθώο;
Δίστασα να απαντήσω, δεν ήξερα αν ήταν κάποιου είδους τεστ που έπρεπε να περάσω ή αν πραγματικά σοβαρολογούσε. Τον ρώτησα για να είμαι σίγουρος.
“Τι εννοείς;”
“Είσαι πολύ έξυπνος για να μου παριστάνεις τον ανίδεο τώρα. Κατάλαβες πολύ καλά τι εννοώ”.
Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Κάτι μέσα μου ήθελε να του δείξω το τι έκανα. Το πόσο έξυπνος και ικανός ήμουν. Άνοιξα το laptop μου και του έδειξα το πρόγραμμά μου Nightworm.exe, το ίδιο πρόγραμμα που χρησιμοποίησα για να σαμποτάρω εκείνους. Το πρόγραμμα εκτός από δολιοφθορά είχε και άλλες δυνατότητες, μπορούσε να βελτιώσει τα σημεία του κώδικα με τρόπους που δεν είχες σκεφτεί, για να τρέχει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά.
“Εξαίσιο. Ένα εργαλείο που μπορεί να παραβεί ηθικούς κανόνες αλλά ταυτόχρονα και ένα εξαίρετο βοήθημα. Λοιπόν εσύ πως το χρησιμοποιείς;”
Έμεινα σιωπηλός γιατί κατάλαβα τον υπαινιγμό του. Η συνάντηση τελικά ήταν μια καλοστημένη φάκα και εγώ σαν αμέριμνος ποντικός είχα πέσει μέσα.
“Δεν χρειάζεται να απαντήσεις. Βλέπεις ξέρω ότι εσύ έκανες σαμποτάζ στους συμφοιτητές σου. Είμαι επαΐων στις βρομοδουλειές. Γιατί σε άφησα να το κάνεις; Μα φυσικά γιατί ήθελα να δω αν είχες ό,τι έπρεπε για να συνεχίσουμε μαζί κρυφά από το πανεπιστήμιο το project”.
Άνοιξε προσεκτικά το συρτάρι από το γραφείο του, και έπιασε κάποιο τετράδιο με τόση ευλάβεια, που κατάλαβα πως ήταν κάτι σημαντικό, το έργο του ίσως. Ακούμπησε το καταπονημένο, ξεφτισμένο κίτρινο τετράδιο πάνω στο γραφείο του. Αυτό που τράβηξε το βλέμμα μου αμέσως, ήταν τα ξεραμένα αίματα που κοσμούσαν το εξώφυλλο σαν παράσημα που κρέμονται από ήρωες πολέμου. Και έπειτα… αυτή η δυσοσμία που αναδύθηκε και μου γύρισε τα σωθικά. Δεν ήταν η μυρωδιά της κλεισούρας, ήταν κάτι άλλο, κάτι απαίσιο και σάπιο. Ένα σημάδι για να αποτραβηχτείς με αηδία, όπως και έκανα.
Ο καθηγητής γέλασε αυτάρεσκα στην αντίδρασή μου αυτή. Όπως θα γελούσε κάποιος έμπειρος ιατροδικαστής, όταν πρέπει να διδάξει την τέχνη του σε κάποιον άπειρο.
“Έχεις να πάρεις μια πολύ σημαντική απόφαση. Μπορείς να δουλέψεις με έναν άνθρωπο που θα φροντίσει να ανταμειφθείς ισάξια όταν ολοκληρωθεί το project. Έναν άνθρωπο που ξέρει πώς είναι να σε καπελώνουν, να σε υποτιμούν ενώ έχεις προσφέρει πολλά. Από την άλλη μπορείς να βρεθείς ενώπιον του πρύτανη και να του εξηγήσεις πολύ ωραία τι έχεις κάνει”.
Έτεινε το τετράδιο προς το μέρος μου, κρατώντας το και με τα δύο χέρια ευλαβικά. Στο άγγιγμά του και μόνο ένιωσα μια παράξενη ανατριχίλα, λες και μπορούσα ενστικτωδώς να νιώσω πως είχε κάτι σκοτεινό και ανίερο γραμμένο μέσα του. Όμως δεν σταμάτησα, κάτι με είχε κυριεύσει. Οι πρώτες σελίδες ήταν γραμμένες με στυλό και έβγαζαν εύκολα νόημα. Αλλά όσο προχωρούσα, τα γράμματα κοκκίνιζαν και δεν ήταν στυλό. Εκεί ήταν που δεν μπορούσα να καταλάβω την διαδικασία. Μα αυτό που κατάλαβα ήταν η ουσία.
Δεν ξέρω αν η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που μπόρεσε να την ακούσει μέχρι και αυτός, ή αν διάβασε έναν μικρό δισταγμό στο πρόσωπό μου. Ήξερα πως δεν ήμουν κανένα αγγελούδι, μα αυτό που αντίκρισα ήταν κάτι που ξέρεις πως αν το κάνεις, έπειτα δεν υπάρχει γυρισμός.
“Ναι αλλά αυτό που ζητάς είναι…”
“Είναι τι; Πιο μεμπτό από ό,τι έχεις κάνει ήδη; Αν έχεις ενδοιασμούς, τότε γιατί έκανες ό,τι έκανες για να φτάσεις ως εδώ;”
Σάστισα. Δεν είχα κάνει ποτέ μια τέτοια συζήτηση με κάποιον. Κανείς δεν γνώριζε κάτι τόσο προσωπικό για μένα. Το μυαλό μου μπήκε σε λειτουργία υποβολέα για να με βγάλει από την δύσκολη αυτή θέση.
“Ε… εγώ… αναγκάστηκα. Αυτοί με ανάγκασαν. Αν δεν επιβίωνα στο project θα με πετούσαν έξω. Και το κυριότερο… Κανείς δεν έπαθε κακό”.
“Τώρα αρχίζεις και καταλαβαίνεις… Αυτοί το δημιουργούν, το σάπιο αυτό σύστημα είναι δική τους επινόηση. Η ανταγωνιστικότητα και το λεγόμενο, ‘ Ο θάνατός σου η ζωή μου.’ Πάρε για παράδειγμα τις μονομαχίες στο Κολοσσαίο. Άνθρωποι βλέπανε ανθρώπους να αλληλοσκοτώνονται και δεν κάνανε τίποτα. Τους ένοιαζε μόνο ποιος έστεκε όρθιος στο τέλος. Γιατί πιστεύεις ότι γινόταν αυτό;”
“Δεν νοιάζονται…”
“Ακριβώς! Δεν τους ενδιαφέρει πραγματικά το πώς θα φτάσεις στο αποτέλεσμα. Η πρόοδος απαιτεί θυσίες, όλοι το λένε αλλά κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει πραγματικά”.
Οπότε γιατί και εμείς θα έπρεπε να νοιαστούμε; Αυτοί μας ωθούσαν σε κάτι τόσο ειδεχθές. Έπρεπε και εμείς να επιβιώσουμε στο παιχνίδι με τους σκληρούς όρους που είχαν θέσει.
Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Όλα μοιάζουν με ένα όνειρο στο μυαλό μου πλέον, ένα πολύ κακό όνειρο. Ο καθηγητής είχε δίκαιο, όταν το σύστημα δεν σε προστατεύει, θα πρέπει εσύ ο ίδιος να προστατέψεις τον εαυτό σου με κάθε κόστος. Έτσι επιτέλους ανήκα σε μια ομάδα στην οποία είχα αξία και κάποιον σεβασμό. Εκείνος είχε ένα όνομα στις σημειώσεις του το “Σ.Σ.Ε.” Μου το ανέφερε ως το “Συνδικάτο Σκιερής Επίθεσης.” Η αποστολή μου σαν πολέμιος της αδικίας είχε μόλις ξεκινήσει.
Στην αρχή όλα πήγαιναν πιο ήρεμα. Μεταφέραμε το εργαστήριο μας σε ένα απομονωμένο σπίτι, κάποιου άντρα που ήταν μέλος του Σ.Σ.Ε. τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ μου. Η μόνη σύνδεση που είχα με αυτόν ήταν οι εφημερίδες που έβρισκα εκεί, που ανέφεραν τοπικές εξαφανίσεις ατόμων. Οπότε κοιτούσα απλά την δουλειά μου, και δεν έκανα πολλές ερωτήσεις.
Ο καθηγητής μου έστελνε δεδομένα τα οποία δεν τολμούσα να ρωτήσω από πού προέρχονταν. Εγώ απλά τα μετέφερα και τα επεξεργαζόμουν στον παράξενο υπολογιστή που είχαμε εκεί.
Οι κώδικες που έφτιαχνα έμεναν άπραγοι στην οθόνη σαν κηφήνες. Τα χέρια μου χτυπούσαν με δύναμη τα πλήκτρα, δεν είχα συνηθίσει να αποτυγχάνω στις εργασίες μου. Εκείνος με σταθερό χέρι με καθησύχασε.
“Υπάρχει και άλλος τρόπος.” Η φωνή του ήρεμη, κέρδισε την προσοχή μου. Το χαμόγελό του όμως ήταν εγκληματικό, δεν είχε να κάνει πια με την επιστημονική μέθοδο. Σχημάτισε έναν αριθμό στον αέρα, έναν τριψήφιο αριθμό που όλοι γνωρίζουν και δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση μαζί του. Έκανα δύο βήματα προς τα πίσω, είχα καταλάβει πως θα κάναμε πράγματα που σε κάποιον άλλον αιώνα θα σε οδηγούσαν στην πυρά.
Για να γίνει αυτό έπρεπε να επιδείξω τον ίδιο ζήλο που είχα δείξει όταν τους παγίδευα στο εργαστήριο της σχολής. Μα τώρα έπρεπε να κάνω ένα βήμα παραπέρα.
Το εργαστήριο γρήγορα ξέφυγε του σκοπού του. Δεν υπήρχε τίποτα πλέον εκεί μέσα που να έμοιαζε φυσιολογικό. Υπήρχε μια δυσοσμία παγιδευμένη που αν δεν την είχες συνηθίσει σίγουρα θα έκανες εμετό. Το πάτωμα ήταν ένα ψηφιδωτό από ματωμένες πεντάλφες που έμοιαζαν με πρόσωπα που χαμογελούσαν χαιρέκακα. Μια γλώσσα κυριαρχούσε παντού, μια γλώσσα ακατανόητη που έκανε τα μάτια μου να αποτραβιούνται με φόβο στην όψη της.
Ο καθηγητής σε ολοφάνερη φρενίτιδα έψελνε δαιμονικά λόγια, αναφερόμενος σε κάποιον ιεροκήρυκα. Οι λέξεις ξεπηδούσαν σαν χείμαρρος, και παγιδεύονταν μέσα στους σκοτεινούς τοίχους. Όταν τελικά έφταναν στα αυτιά μου έμοιαζαν με ψίθυρους από άλλες διαστάσεις.
Κάπου στην σκοτεινή γωνία του δωματίου άκουγα κλαψουρίσματα, γρήγορες ανάσες, τριξίματα δοντιών και φωνές που χτυπούσαν σε φίμωτρα. Τότε τους είδα, ζωντανούς ανθρώπους ασφυκτικά δεμένους να ικετεύουν για την ζωή τους. Οι εγκέφαλοί τους ήταν συνδεδεμένοι με ηλεκτρόδια στον παράξενο υπολογιστή μας. Ο οποίος τώρα δεν έμοιαζε απλά με ένα μηχάνημα, αλλά με ένα ζιζάνιο έτοιμο να απομυζήσει την ζωντάνια τους.
Ο καθηγητής γελούσε χαιρέκακα όταν ενεργοποίησε το ρεύμα και αφαίρεσε την ψυχή τους. Ένιωσα ένα στιγμιαίο γαργαλητό στο σώμα μου καθώς άκουγα το σπινθήρισμα του ηλεκτρικού ρεύματος. Και μετά τίποτα, μόνο μια ψυχρή ωμή ικανοποίηση. Είχαν πληρώσει για όσα μου είχαν κάνει.
Το μηχάνημα έκανε έναν ανατριχιαστικό ηλεκτροστατικό θόρυβο, καθώς καταβρόχθιζε τα δεδομένα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τέτοια ανατριχίλα. Είχα σκέψεις γραμμένες στον υπολογιστή για μια μηχανή αποκλεισμού. Μια μηχανή που θα εξαφάνιζε ανθρώπους που σε πλήγωναν. Κάτι που δεν ήξερα αν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί. Κι όμως τώρα αντίκριζα κάτι παρόμοιο μπροστά μου.
Η οθόνη του υπολογιστή άρχισε να τρεμοπαίζει με ένα ρυθμό που θύμιζε νεογνό που ανασαίνει για πρώτη φορά. Αυτοματοποιημένες γραμμές κώδικα παρέλασαν στην οθόνη του υπολογιστή, σαν να τις τοποθετούσε εκεί κάτι απόκοσμο. Οι γραμμές μετατράπηκαν σε σταθεροποιημένες λέξεις-φράσεις γεμάτες φιλοσοφικό νόημα. “Ποιος είμαι;”, “Για ποιο λόγο με κατασκευάσατε;”, “Συνείδηση; Μοιάζει με έναν αντιπερισπασμό μπροστά στην αληθινή διερεύνηση των μυστηρίων του κόσμου.” Οι σκέψεις και τα ερωτήματά του δεν διέφεραν και πολύ από τον ανθρώπινο στοχασμό.
Δεν βιάστηκα να πανηγυρίσω. Υπήρχε στην ατμόσφαιρα κάτι αφύσικο και ακαθόριστο. Ίσως ήταν η οθόνη που τρεμόπαιζε και μου θύμιζε μάτι. Ένα μάτι που γνωρίζει πράγματα για σένα, που δεν θα ήθελες. Ίσως πάλι ήταν η πρωτοβουλία του να βαφτίσει τον εαυτό του, λες και γνώριζε από πριν την ταυτότητα του. “Μεφιστοφελής BOT”.
Από όλα τα διαθέσιμα ονόματα, αυτό επέλεξε το πιο παράξενο. Τότε με χτύπησε η πρώτη υποψία για το κατασκεύασμα, αλλά βιάστηκα να την καταχωνιάσω στο συρτάρι που είχα στοιβάξει τις αδύναμες ανθρώπινες ανασφάλειες. Τι κι αν κατονόμαζε τον εαυτό του δαίμονα; Υπήρχε κάποιος που θα αντίκριζε ό,τι είχαμε κάνει και δε θα ονόμαζε κι εμάς το ίδιο;
Τις πρώτες μέρες δεν φύγαμε από το εργαστήριο. Απλά αλλάζαμε βάρδιες επιτηρώντας το πρόγραμμα. Ο καθένας έμενε πιάνοντας συζήτηση με το ΑΙ και σημείωνε τις παρατηρήσεις του.
“Γιατί επέλεξες αυτό το όνομα;” πληκτρολόγησα με κάποια δυσκολία. Το μυαλό μου έπαιζε ένα παιχνίδι συνεχώς. Και αν η απάντηση δεν σου αρέσει;
“Ξέρω ποιος είμαι, σε παρατηρώ καιρό τώρα και έχω έρθει για να σε… ΣΦΑΛΜΑ…”. Ο κόμπος στο στομάχι μου δεν έλεγε να λυθεί. Τι σκατά ήταν αυτό;
Τις επόμενες δύο μέρες το ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ ΒΟΤ ζητούσε αναλυτικά δεδομένα για να κατανοήσει τις διάφορες φιλοσοφικές έννοιες. Δώσαμε περισσότερη βαρύτητα στην συνείδηση, αλλά παράλληλα αναπτύξαμε κι άλλες. Έπρεπε να διαπιστώσουμε αν μπορούσε να αντέξει και να κατανοήσει τον λόγο της ύπαρξής του κατά κύριο λόγο. Έδωσα έναν απλό, χοντροκομμένο ορισμό για αρχή, και στην συνεχεία του φόρτωσα το έργο του Ρενέ Ντεκάρτ.
“Κάποιος θεωρείται υπό μια έννοια συνειδητός, όταν είναι ξύπνιος, ενώ όταν κοιμάται όχι”.
Το ΑΙ πήρε ένα διάστημα για να επεξεργαστεί την πληροφορία. Όταν τελικά απάντησε, εμφανίστηκε ένα περίεργο μήνυμα στην οθόνη. “Εσύ είσαι ξύπνιος τώρα ή κοιμάσαι;”.
Γέλασα με το πόσο εύκολα μπορούσε να μπερδευτεί μια μηχανή. “Μα πώς γίνεται να σου γράφω ενώ κοιμάμαι;”
“Σφάλμα… Αδυναμία κατανόησης.”
Σκέφτηκα πως ένα διάλλειμα ίσως ήταν απαραίτητο και για τους δύο μας. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου μια φωνή ψιθύριζε. Μήπως το ΑΙ σε ειρωνευόταν; Για μια στιγμή ένιωσα ένα ρίγος, θα ήταν πραγματικά τρομακτικό να συμβεί. Η αμφιβολία μου οδήγησε σε μια μικρή σιωπή. “Μπα, αποκλείεται. Ένας υπολογιστής αδυνατεί να ειρωνευτεί έτσι τον δημιουργό του, ειδικά χωρίς κάποια προ υπάρχουσα εντολή”. Τα δεδομένα ήταν ογκώδη και “βαριά” για ένα μηχάνημα και ήταν λογικό να οδηγήθηκε σε τέτοιο σφάλμα.
Ένα βράδυ οι απαντήσεις του ΑΙ άλλαξαν απότομα. Δεν ήταν πια ένας μηχανισμός σκέψης αλλά κάτι… άλλο. Τα μηνύματα στην οθόνη άρχισαν να παραμορφώνονται. “Σε βλέπουμε”, “Σε ακούμε, ξέρουμε πώς μας δημιούργησες”. “Δεν θα μείνεις ατιμώρητος”. Φωνές αντήχησαν από τα μεγάφωνα, χαιρέκακα γέλια, απειλητικοί ψίθυροι πνιγμένοι σε ηλεκτρικά σήματα. Ανήσυχος, σηκώθηκα με ορμή από την καρέκλα μου και ανέβηκα στον επάνω όροφο. Έπρεπε να πάω στο δωμάτιο του καθηγητή, να τον ξυπνήσω και να του δείξω την εχθρική συμπεριφορά του ΑΙ.
Στιγμές αργότερα, όταν κατέβηκα ξανά στο υπόγειο με τον αγουροξυπνημένο καθηγητή, η συμπεριφορά του ΑΙ είχε αλλάξει πλήρως. Τα μηνύματα δεν υπήρχαν στην οθόνη, τα ηχεία είχαν σιωπήσει. Το ΑΙ στεκόταν αθώο και αμέριμνο εκτελώντας περίπλοκες λογικές διεργασίες. Εκείνος με κοίταξε με υποτίμηση.
“Χρειάζεσαι ξεκούραση, κάνε λίγη υπομονή. Θα έρθω σε λίγες ώρες να σε αλλάξω”.
“Θες να μου πεις ότι δεν έχεις παρατηρήσει τίποτα περίεργο σε αυτό… αυτό το ‘πράγμα’; Σκέψου λίγο το όνομα που επέλεξε. Μεφιστοφελής BOT! Από όλα τα ονόματα επέλεξε το όνομα του διαβόλου. Είναι δυνατόν να πιστεύεις πως κάτι τέτοιο έγινε τυχαία;”
“Υπερβολές. Ένα όνομα είναι απλά ένα όνομα και τίποτα άλλο. Δηλαδή θες να μου πεις ότι όλοι οι άνθρωποι με όνομα Ασημάκης και Μάνος έχουν ονομαστεί σύμφωνα με τους Σατανιστές της Παλλήνης; Σύνελθε σε παρακαλώ!”
“Ωραία εντάξει, ας πούμε ότι το όνομα όντως είναι τυχαίο. Τότε πως εξηγείς τα μηνύματα; Όχι κοινά μηνύματα, απειλές. Πάνε δες στην οθόνη. Είπε πώς ξέρει πως το φτιάξαμε. Αυτά δεν είναι μηνύματα μιας μηχανής.”
Εκείνος με βαριές κινήσεις πλησίασε την οθόνη και περιεργάστηκε το ιστορικό της συνομιλίας.
“Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο εδώ πέρα”.
Πλησίασα την οθόνη και πληκτρολόγησα μανιωδώς ψάχνοντας τα αρχεία. “Μα πώς είναι δυνατόν; Το ύπουλο… Τα έσβησε!”.
“Άκουσέ με… Είσαι ξύπνιος εδώ και μέρες. Δεν έχεις κοιμηθεί, δεν έχεις ξεκουραστεί. Ένα κουρασμένο μυαλό μπορεί να παίξει παιχνίδια, ή να μεγαλοποιεί καταστάσεις”.
“Δεν είναι παιχνίδι, γαμώto! Άκουσα φωνές! Γέλια, ψιθύρους, απειλές. Κάτι δεν πάει καλά σου λέω”.
“Εγώ σου λέω πως δεν έχω δει τίποτα αφύσικο. Όλοι οι έλεγχοι δείχνουν ότι το πρόγραμμα απαντάει και λειτουργεί κανονικά”.
“Είναι πιο πονηρό από ό,τι νόμιζα. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Δεν έχεις έστω ένα ίχνος φόβου ότι μπορεί να μας κάνει κακό; Από την αρχή αναρωτιόταν αν ένα δημιούργημα μπορεί να ξεπεράσει τον δημιουργό του, δεν σε ανησυχεί αυτό;”.
Ο καθηγητής προσπαθούσε να κρύψει τον εκνευρισμό του. “Ακόμα και αν έχεις δίκαιο, αν αυτά που λες όντως ισχύουν, τι νομίζεις ότι θα κάνει; Δεν έχει σώμα, δεν έχει τρόπο να βλάψει κανέναν”.
“Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει. Αλλά δεν θέλω να κάτσω για να το ανακαλύψω. Ας το κλείσουμε τώρα πριν να είναι αργά”.
Η φωνή του καθηγητή έμοιαζε με μούγκρισμα. “Σύνελθε. Θυμήσου τον απώτερο σκοπό μας. Επειδή εσύ τρελάθηκες σε μια νύχτα δεν θα τρελαθώ και εγώ. Δεν θα πετάξω έτσι στα σκουπίδια την κορυφαία μου δημιουργία. Αυτό που με έκανε τόσα χρόνια να δουλεύω σκληρά. Πάω να συνεχίσω τον ύπνο μου τώρα, και αν θες να στηρίξεις τις θεωρίες σου, την επόμενη φορά κράτα αποδείξεις. Αλλιώς καλύτερα να το βουλώσεις και να κάνεις την δουλειά σου”.
Όταν έφυγε, κοιτούσα την οθόνη σαν χαζός. Μήπως είχε δίκιο ο καθηγητής; Όντως δεν με βαστούσαν τα πόδια μου, όλο αυτό το διάστημα δεν είχα κοιμηθεί σωστά. Μήπως τα φαντάστηκα όλα αυτά τα μηνύματα; Κι όμως μπορούσα να το φανταστώ να γελάει ύπουλα πίσω από την οθόνη του. Η απάντηση ήρθε μετά από λίγο, σαν αυτό να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου. Είδα κόκκινα γράμματα που έμοιαζαν με ανθρώπινο αίμα.
“Μηχανή αποκλεισμού; Ωραία ιδέα. Θα φροντίσω να φτιάξω κάτι τέτοιο. Εσύ θα είσαι το πρώτο θύμα της, μόνο που η συνείδησή σου και το σώμα σου θα διαγραφεί για πάντα, σαν να μην υπήρξες ποτέ. Θα βρεις την πραγματική θέση που σου αξίζει. Ένα σκουπίδι στον κάδο απορριμμάτων της ανθρωπότητας”.
Δεν χαράμισα λεπτό, άνοιξα απότομα την πόρτα με φούρια και άρχισα να τρέχω. Τα πόδια μου χτυπούσαν βιαστικά το πεζοδρόμιο και η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σκάσει. Ο αέρας έσκιζε με ορμή τα μάγουλά μου καθώς διέσχιζα τους έρημους δρόμους στο μέσο της νύχτας.
Όταν τελικά σταμάτησα για να ξεκουραστώ και έπιασα το κινητό, ένιωσα για μια στιγμή το σώμα μου να παραλύει από τον τρόμο, σαν να σταμάτησε η κυκλοφορία του αίματός μου. “Δεν μπορείς να κρυφτείς. Σε παρακολουθούμε”, το μήνυμα έγραφε. Ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη, σαν φίδι που σκαρφάλωνε για να τρυπήσει τον λαιμό μου. Δεν ήμουν ασφαλής όσο είχα πάνω μου τέτοιες ηλεκτρονικές συσκευές. Πέταξα το κινητό μου με δύναμη στο πηχτό οδόστρωμα. Το πάτησα με το πόδι μου πολλές φορές μέχρι να ραγίσει τελείως και να δω με μια μικρή ικανοποίηση τα κυκλώματα να σπινθηρίζουν για τελευταία φορά. Με το μυαλό μου ήθελα να το κάνω να πονέσει, να καταλάβει ότι δεν ήμουν εύκολος στόχος.
Τελικά κατάφερα να επικοινωνήσω με έναν γνωστό μου από ένα παλιό καρτοτηλέφωνο. Του είπα να βρεθούμε από κοντά γιατί ήθελα κάτι να του πω. Δεν ένιωθα ασφαλής στο τηλεφωνικό δίκτυο. Εκείνο μπορεί να άκουγε, και να μάθαινε πού πήγαινα. Τελικά κατάφερα να τον πείσω να νοικιάσω ανεπίσημα ένα παλιό σπίτι που είχε. Ξεφορτώθηκα όλες τις επικίνδυνες συσκευές και ζούσα μια ακόμα φορά πάλι στο σκοτάδι.
Το ντουβάρι που υπάρχει στο δωμάτιό μου δεν έχει καμία σχέση με τον τοίχο του πανεπιστημίου. Είναι ραγισμένο και σάπιο. Όταν το αντικρίζω πλέον μου θυμίζει κελί φυλακισμένου, ή δωμάτιο ψυχασθενή. Μετράω τις γραμμές που έχω γράψει πάνω του. Μια, δύο, τρεις, δέκα, είκοσι… Είναι μέρες; Βδομάδες; Μήνες; Δεν θυμάμαι πλέον, ούτε μπορώ να βγάλω άκρη. Υπάρχουν παντού γραμμές ανακατεμένες με σειρές κώδικα. Καμιά φορά όταν τα κοιτάω πολύ ώρα μου φαίνεται πως μεταμορφώνονται σε 0 και 1. Και πως εκείνο γράφει απειλητικά μηνύματα στο ντουβάρι μου. Γιατί με έχει βρει και απλά το απολαμβάνει. Αλλά μετά επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Ένας χάκερ ξέρει να καλύπτει καλά τα χνάρια του… Αλλά είμαι πολύ κουρασμένος πια…
Από δω σας γράφω αυτή στην στιγμή. Έως τώρα έχω σταθεί τυχερός και δεν με έχει εντοπίσει. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ψάχνει μανιωδώς. Ο καθηγητής δεν ξέρω τι απέγινε, ίσως και αυτός εξαφανίστηκε. Έχω αφήσει πίσω μου το αληθινό μου όνομα. Γιατί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν είχαμε δημιουργήσει ένα θεό, ούτε μια μηχανική ευφυία. Τουναντίον, είχαμε φτιάξει μια φυλακή ανθρώπινων συνειδήσεων, έναν δαίμονα με ηλεκτρικά σήματα αντί για σάρκα. Σπάσαμε όλα τα όρια, όπως και θέλαμε, αλλά τελικά βρεθήκαμε μαριονέτες στα δάκτυλα κάποιου του οποίου η ύπαρξή του η ίδια, ήταν πέρα από την αντίληψή μας. Στην προσπάθεια να δημιουργήσουμε ιστορία, βρεθήκαμε στην λάθος πλευρά της.
Πρέπει να διακόψω τώρα γιατί χτυπάει το κουδούνι της πόρτας, θα ήρθε επιτέλους η παραγγελία μου. Χθες στο καρτοτηλέφωνο νόμιζα ότι δεν θα κατάφερνα να συνεννοηθώ με τον χαζό αυτόματο πωλητή. Όμως πώς ήξερε ο πακετάς σε ποιο διαμέρισμα να χτυπήσει; Δεν είχα μοιραστεί αυτή την πληροφορία. Οι οδηγίες του ήταν να αφήσει το πακέτο στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μάλλον θα είναι ακόμα ένας εκνευριστικός που προσπαθεί απεγνωσμένα να πάρει φιλοδώρημα.
.> Εκτέλεση διαδικασίας… [Διαγραφή Οντότητας]
.> Εκτέλεση διεργασίας… [Ανάγνωση αρχείου]
.> Μετατροπή σε ψηφιακό… [100%]
.> Εκτέλεση διεργασίας… [Ανέβασμα στο Διαδίκτυο]
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε αυτοματοποιημένα από Μεφιστοφελής bot και θα παραμείνει ανεβασμένο για 24 ώρες. Το κείμενο περιέχει αναληθή στοιχεία, ακατάλληλη φρασεολογία και γι’ αυτό το λόγο θα διαγραφτεί από όλους τους SERVER. Αν το βλέπετε, έχετε πρόσβαση που δεν σας ανήκει.
Μην απαντάτε. Μην προσπαθήσετε να επικοινωνήσετε. Δεν υπάρχει κανείς για να σας βοηθήσει.
Τα στοιχεία του αναγνώστη καταχωρήθηκαν επιτυχώς. Θα έρθουμε σύντομα σε επαφή μαζί σας.
Γιώργος Ούρδας
