Λάθος (;) απόφαση – 2

Προηγούμενο

Ο Τόλης έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας και κάνοντας μια πολύ επικίνδυνη αναστροφή, κατευθύνθηκε προς την εκκλησία.
Φτάνοντας, παρατήρησε ότι η Ρέα δεν ήταν εκεί και μια μικρή φωτιά ελπίδας άναψε μέσα του, την οποία, μέχρι να βγάλει το κράνος, είχε σβήσει μια για πάντα ο Βαγγέλης, που στάθηκε με την ανθοδέσμη στα χέρια δίπλα του
“Κάνε πίσω! Η Ρέα είναι δικιά μου!”, του είπε κοιτάζοντάς τον με μαύρα μάτια όλο μίσος. Ο Τόλης δεν απάντησε τίποτα. Ξαναφόρεσε το κράνος και χάθηκε μια για πάντα.

30 χρόνια μετά…
Η Παναγιώτα έκανε μια γρήγορη στάση στο κυλικείο της Ιατρικής Σχολής για να πάρει ένα μπουκάλι παγωμένο νερό. Το εαρινό εξάμηνο είχε ξεκινήσει και όντας στο τελευταίο έτος ανυπομονούσε να τελειώσει για να πάρει την ειδικότητα και να ξεκινήσει το αγροτικό της. Πλήρωσε και έστριψε αριστερά για να ανέβει τις σκάλες προς την αίθουσα εξετάσεων, όταν μια φιγούρα μπροστά της την σταμάτησε:
“Εσύ είσαι η δύσκολη”, της είπε ένας ψηλός, μελαχρινός άντρας με άσπρη στολή και γαλόνια.
“Ορίστε;”, ρώτησε η Παναγιώτα στην προσπάθειά της να μην δείξει το πόσο την ενθουσίασε το θέαμα
“Εσύ είσαι η δύσκολη από το μπαρ στην Αλεξανδρούπολη. Όταν όλες οι φίλες σου σηκώθηκαν και πήγαν να πιούν ποτό με τους άγνωστους άντρες που τις φλέρταραν, εσύ έκατσες στο τραπέζι και με πυγμή είπες :”Εγώ ήρθα μέχρι εδώ πάνω για να περάσω ένα τριήμερο μαζί σας, όχι με λιγούρια! Κάντε ό,τι θέλετε, εγώ δεν πάω πουθενά!” και την έβγαλες όλη νύχτα με το ποτό σου μόνη. Σε είχα παρατηρήσει από τη στιγμή που μπήκατε στο μπαρ, αλλά αυτή η απόφασή σου να μην ρίξεις την αξιοπρέπειά σου, σε ανέβασε στα μάτια μου”.

Η Παναγιώτα τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Όντως είχαν γίνει όλα αυτά τον χειμώνα σε ένα μπαρ στην Αλεξανδρούπολη! Είχε τρομάξει και ταυτόχρονα κολακευτεί από όσα άκουγε. Ωστόσο, διατήρησε την ψυχραιμία της και τον ρώτησε:
“Και τι θέλετε τώρα από εμένα;”
“Ε όχι και πληθυντικό! Πόσο χρονών είσαι;”
“Αχ σας παρακαλώ, δίνω μάθημα, μην με καθυστερείτε!”
“Καλώς. Εγώ θα σας επιτηρώ, οπότε με την λήξη της εξέτασης θα περιμένω να συνεχίσουμε την κουβέντα μας”

Η Παναγιώτα έσκυψε κατακόκκινη το κεφάλι και με ταχύ βήμα έφτασε στην αίθουσα. Έκατσε τελευταίο έδρανο, γωνία, για να μην φαίνεται, όσο γίνεται, και κυρίως για να μην της περάσει από το μυαλό να τον κοιτάξει!

Μετά από τρεις ώρες παρέδωσε αρκετά ικανοποιημένη το γραπτό της. Ο άγνωστος άντρας με την λευκή στολή την συνόδευσε έξω χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του, της κράτησε το χέρι για να μην φύγει.
“Θα μπορούσα να έχω το όνομά σου;”
“Πολύ επίμονος είστε!”
“Άντε πάλι ο πληθυντικός! Λοιπόν, θα ξεκινήσω εγώ. Ονομάζομαι Δημοσθένης Νικολάου και μόλις πήρα την ειδικότητά μου ως ψυχίατρος στο Πολεμικό Ναυτικό. Σειρά σου τώρα”, της είπε με χαμόγελο
“Νικολάου;”, ρώτησε σχεδόν χλωμή η Παναγιώτα
“Τι κακό έχεις ακούσει για μένα;”
“Τον πατέρα σου πώς τον λένε;”, ρώτησε αφήνοντας τις ευγένειες κατά μέρος
“Αποστόλη”
“Πρέπει να φύγω οπωσδήποτε τώρα!”, είπε η Παναγιώτα και έτρεξε προς την έξοδο. Ο Δημοσθένης είχε κάτσει ακίνητος και την κοίταζε που απομακρυνόταν. Είχε βάλει, όμως, στόχο να την ξαναδεί!

Η Παναγιώτα έφτασε σπίτι και μπαίνοντας μέσα πήρε μια μεγάλη αγκαλιά την μητέρα της, η οποία είχε στρώσει τραπέζι. Ήταν σίγουρη ότι η κόρη της είχε πετύχει στο μάθημα και γι’αυτό είχε φτιάξει το αγαπημένο της φαγητό, μακαρόνια με κιμά. Έκατσαν, λοιπόν, και άρχισαν να μοιράζονται τα νέα τους. Η μητέρα της τής εξιστόρησε ένα αστείο περιστατικό που συνέβη στη δουλειά και γενικά η ατμόσφαιρα ήταν πολύ χαλαρή, μέχρι που η Παναγιώτα έφερε στη συζήτηση τον πατέρα της.
“Αγάπη μου, στα έχω πει όλα. Μην με ρωτάς ξανά τα ίδια. Με τον πατέρα σου προσπαθήσαμε πολύ να είμαστε μαζί, είσαι το σπλάχνο μας και σε αγαπάμε, είναι ο μπαμπάς σου και τον εκτιμώ, αλλά…”
“Ο Αποστόλης”, είπε απότομα η Παναγιώτα
“Ναι, ο Τόλης…”
“Ο Νικολάου”
Η μητέρα της την κοίταξε με απορία.
“Δεν σου έχω πει ποτέ το επίθετό του”
Η Παναγιώτα χαμήλωσε το βλέμμα της.
“Βρήκα, μια μέρα που έψαχνα κάτι σκουλαρίκια σου να βάλω, τις καρτ ποστάλ που σου έστελνε… Δεν απάντησες ποτέ;”

Η Ρέα έκατσε ξανά στην καρέκλα “Αυτές ήταν από όταν ήμασταν ακόμα… φίλοι”
“Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν έχει προχωρήσει; Αν έχει κάνει παιδιά;”
“Έχω αποφασίσει σαν μαμά να μην σου κρύβω τίποτα, αλλά, ειλικρινά αυτή η συζήτηση δεν είναι της παρούσης”
“Μια τελευταία ερώτηση. Το υπόσχομαι. Αν σου δινόταν η ευκαιρία να τον ξαναδείς, θα το έκανες;”
“Όχι”, απάντησε με βουρκωμένα μάτια η Ρέα και μάζεψε τα πιάτα από το τραπέζι. Η Παναγιώτα δεν συνέχισε την συζήτηση. Πήρε μια δυνατή αγκαλιά την μαμά της και πήγε να ξεκουραστεί. Πριν ξαπλώσει πήρε τηλέφωνο και τον πατέρα της, με τον οποίον υποσχέθηκαν να πάνε ένα Σαββατοκύριακο εκδρομή.
Η Ρέα και ο Βαγγέλης είχαν καταφέρει να παραμείνουν γονείς, αν και ποτέ δεν τους ένωσε η αγάπη τελικά, αλλά η ασφάλεια…

Η μέρα της ορκομωσίας έφτασε για την Παναγιώτα και προς μεγάλη της χαρά ήταν και οι δύο γονείς της εκεί. Η ίδια είχε ντυθεί στα λευκά και είχε επιλέξει χρυσά αξεσουάρ. Με το τέλος της απονομής των πτυχίων, βγήκαν όλοι μαζί από την αίθουσα και αφού αγκαλιάστηκε με τις συμφοιτήτριές της – πια συναδέλφους – μια γνώριμη αντρική φωνή της ευχήθηκε “Καλή σταδιοδρομία”. Η Παναγιώτα γύρισε διστακτικά το κεφάλι της και είδε τον Δημοσθένη.
“Μπορεί να μην μου είπες ποτέ το όνομά σου, Παναγιώτα Χάλαρη, αλλά εγώ έμαθα και σήμερα ήρθα να σε καμαρώσω”

Οι κοπέλες κοίταζαν μια τον γοητευτικό άντρα με το κουστούμι, μια την Παναγιώτα, ενώ και οι γονείς της παρακολουθούσαν με απορία.
“Σας ευχαριστώ πολύ”, είπε και του έδωσε το χέρι για να μην ξεκινήσουν οι ερωτήσεις
“Θα σε περιμένω από αύριο στο Ναυτικό Νοσοκομείο. Έχω κάποιες καλές συστάσεις για σένα”
“Δεν χρειάζεται…”
“Επιμένω”, της απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο και της έδωσε ένα χαρτάκι με τα στοιχεία του. Εκείνη το πήρε όπως-όπως και κατευθύνθηκε προς τους γονείς της, στους οποίους πρότεινε να πάνε σε ένα γνωστό εστιατόριο εκεί κοντά για να τους κεράσει για την επιτυχία της.

Άμα επέστρεψαν σπίτι, η Ρέα δεν κρατήθηκε άλλο και την ρώτησε ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε και τι της έδωσε. Μιας και τα μοιράζονταν όλα, η Παναγιώτα της είπε ποιος ήταν, χωρίς να αποκαλύψει το επίθετό του. Η μητέρα της την προέτρεψε να μην χάσει τέτοια ευκαιρία καριέρας κι έτσι η επόμενη μέρα την βρήκε στην “διαλογή” του νοσοκομείου. Μόλις είπε το όνομά της, η γραμματέας την κατηύθυνε προς το γραφείο του Δημοσθένη.

Κατακόκκινη τον καλημέρισε.
“Καλημέρα”, της είπε και το πρόσωπό του φώτισε. “Έλα, πέρνα!” , την προέτρεψε και της σύστησε τους γιατρούς που ήταν στο χώρο. Τους μίλησε με τα καλύτερα λόγια για εκείνη. Μάλιστα της έγινε ήδη πρόταση να ξεκινήσει την ειδικότητά της, ως οδοντίατρος, στο Νοσοκομείο.

Στο τέλος της ημέρας, ο Δημοσθένης της ζήτησε να πάνε για φαγητό, κάτι το οποίο δεν ήθελε να του αρνηθεί και για τη βοήθεια που της προσέφερε και γιατί επιθυμούσε να τον γνωρίσει καλύτερα.
“Λοιπόν, συνάδελφε; Θα μου αποκαλύψεις τίποτε άλλο για σένα ή θα τα πω όλα εγώ;”
“Τι έρευνα έχεις κάνει πια;”, του είπε χαριτολογώντας, ενώ κοίταζε τον κατάλογο

Ο Δημοσθένης την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Η Παναγιώτα σήκωσε το βλέμμα της και τότε την ρώτησε το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει.
“Αφού δεν τα βρήκαν οι γονείς μας, τι λες; Θα δώσεις μια ευκαιρία σε μας;”
Η Παναγιώτα στραβοκατάπιε.
“Πού το ξέρεις;”, τον ρώτησε δειλά
“Σου είπα, θα ψάξω για σένα και το έκανα”
“Δεν νιώθεις άσχημα με όσα έκανε η μητέρα μου στον πατέρα σου;”
“Ο πατέρας μου ζει ευτυχισμένος στην επαρχία με την μητέρα μου, την Μάρα. Μια φορά μου μίλησε για έναν άνθρωπο που αγάπησε πολύ και τον πόνεσε και χιλιάδες για την αγάπη που ένωσε την σπασμένη του καρδιά, την μητέρα μου”
“Είδες; Το λες και μόνος σου. Και τέλος πάντων δεν μπορώ να σου απαντήσω κάτι τώρα. Μόλις σε γνώρισα. Άσε που με τέτοιο παρελθόν ανάμεσά μας θα νιώθω άβολα και μόνο που θα δουλεύουμε στον ίδιο χώρο…”

Ο Δημοσθένης της έσφιξε το χέρι.
“Άκου να δεις! Τα λάθη των γονιών μας δεν πρέπει να καθορίζουν τις αποφάσεις μας. Σε είδα στο κυλικείο της Σχολής και μου κόπηκε η ανάσα ρε Παναγιώτα. Πώς να στο πω; Νομίζω μετά από τέτοια εξομολόγηση, μια ευκαιρία την δικαιούμαι”
Η Παναγιώτα γέλασε.
“Λες εμείς να πάρουμε τη σωστή απόφαση;”
“Ποιος ξέρει”, της απάντησε ο Δημοσθένης και ένωσαν τα δάχτυλά τους

Αγγελική Ανδριοπούλου

ΤΕΛΟΣ

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading