Το δόλωμα

Η Δέσποινα Αντωνίου ήταν πάντα ένα κορίτσι με μεγάλη καρδιά. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα, μια πόλη όπου το καρναβάλι και ο καφές στο χέρι, κατέληξαν να είναι τα πιο σταθερά σημεία αναφοράς που έχει να επιδείξει η σύγχρονη οικονομία της. Όταν αποφοίτησε με άριστα από το μεταπτυχιακό της στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, το 2012, είχε όνειρα, φιλοδοξίες και μηδενικές προοπτικές απασχόλησης. Ήταν η εποχή της μεγάλης κρίσης – τα βιογραφικά πετιούνταν στα σκουπίδια σαν διαφημιστικά φυλλάδια συνοικιακών πιτογυράδικων.

Ένα πρωινό στα τέλη Σεπτέμβρη, χαζεύοντας με συγκρατημένη απελπισία τις αγγελίες εργασίας στη Χρυσή Ευκαιρία, που μόνο χρυσές ευκαιρίες δεν ήταν, ένιωσε το κινητό της να δονείται από ένα ένα email.
«Ζάκι Γουάιτ» ήταν η αποστολέας – ή αλλιώς Ζαχαρούλα Γουλιατσάτου, πρώτη ξαδέλφη της από τη μεριά της μάνας της, κόρη της θείας Γεωργίας που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική το ’69 μαζί με τον Κεφαλλονίτη σύζυγό της και είχε γίνει καθώς πρέπει επιχειρηματίας. Τρεις κόρες είχε αποκτήσει η θεία Γεωργία στην Αμερική, με τη Ζάκι να είναι η μεγαλύτερη και το πιο «κρύο αίμα». Ανύπαντρη εκ πεποιθήσεως και όχι λόγω έλλειψης ευκαιριών, άξιο τέκνο της ελληνικής κοινότητας της Αστόρια και πλέον στο τιμόνι της οικογενειακής επιχείρησης.

«Μπα, μπα!» σκέφτηκε από μέσα της η Δέσποινα πριν καν ανοίξει το email. «Πώς και μας θυμήθηκε η Ζαχαρούλα, Σεπτεμβριάτικο; Αυτή μόνο όταν πρόκειται να έρθει για κανένα καλοκαιρινό ξεσάλωμα στην Ελλάδα θυμάται πως έχει ξαδέλφια στην ψωροκώσταινα».
Πίνοντας μια γουλιά καφέ και μασουλώντας ένα κουλουράκι, αδιαφόρησε στο αγριοκοίταγμα της μάνας της που την παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού της να σκορπάει σουσάμια στα μαξιλάρια του καναπέ και κλίκαρε πάνω στο μέιλ της ξαδέλφης της.

Με το που διάβασε τις πρώτες γραμμές, το ύφος της σοβάρεψε απότομα. Το σαγόνι της κρέμασε λίγο, ενώ το βλέμμα της σκάλωσε στις λέξεις. Μετά τις τυπικές αβρότητες και τα χίλιο – προβλέψιμα «I miss Greece so bad!» η ξαδέλφη έμπαινε απευθείας στο ψητό.
«Έλα να δουλέψεις σε μένα στην Atlantic Automotive Group. Χρειάζομαι κόσμο έμπιστο στο οικονομικό τμήμα και με το κεφάλι στη θέση του. Και ξέρω πως το δικό σου είναι βιδωμένο γερά στους ώμους σου. Θα σου δώσω καλό μισθό και σπίτι και θα σε βοηθήσω σε ό,τι χρειαστείς για να σταθείς στα πόδια σου στη νέα πραγματικότητα».

Η απόφαση πάρθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Λίγο η οικονομική κρίση, λίγο οι δηλώσεις του μπαμπά της ότι δεν τη σπούδασε για να σερβίρει καφέδες στη Ρήγα Φερραίου για δύο ευρώ την ώρα, έκαμψαν τους όποιους δισταγμούς της και την οδήγησαν στο Ελευθέριος Βενιζέλος με δυο τεράστιες βαλίτσες γεμάτες ρούχα, ταπεράκια της μαμάς της που κατασχέθηκαν όλα ανεξαιρέτως στο τελωνείο και κυρίως αγνό, ελληνικό φιλότιμο.

Ο καιρός κυλούσε γοργά στην καινούρια χώρα και η Δέσποινα, που πλέον είχε γίνει Ντέμπι, έδινε τον καλύτερό της εαυτό καθημερινά, ακόμα κι όταν δεν της το ζητούσαν. Ήταν από αυτούς τους υπαλλήλους που φέρνουν γλυκά χωρίς λόγο, διορθώνουν λάθη άλλων χωρίς να διεκδικούν τα εύσημα και πιστεύουν ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος με λίγη καλοσύνη και πολλή δουλειά. Άλλωστε όπως είπαμε, ήταν ένα κορίτσι με μεγάλη καρδιά. Όμως, αποδείχτηκε ότι τελικά δεν ήταν αυτό το πιο πολύτιμο όργανό της…

Μια μέρα του Μάη, η Ντέμπι είχε δεν είχε συμπληρώσει ένα εξάμηνο στη δουλειά, η Ζάκι την κάλεσε στο γραφείο της και με σκυθρωπό ύφος της εξομολογήθηκε χωρίς περιστροφές: «Έχω πολυκυστική νόσο των νεφρών και χρειάζομαι άμεσα μεταμόσχευση…».

Η Ντέπη, την κοίταξε άφωνη για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα, γεμάτη απορία, άρχισε να τη ρωτά σχετικά με τις επιλογές της. Η Ζάκι περίλυπη της εξήγησε πως οι γονείς της είχαν ήδη ελεγχθεί ως πιθανοί δότες αλλά ήταν δυστυχώς ασύμβατοι. Όσο για τις μικρότερες αδελφές της, η μία εγκυμονούσε και η άλλη ήταν τόσο εγωκεντρική και απορροφημένη στον εαυτό της, που δε χάριζε ούτε τον πυρετό της, όχι νεφρό! Χωρίς να το πολυσκεφτεί, η Ντέμπι αποφάσισε γρήγορα και με οδηγό την καρδιά της όπως είχε κάνει και την προηγούμενη φορά, πριν μερικούς μήνες που είχε πάρει την απόφαση να πάει στην Αμερική.
«Αν ταιριάζουμε, θα σου δώσω το δικό μου νεφρό. Αίμα μου είσαι, δεν μπορώ να σε αφήσω αβοήθητη. Όπως με στήριξες, θα σε στηρίξω» ξεστόμισε αυθόρμητα, όπως θα έλεγε κάποιος «πάρε το παλτό μου να μην κρυώνεις».

Δεν ήταν κουβέντα του αέρα. Ήταν πραγματική προσφορά με κώδικα δωρητή, υπογραφές, εξετάσεις αίματος, και ψυχολογική αξιολόγηση (“είστε σίγουρη ότι θέλετε να το κάνετε αυτό;”).

Η Ντέμπι πέρασε από όλη τη διαδικασία των ελέγχων και σαν καλό κορίτσι που ήταν, τσέκαρε όλα τα κουτάκια. Η συμβατότητα βρέθηκε θετική, τα αντιγόνα τους ταίριαζαν, ο οργανισμός της Ζάκι μπορούσε να δεχτεί το μόσχευμα χωρίς αυξημένο ρίσκο απόρριψης. Ήταν, κατά τους γιατρούς, «δώρο εξ ουρανού» – ή, όπως είπε ένας Ελληνοαμερικάνος νοσηλευτής, «δώρο εξ Ελλάδος». Δώρο ή αντάλλαγμα;

Τι κι αν οι γονείς της από την Ελλάδα πάσχισαν να την αποτρέψουν, τι κι αν την παρακαλούσαν κάθε μέρα στις βιντεοκλήσεις τους να το ξανασκεφτεί, η αίσθηση του καθήκοντος με την οποία την είχαν αναθρέψει ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα της, που υπερέβαινε ακόμα και το ίδιο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Greek philotimo, η λέξη που δεν μεταφράζεται σε καμιά άλλη γλώσσα. Κάτι είχε πάρει το αυτί της ελληνοαμερικάνας ξαδέλφης σχετικά με αυτό και πόνταρε όλες της τις μάρκες πάνω του.
Και πράγματι….«Μπίνγκο!», «Με γειά το καινούριο νεφρό!», «Χάρμα σου πάει!».

Η μεταμόσχευση πέτυχε. Οι γιατροί χειροκροτούσαν ικανοποιημένοι. Η Ζάκι χαμογελούσε ξανά και ανάρρωνε γρήγορα, ανακτώντας τις δυνάμεις της κάθε μέρα και περισσότερο. Η Ντέμπι όμως περνούσε αρκετά πιο δύσκολα. Εμφάνισε γαστρεντερικές διαταραχές, κοιλιακούς πόνους, υπέρταση και υπήρχαν μέρες που δεν την πάλευε χωρίς ισχυρά παυσίπονα.

Παρόλα αυτά, επέστρεψε στη δουλειά μετά από έναν μόλις μήνα. Με ράμματα ακόμα και στην ψυχή, έκοψε την αναρρωτική της άδεια, σηκώθηκε ένα πρωί από το κρεβάτι και πήγε στο γραφείο με το ζόρι, ωθούμενη από το μόνιμο αίσθημα ευθύνης που πάντα τη χαρακτήριζε. Μέρα τη μέρα οι πληγές έκλειναν – εξωτερικά. Γιατί εσωτερικά, κάτι πήγαινε λάθος. Η Ζάκι, που μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν σχεδόν συγκινητική, άρχισε να γίνεται επαγγελματικά ψυχρή. Έπειτα, οι πιέσεις άρχισαν να αυξάνονται. Κάθε της κίνηση ελεγχόταν. Το τμήμα HR της υπενθύμιζε διαρκώς τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της, ενώ κάποια στιγμή της είπαν ξεκάθαρα,
«Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς την κατάσταση της υγείας σου σαν δικαιολογία. Κι άλλοι έχουν κάνει χειρουργείο και δουλεύουν μια χαρά!».

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε λίγο αργότερα, όταν ένα πρωί η Ζάκι, με μια παγερή έκφραση που τίποτα καλό δεν προμήνυε, της ζήτησε να της μιλήσει ιδιαιτέρως στο γραφείο της.
«Κοίτα Ντέμπι, λυπάμαι, αλλά δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας. Δυστυχώς, δεν ανταποκρίνεσαι στις απαιτήσεις της θέσης», της είπε με αποστασιοποιημένο ύφος που θύμιζε υπάλληλο τραπέζης που σου ανακοινώνει πως δεν σου εγκρίθηκε το στεγαστικό.

Η Ντέπη δεν μίλησε. Μόνο χαμογέλασε, σήκωσε την μπλούζα της να φανούν τα ράμματα, και ψιθύρισε:
«Εντάξει ξαδέρφη… Το αίμα νερό δεν γίνεται. Σου έδωσα ένα κομμάτι από τον εαυτό μου, χωρίς να περιμένω ανταλλάγματα. Ελπίζω το νεφρό μου που το κουβαλάς μέσα σου, να σε αφήνει να κοιμηθείς τις νύχτες. Κι αν νιώθεις κάποια βράδια κάτι μέσα σου να κλοτσάει, να ξέρεις πως θα είναι η δική μου συνείδηση που δεν αντέχει να έχει για σπίτι ένα τέτοιο σάπιο σαρκίο σαν το δικό σου. Πάντα τα μεταμοσχευμένα όργανα κουβαλάνε κάτι από την ταυτότητα του δότη, οπότε ό,τι ψήγματα συνείδησης καταφέρουν να επιβιώσουν μέσα σου, κι αυτά σε μένα θα τα χρωστάς…».

Ειρήνη Κουτσουβέλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading