Ήταν ξημερώματα, 20 του Ιούλη, όταν οι σειρήνες ξερίζωσαν τη σιωπή του νησιού. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, φώναζαν με τη βραχνή, μεταλλική τους φωνή για να θυμίσουν εκείνον τον μαύρο Ιούλιο του ’74.
Δεν ξεχνώ.
Συνθήματα γραμμένα στους τοίχους με μπογιά και αίμα.
Στις γωνιές της Λευκωσίας, φιγούρες σκυφτές, σιωπηλές — μάνες με φωτογραφίες στις χούφτες, αδελφές που σφίγγουν στα χείλη τους τα ονόματα των αγνοουμένων, πατέρες με βλέμματα κενά, χαμένα στο χώμα που δεν μίλησε ποτέ.
Ελισάβετ την έλεγαν, μα στο νησί την ήξεραν όλοι ως Καλαμαρού.
Ήρθε από την Καλαμάτα πριν δεκαπέντε χρόνια. Τότε, η λέξη την έκανε να γελά. Ήταν το παρατσούκλι της, το δικό της ρίζωμα στον νέο τόπο.
Μετά την εισβολή, όμως, κατάλαβε. Κατάλαβε πως το “Καλαμαρού” άλλοτε ήταν πείραγμα, άλλοτε στίγμα. Μάθαινε να διαβάζει τον τόνο, τα βλέμματα, τις προθέσεις. Σάμπως κι έφταιγε η δόλια για τα λάθη των πολιτικών…
Ο πατέρας της, στρατιωτικός, μετατέθηκε στην Κύπρο όταν εκείνη ήταν μόλις δεκαπέντε.
Κι έτσι ξεκίνησαν όλα.
Η πρώτη της φίλη ήταν η Άντρια — συνομήλικη, γειτονοπούλα, με μάτια γελαστά και φωνή γάργαρη. Έγιναν αχώριστες. Μαζί στο σχολείο, στους περιπάτους, στα γλέντια.
Η Άντρια είχε βάλει σκοπό να της μάθει κυπριακά.
Και τα έμαθε.
— Κόρη Καλαμαρού, μπράβο σου! Τωρά έννα πιστεύκουν ούλλοι πως είσαι Κυπραία!
Έσκαγαν στα γέλια, δυο κορίτσια δίχως βάρος, γεμάτα μέλλον.
Λίγο πριν κλείσουν τα δεκαοχτώ, άρχισαν οι καρδιές τους να χτυπούν διαφορετικά. Σαν να άλλαξε το χρώμα του κόσμου.
Η Ελισάβετ γνώρισε τον Πάμπο.
Μελαχρινός, με μαύρα μάτια που έκαιγαν και χείλη μεγάλα, γεμάτα υποσχέσεις. Ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερός της, γεροδεμένος, με φωνή ήσυχη κι αποφασιστική. Εκείνος ερωτεύτηκε το χλωμό της δέρμα, τα μαλλιά της που κυλούσαν μέχρι τη μέση της, σαν ποτάμι σκοτεινό.
Από τον Μάη του ’74 άρχισαν να βλέπονται κρυφά.
Γλυκά, βόλτες, σινεμά. Κρυμμένα φιλιά στις σκιές των γιασεμιών.
Μια μέρα πριν το μεγάλο κακό, περπατούσαν στην παραλία της Κερύνειας. Ο ήλιος έγερνε, βάφοντας τη θάλασσα με χρυσάφι και αίμα.
– Καλαμαρούα μου… της είπε ο Πάμπος και σταμάτησε. Εγώ έννα σε πάρω. Αν θέλεις κι εσύ, αύριο έρκουμαι να σε ζητήσω που τον τζύρη σου.
Η Ελισάβετ τον αγκάλιασε, έκλαιγε.
– Είσαι η ζωή μου, Πάμπο…
– Κι εσύ η δική μου…
Γέλασαν, έκαναν σχέδια. Σχεδίαζαν το γάμο, τους καλεσμένους — ακόμα κι απ’ την Καλαμάτα.
Το νυφικό της το έβλεπε ήδη μπροστά της. Δαντελένιο, λευκό, σαν όνειρο.
Πήγαν σε ένα ξωκλήσι. Άναψαν κερί.
– Ορκίζουμαι να σ’ αγαπώ ως να πεθάνω.
– «Κι εγώ, Πάμπο μου… Πάντα.
Ύστερα, στην απομονωμένη παραλία, ενώθηκαν. Με τρυφερότητα, με λαχτάρα, με εκείνο το πάθος που έχει το “για πάντα” των δεκαοχτώ.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκαν. Μα δεν τους ένοιαζε.
– Μάνα… Είμαι ευτυχισμένη! φώναξε η Ελισάβετ όταν γύρισε.
Η μητέρα της την κοίταξε, ανήσυχη — κι έπειτα, συγκινημένη.
– Αν σε αγαπά και θα σε πάρει, είσαι ευλογημένη, κόρη μου.
Το επόμενο πρωί, ο Πάμπος ήρθε με τους γονείς του. Κρατούσε λουλούδια, γλυκά, και ένα βλέμμα που υποσχόταν αιώνια πίστη. Οι οικογένειες συμφώνησαν. Έδωσαν λόγο.
– Ένα ακόμη ποτηράκι, συμπεθέρε, και φύγαμε!
Ο Πάμπος έκλεισε το μάτι στην Ελισάβετ. Την πήρε λίγο πιο πέρα, την αγκάλιασε.
– Καλαμαρούα μου, είσαι ευτυχισμένη;
– Είμαι, αγάπη μου. Είμαι!
– Μαζί για πάντα.
– Μαζί για πάντα, άγγελέ μου…
Όμως το “για πάντα” τους κράτησε μόνο μια νύχτα.
Ξημέρωσε 20 του Ιούλη.
Σειρήνες.
Βόμβες.
Κραυγές.
Η Κύπρος καιγόταν. Οι νέοι στρατολογήθηκαν.
Ο Πάμπος φόρεσε στολή και έφυγε.
Δεν γύρισε ποτέ.
Η Ελισάβετ καθόταν στο πεζούλι της αυλής, ντυμένη στα μαύρα. Τα μαλλιά της, κάποτε μακριά και γεμάτα ζωή, τώρα μαζεμένα σε πρόχειρο κότσο, είχαν χάσει το βάρος τους. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στον δρόμο. Ίσως γιατί από εκεί είχε φύγει. Ο Πάμπος. Με το χαμόγελο του παιδιού που πάει εκδρομή, με τα χέρια του που μύριζαν αρμύρα και τα χείλη που της είχαν ορκιστεί «για πάντα».
Αλλά το “για πάντα” δεν ήρθε ποτέ.
Η Άντρια μπήκε στην αυλή δίχως να μιλήσει. Ήξερε πια πώς να κινείται δίπλα στη φίλη της: αθόρυβα, διακριτικά, σαν προσευχή. Κρατούσε ένα πανί και ένα μπολ με λουΐζα από το περιβόλι της μάνας της.
– Ήρτα…, είπε απλά.
Η Ελισάβετ σήκωσε το κεφάλι.
– Επέρασεν ένας μήνας, Άντρια… τζι’ εν ήρτεν…
– Ξέρω.
Η Άντρια κάθισε δίπλα της. Έπιασε το χέρι της Ελισάβετ, το ’σφιξε. Ήταν παγωμένο, όπως και οι λέξεις της.
– Έννεν γραφτό, λαλείς; Ή εν η προδοσία που μας εχώρισε;
– Εν η αγάπη που σας ένωσε. Τζι’ η αγάπη έννεν μόνο όσα φαίνονται, Καλαμαρού μου.
Σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι φωνές των παιδιών πιο κάτω στον δρόμο. Παίζανε πόλεμο. Ο ένας φώναζε «είμαι Τούρκος», ο άλλος «είμαι Ελληνοκύπριος». Η Ελισάβετ έσφιξε τα δόντια της.
– Εν έτσι που θέλουμε να μεγαλώνουν; Να παίζουν πόλεμο;
– Εν έτσι που εμεγαλώσαμε τζι’ εμείς… με μίσος, με φόβο, με πίκρα. Τζι’ όμως… κοίτα μας… ακόμα παλεύουμε να κρατήσουμε την αγάπη.
Η Άντρια έβγαλε από την ποδιά της ένα μικρό κουτί. Το άνοιξε. Μέσα, ένα μενταγιόν. Το φυλαχτό της Ελισάβετ. Εκείνο που της είχε δώσει ο Πάμπος την ημέρα της πρότασης.
– Ήταν στο ξωκλήσι. Το βρήκα στες πέτρες. Που κάτω που την Παναγία.
Η Ελισάβετ δεν μίλησε. Το πήρε, το κράτησε σφιχτά. Τα μάτια της πλημμύρισαν.
– Είδες που ακούει, ακόμα κι αν σώπασεν ο Θεός;, της είπε ήσυχα η Άντρια.
– Αν ήταν γιος σου, Άντρια, θα άντεχες να μην ξέρεις; Να μεν τον κλάψεις καν; Να μεν του σκάψεις έναν λάκκο;
– Εν μπορώ να σου απαντήσω. Ξέρω μόνο τούτο: ότι εν είσαι μόνη. Ότι σ’ αγαπώ, τζι’ ότι εσύ έννα κρατήσεις ζωντανή την μνήμη του. Γιατί ο Πάμπος εν υπάρχει μόνο άμαν υπάρχει σώμα. Υπάρχει μέσα σου, μέσα στο μωρό που κουβαλάς.
Η Ελισάβετ άγγιξε την κοιλιά της. Δεν ήταν πια κορίτσι. Είχε μέσα της μια νέα ζωή. Ένα παιδί που δεν θα γνώριζε ποτέ τον πατέρα του. Μα που θα είχε να ακούει ιστορίες. Θα ήξερε ποιος ήταν ο Πάμπος. Πώς γελούσε. Πώς αγαπούσε. Πώς υποσχόταν.
Η Άντρια σηκώθηκε.
– Έκαμα μακαρόνια του φούρνου. Να σου φέρω μετά, ναι;
– Ναι. Φέρε.
Η φίλη της έφυγε όπως είχε έρθει: αθόρυβα, σαν δροσιά σε μεσημέρι Ιούλη. Η Ελισάβετ κοίταξε τον ουρανό. Εκεί πάνω, ο ήλιος έπεφτε αργά, βάφοντας με πορτοκαλί τις μνήμες της.
Σηκώθηκε, μπήκε μέσα. Πήγε στο μικρό συρτάρι του κομοδίνου. Έβγαλε μια κόλλα χαρτί.
Έγραψε: “Στον Πάμπο μου. Αν είσαι ζωντανός, σε περιμένω. Αν όχι, θα ζήσεις στον γιο μας. Δεν σε ξέχασα. Δεν ξεχνώ.”
Έκλεισε το γράμμα. Το έβαλε δίπλα στο μενταγιόν.
Και μετά, πήρε ένα κομμάτι ψωμί, το βούτηξε σε λίγο λάδι και κάθισε στην αυλή.
Η ζωή συνεχιζόταν. Και μαζί της, και η μνήμη.
Αγνοούμενος.
Ένας από τους τόσους.
Μόνο μια φωτογραφία του έμεινε, ξεθωριασμένη, στο σαλόνι της Ελισάβετ.
Η Καλαμαρού δεν παντρεύτηκε ποτέ.
Γέννησε όμως έναν γιο. Τον ονόμασε Πάμπο.
Εκείνος ήταν ο καρπός εκείνης της νύχτας. Το σημάδι πως έζησε έναν έρωτα αληθινό, έστω κι αν δεν τον έζησε για πολύ.
Σήμερα ζει στη Λευκωσία. Γιαγιά πια. Με πέντε εγγόνια που τη φωνάζουν “Γιαγιά Καλαμαρού” και γελά.
Γιατί έτσι την φώναζε κι εκείνος. Ο πρώτος. Ο μόνος.
Και κάθε χρόνο, στις 20 του Ιούλη, ανάβει ένα κερί και ψιθυρίζει:
– Μαζί για πάντα, άγγελέ μου… μαζί.
Παναγιώτα Τσάμπρα
