Είσαι μόνο δική μου

Ο Ανέστης τράβηξε απότομα χειρόφρενο και σταμάτησε δίπλα στην Ειρήνη. Άνοιξε αστραπιαία την πόρτα, με δύο μεγάλα βήματα βρέθηκε δίπλα της, την έπιασε από το μπράτσο, την έσπρωξε στη θέση του συνοδηγού και βρόντηξε την πόρτα. Μπήκε το ίδιο γρήγορα μέσα και με μηχανικές κινήσεις κατέβασε το χειρόφρενο και τις ασφάλειες, έβαλε πρώτη, πάτησε γκάζι και πολύ σύντομα βρίσκονταν πάνω στην παραλιακή λεωφόρο με την πέμπτη ταχύτητα ‘κουμπωμένη’ και το πόδι του Ανέστη σταθερά στο γκάζι. Κανείς από τους δύο δεν μιλούσε. Εκείνος είχε καρφωμένο το βλέμμα στον δρόμο και η Ειρήνη έτριβε διακριτικά τον αριστερό της ώμο, αφού από την ένταση με την οποία την τράβηξε ο Ανέστης ένιωσε σαν να μούδιασε!

Η πρώτη κουβέντα που αντάλλαξαν ήταν όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο σε έναν χαλικωτό δρόμο, που κάτω υπήρχε γκρεμός και απέναντι θάλασσα.
“Βγες έξω!”, της είπε με την βαριά του φωνή. Η Ειρήνη άφησε την τσάντα της στα πόδια του συνοδηγού και περίμενε να ανεβάσει τις ασφάλειες, ώστε να ανοίξει την πόρτα και να βγει.
Έσβησε τα φώτα και κατέβηκε κι εκείνος. Περπάτησε προς το χείλος του γκρεμού κι εκεί στάθηκε.

Η Ειρήνη κοίταζε την πλάτη του και ανάμεικτα συναισθήματα την είχαν κατακλύσει. Φόβος και άγχος, εξαιτίας της στάσης του, ενθουσιασμός και ανυπομονησία για το τι θα συμβεί, αφού πίστευε ότι την είχε ξεχάσει τελείως μετά την τελευταία τους συνάντηση πριν μερικά βράδια.

Ο Ανέστης άναψε ένα τσιγάρο και αφού φύσηξε τον καπνό, γύρισε και την κοίταξε. Κάρφωσε το βλέμμα του για λίγο στα μάτια της. Μέχρι να τελειώσει το τσιγάρο την εξέταζε από απόσταση και η Ειρήνη ένιωθε ότι την έγδυνε με τα μάτια του. Αφού το πέταξε κάτω, την πλησίασε. Είχε ξεχάσει πόσο ψηλός και γεροδεμένος ήταν, κάτι που της το υπενθύμισε το χέρι του στον σβέρκο της. Άρπαξε την τούφα από τα μαλλιά που βρίσκεται στο κάτω μέρος του κεφαλιού και έφερε το πρόσωπό της σε απόσταση αναπνοής από το δικό του. Η Ειρήνη ένιωθε την ανάσα του που μύριζε περισσότερο κάτι σαν τσίχλα, πάρα τσιγάρο.

“Γιατί το έκανες αυτό;”, την ρώτησε ψιθυριστά
“Τι έκανα;”, κατάφερε και είπε η Ειρήνη
“Σε είδα χτες βράδυ στο κλαμπ. Μιλούσες με άλλον”, συνέχισε στον ίδιο αυστηρό τόνο, αλλά χωρίς να φωνάζει
“Εξαφανίστηκες χωρίς να πεις τίποτα. Έμαθα μόνο το όνομά σου”
“Κανείς λάθος, έμαθες πολλά για μένα. Μιλήσαμε. Και μετά… Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Χτες, δεν ξέρω πώς κρατήθηκα και δεν τον σκότωσα!”

Ο Ανέστης, φανερά δυσαρεστημένος, πήρε το χέρι του από τα μαλλιά της και έκανε ένα βήμα πίσω. Τότε η Ειρήνη αποφάσισε να προσπαθήσει να μιλήσει μαζί του και να καταλάβει τι συμβαίνει. Πώς η περιπέτεια μιας βραδιάς είχε καταλήξει εδώ. Είχε απέναντί της έναν άντρα που την ιντρίγκαρε τόσο πολύ, που είχε απορήσει μέχρι και με τον εαυτό της. Αντί να φοβάται, ένιωθε μια ικανοποίηση μέσα της!

“Πώς βρέθηκες έξω από τη δουλειά μου σήμερα;”, τον ρώτησε, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της
“Τυχαία”
“Πιστεύεις ότι όσα έκανες είναι σωστά; Κάποια άλλη στη θέση μου θα ούρλιαζε έτσι όπως με πέταξες μέσα στο αυτοκίνητο. Θα καλούσε την αστυνομία στο μέρος που μας έχεις φέρει”
“Δεν είσαι, όμως, κάποια άλλη”, της απάντησε και βρέθηκε πάλι μπροστά της. “Είσαι η Ειρήνη και είσαι δική μου”

Η Ειρήνη τον κοίταξε με απορία και έκπληξη.
“Από πού κι ως πού;”, ρώτησε με τόσο θάρρος που ούτε η ίδια ήξερε πού το είχε κρυμμένο
“Από τη στιγμή που αυτά τα μαύρα μάτια με κοίταξαν…” και πέρασε τον αντίχειρά του πάνω από το δεξί της φρύδι “…αυτά τα χείλη ακούμπησαν το κορμί μου” και ακούμπησε με τον δείκτη το κάτω χείλος της “…αυτό το στήθος ακούμπησε στο δικό μου…” και άρχισε να της ξεκουμπώνει το πουκάμισο “… αυτή η πλάτη έγινε η καλύτερη θέα που έχω αντικρίσει ποτέ” και αφού χάιδεψε την κοιλιά της και όλη την πλάτη της από κάτω προς τα πάνω, ακουμπώντας τις παλάμες του στην πλάτη της, την κόλλησε πάνω του “…μπορώ να συνεχίσω αν θες…”, της είπε με τη μπάσα φωνή του στο αυτί της και η Ειρήνη ένιωθε ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω. Μόνο εκείνη και ο Ανέστης.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και τότε της ξεκούμπωσε το παντελόνι και πέρασε το χέρι του μέσα από το εσώρουχό της “…αυτό το βογκητό έγινε ο καλύτερος ήχος που άκουσα ποτέ”
Η Ειρήνη τον αγκάλιασε και δάγκωσε τον λαιμό του στην προσπάθειά της να μην φωνάξει πιο δυνατά.

Με ένα βήμα βρέθηκε πάνω στο καπό. Της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο, ενώ την πρόσταξε να βγάλει τα παπούτσια, το σουτιέν και να μείνει μόνο με το πουκάμισο. Η Ειρήνη, σαν μαγεμένη, υπάκουσε, χωρίς να παίρνει ο ένας τα μάτια του από τον άλλον. Μόνο όταν έμεινε γυμνή και ξαπλωμένη πάνω στο αυτοκίνητο τα μάτια του γυάλιζαν στο θέαμα.
“Εσύ έτσι θα μείνεις;”, του είπε ενώ ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε

Ο Ανέστης έβγαλε την μπλούζα του. Το θέαμα την έκανε να τρελαθεί ακόμα περισσότερο. Γυμνασμένο στήθος, κοιλιακοί και ένα τατουάζ που ξεκινούσε από την άκρη του λαιμού και κατέληγε στον καρπό του αριστερού του χεριού. Έπειτα, άνοιξε τη ζώνη και το φερμουάρ του παντελονιού του. Την πλησίασε και άρχισε να την φιλάει παντού. Η Ειρήνη έβγαζε κραυγές ηδονής, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν ότι είναι σε ανοιχτό χώρο. Μέχρι που τον σταμάτησε. Ο Ανέστης την κοίταξε αυστηρά.
“Σε παρακαλώ, μπες”, του είπε ξεψυχισμένα και εκείνος χαμογέλασε
“Πρέπει να με παρακαλέσεις κι άλλο”, της είπε και συνέχισε να περνάει τα χείλη του από κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Η Ειρήνη τον παρακαλούσε ξανά και ξανά μέχρι που ούτε ο ίδιος μπορούσε να κρατηθεί άλλο και μπήκε απότομα μέσα της. Εκείνη ούρλιαξε. Τότε την άρπαξε και την γύρισε μπρούμυτα. Πέρασε τα δάχτυλα του ενός χεριού μέσα στα μαλλιά της και συνέχισε με δυνατές κινήσεις, κρατώντας την λεκάνη της, να τραντάζει το κορμί της πάνω στο αυτοκίνητο. Κι εκείνη δεν ήθελε να σταματήσει ποτέ!

Όταν τελείωσαν όλα, ο Ανέστης δεν την άφησε να ντυθεί μόνη της. Ήθελε να της βάλει ξανά ο ίδιος και τα εσώρουχα και τα ρούχα και τα παπούτσια. Την φίλησε στο μέτωπο και την ρώτησε ακουμπώντας τα χείλη του στο αυτί της:
“Κατάλαβες γιατί είσαι μόνο δική μου και θα κάνεις ό,τι λέω εγώ;”
“Ναι”, απάντησε ξεψυχισμένα η Ειρήνη
“Πες το”
“Είμαι μόνο δική σου”

Ο Ανέστης χαμογέλασε και της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Σε όλη την διαδρομή δεν είχε αφήσει το χέρι της. Όταν έφτασαν κάτω από το σπίτι της, της υποσχέθηκε πως η επόμενη μέρα θα ήταν ακόμα πιο περιπετειώδης, την φίλησε στο στόμα και της έδωσε ένα πούπουλο στο χέρι.
“Αυτό, σαν στοιχείο”, της είπε με πονηρό ύφος
Η Ειρήνη χαμογέλασε, το έσφιξε στην παλάμη της και βγήκε από το αυτοκίνητο.

Είχε συναντήσει διάφορους άντρες στη ζωή της, αλλά σαν τον Ανέστη, κανέναν. Ένα νέο κεφάλαιο στην ερωτική της ζωή μόλις άνοιξε και έμελλε να είναι μοναδικό…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading