Ίσως σε κάποια άλλη ζωή να κοιτάζουμε μαζί τον ουρανό κάθε βράδυ, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πεφταστέρια. Και κάθε φορά που θα βρίσκεις ένα, θα σε ρωτώ τι ευχή έκανες. Εσύ θα χαμογελάς σιωπηλά, κρατώντας το τάχα μυστικό, κι εγώ θα γελώ, κοιτώντας σε παραπονιάρικα. Μετά θα με φιλάς τρυφερά, κι εγώ θα ξεχνώ τι ήθελα να μάθω. Ίσως, σε εκείνη τη ζωή, να ανοίγω κάθε πρωί το παντζούρι για να πλημμυρίζει το δωμάτιο φως διάχυτο. Κι εσύ να βρίσκεσαι δίπλα μου. Κι εγώ να νιώθω όταν σε κοιτώ, κάπως ευλογημένη.
Σε κάποια άλλη ζωή, δε θα μας νοιάζουν τα επουσιώδη. Δε θα υπεραναλύουμε — θα στηριζόμαστε μονάχα σ’ αυτό που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον. Θα είμαστε απαλλαγμένοι από φόβους κι ανασφάλειες. Ίσως να γνωριστούμε και νωρίτερα. Τότε, θα είμαστε άφθαρτοι από την κακεντρέχεια και την υποκρισία του κόσμου, θα αντιμετωπίσουμε ο ένας τον άλλον αμερόληπτα εξ αρχής. Δε θα αναλύω τις κινήσεις σου, τον τόνο της φωνής σου, το γνήσιο ή όχι του χαμόγελού σου. Θα απολαμβάνω απλώς την επαφή, την παρέα σου κι εσύ τη δική μου.
Σε μια άλλη ζωή, θα μου μάθεις την αγάπη κι εγώ… θα σε καλωσορίσω στον κόσμο μου, να τον σεργιανήσεις και να τον ζεστάνεις με το φως των ματιών σου. Σε μια άλλη ζωή, θα ακούω το όνομά σου και θα χαμογελώ. Ίσως να γράψω για σένα ιστορίες αγάπης, που θα κοσμούν τετράδια, βιβλία, περιοδικά. Μα τώρα… το όνομά σου κοσμεί μόνο κάτι μουντζουρωμένα στιχάκια, κρυμμένα στο συρτάρι μου. Μουντζουρωμένα — γιατί ντρέπομαι… μην τα βρει κάποιος και μάθει πως σπατάλησα τόσο μελάνι για έναν αδιέξοδο έρωτα. Αδιέξοδο…
Σε μια άλλη ζωή, δεν θα υπάρχουν αδιέξοδα, αγάπη μου. Μόνο ένας μακρύς, ασφαλτοστρωμένος δρόμος να τον διασχίσουμε μαζί, χέρι-χέρι.
Μα φοβάμαι πως άλλη ζωή δεν υπάρχει. Και όλα τελειώνουν εδώ, στον κόσμο αυτό. Φοβάμαι πως η δεύτερη ζωή είναι επινόηση των συγγραφέων και των ποιητών, για να παρηγορούν τον εαυτό τους για τα ανεκπλήρωτα πάθη τους. Φοβάμαι πως το μόνο που έχουμε είναι το σήμερα —κι είμαστε αρκετά δειλοί για να το αδράξουμε. Φοβάμαι πως αφήνουμε το χθες να διαβρώσει το σήμερα. Πως διαφυλάττουμε τον εγωισμό μας για να μη νιώσουμε ταπεινωμένοι αύριο —μα έτσι γινόμαστε απλώς αυτοκαταστροφικοί.
Φοβάμαι πως ο εγωισμός μας στερεί τόσα πολλά. Κι εθιζόμαστε στην ασφάλεια τόσο, που ξεχνάμε πως υπάρχουν κι άλλα χρώματα εκτός από το ουδέτερο γκρι. Ξεχνάμε πως υπάρχουν κι άλλα όμορφα χαρούμενα χρώματα και πόση ανάγκη τα έχουμε. Όμως, φοβάμαι ότι θα είμαι αρκετά δειλή για να αρπάξω τα πινέλα και να γεμίσω τον καμβά της ζωής μου με αυτά κι εσύ… ίσως απλώς με κοιτάς παθητικά. Γιατί δεν έχεις καταλάβει ακόμη, πως η ζωή είναι ένας καμβάς που εμείς οι ίδιοι ζωγραφίζουμε.
Δεν έχεις καταλάβει ακόμη πως με ένα σου χάδι ο καμβάς μου θα γέμιζε με τα χρώματα της αυγής, σαν να ανατέλλει η ευτυχία στη ζωή μου. Δεν έχεις καταλάβει πως το χαμόγελο σου σκορπίζει στον καμβά μου, ηλιαχτίδες κι όταν δεν το βλέπω μένει στο γκρι.
Δεν έχεις καταλάβει… Κι εγώ είμαι τόσο δειλή για να σου τα πω…
Ιωάννα Χαντζαρά
