Δύσκολοι καιροί για πριγκίπισσες

«Δε λες καλά ρε μα**kα που βρήκε άλλον και την ξεφορτώθηκες; Αυτή η γκόμενα θα σ’ έβγαζε από πολλά λεφτά», είπε ο φίλος του και άναψε ένα Marlboro. Μάζεψε τις δυνάμεις του, για να μην σκορπίσουν τα κομμάτια του μπροστά σε όλη την παρέα και χαμογέλασε.
«Ναι ρε μαλ**α, δεν τρέχει τίποτα. Την έχω λήξει εδώ και καιρό. Ας πάει μ’ όποιον θέλει», γέλασε ψεύτικα και ψέλλισε μια δικαιολογία για να φύγει. Όλοι τον πίστεψαν, εκτός από τον Νίκο, που τον κοίταζε σιωπηλός, ενώ ο ίδιος απέφευγε το βλέμμα του.

Υποσχέθηκε πως θα πήγαινε το βράδυ στο αποκριάτικο πάρτι του γραφείου, που θα λάμβανε χώρα σε κάποιο γνωστό νυχτερινό κέντρο της πόλης και που του ήταν αδιάφορο ποιο ακριβώς ήταν και βγήκε στον δρόμο. Τα μασκαρεμένα πιτσιρίκια έτρεχαν χαρούμενα κάτω από τον φλεβαριάτικο ήλιο, μα ο δικός του ουρανός είχε σκοτεινιάσει επικίνδυνα.
Έκλεινε την πόρτα του αυτοκινήτου, όταν άρχισε να κουδουνίζει το κινητό. Ήταν ο Νίκος.

«Ρε μα**κα, μην κάθεσαι να τους ακούς. Την αγαπάς την Ειρήνη. Την αγαπάς τόσο, που πρώτη φορά, όσο κι αν προσπαθείς, δεν μπορείς να το κρύψεις. Κι αυτή σ’ αγαπάει, μην το χαλάσεις», του είχε πει ένα βράδυ, μετά από έξοδο, ενώ τον γύριζε σπίτι.
Ο Νίκος ήταν ο πιο ρομαντικός απ’ όλους στην παρέα. Από τότε που ήταν μικροί έκλαιγε για έρωτες και οι άλλοι τρεις τον παρηγορούσαν. Όταν μεγάλωσαν, ορκίστηκαν πως δε θα του έμοιαζε κανείς. Θα γίνονταν άντρες σκληροί που δεν κλαίνε για γυναίκες και παρόλο που τον παρηγορούσαν κάθε φορά που χώριζε και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σταθεί ξανά στα πόδια του, δε δίσταζαν να τον πειράζουν και να γελούν με τον τρόπο που φερόταν, αγαπούσε και σεβόταν τις γυναίκες. Εκείνος, αν και ενοχλούνταν, όταν το παρατραβούσαν ή όταν έλεγαν κάτι που ο ίδιος το εκλάμβανε ως προσβλητικό σχόλιο για την εκάστοτε κοπέλα του, ούτε τους θύμωνε ούτε άλλαζε αυτό που ήταν για χάρη τους.
Ο Νίκος λοιπόν, που γνώριζε καλά τον πόνο της αγάπης και δε φοβόταν να τον δοκιμάσει και να τον ξαναδοκιμάσει, είχε αντιληφθεί και τον δικό του πόνο.

Σκέφτηκε να μην απαντήσει στο τηλέφωνο, αλλά τότε θα ήταν ξεκάθαρο πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Έλα ρε, τι τρέχει; Δεν ξέρεις τι να ντυθείς το βράδυ και πήρες να σου δώσω ιδέες;», είπε, υποκρινόμενος τον χαλαρό, ώστε να μην αφήσει στον φίλο του περιθώρια να σχολιάσει οτιδήποτε άλλο.
«Όταν δεν μπορείς να κρύψεις την αγάπη σου για κάτι, δυσκολεύεσαι να κρύψεις και τον πόνο που σε κυριεύει, όταν το χάσεις», σχολίασε η φωνή από την άλλη πλευρά της γραμμής, προσπερνώντας τα περί στολών και μεταμφιέσεων.

Αισθάνθηκε πως δεν μπορεί να προσποιείται άλλο, αλλά δεν ήθελε και να το συζητήσει με κανέναν.
«Νίκο, άστο ρε μα**κα, σε παρακαλώ», είπε με σοβαρότητα και αφού υποσχέθηκε στον φίλο του ότι θα του τηλεφωνήσει αν θέλει να μιλήσει σε κάποιον κι εκείνος με τη σειρά του υποσχέθηκε πως δε θα πει σε κανέναν τίποτα για τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, έκλεισε το τηλέφωνο κι άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου.

Οδηγούσε, χωρίς προορισμό και ένα παγωμένο κύμα απλωνόταν μέσα του και σκέπαζε ό,τι ανέπνεε ακόμα για να το σκοτώσει. Τώρα, η προσπάθειά του να επιβληθεί στην αγάπη που ένιωθε για την Ελένη, του φαινόταν τόσο ηλίθια, η στάση του απέναντι σε αυτό το κορίτσι τόσο βάναυση και κακοποιητική και η φωνή που του ψιθύριζε, χωρίς σταματημό, εκείνο το «την έχασες, την πήρε άλλος, δεν είναι πια δική σου», τόσο δηλητηριώδης και θανατηφόρα…

Πάρκαρε το αυτοκίνητο στην πρώτη κενή θέση που βρήκε και κατέβηκε από αυτό. Περπάτησε κάμποση ώρα χωρίς να συνειδητοποιεί πού βρίσκεται. Όλο αυτόν τον καιρό πίστευε πως την εκπαίδευε, ότι τη μάθαινε να τον υπακούει, να μην κάνει τα δικά της, να μην υπάρχει κίνδυνος να εκμεταλλευτεί την αγάπη που της είχε. Αυτό ήταν το σκεπτικό. Να μην καταλάβει πόσο την αγαπούσε, πόσο όμορφη φαινόταν στα μάτια του, πόσο ζήλευε όποιον την πλησίαζε, της μιλούσε ή απλά την κοιτούσε. Αν τα καταλάβαινε όλα αυτά, αν δεν τον παρατούσε, θα προσπαθούσε να τον εκμεταλλευτεί, να τον κάνει πιόνι της κι εκείνος δε θα μπορούσε πια παρά να της κάνει τα καπρίτσια της, παραδομένος στη σαγήνη του έρωτά της.

Την εκπαίδευε, μένοντας κάποια διαστήματα μακριά της, όσο κι αν υπέφερε και ο ίδιος. Όταν την πλησίαζε ξανά, εκείνη, από φόβο μην τον χάσει ξανά, τον φρόντιζε περισσότερο από πριν και του έδειχνε αγάπη δίχως όρια. Του άρεσε να βλέπει την αγάπη της μέσα από το φόβο αυτής της απώλειας. Μια τόσο όμορφη κοπέλα να κλαίει και να βασανίζεται γι’ αυτόν. Το απολάμβανε χωρίς να σκέφτεται τον πόνο της, χωρίς να του περνάει από το μυαλό ότι θα τέλειωνε κάποια μέρα. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι θα την έχανε, ότι η Ειρήνη του, η δική του η Ειρήνη θα γινόταν το κορίτσι κάποιου άλλου.

Είχε δώσει όρκο στην παρέα να είναι σκληρός άντρας, να μη δείχνει συναισθήματα, να θέλει να πει άλλα κι άλλα να λέει. Εκείνη δεν τον καταλάβαινε. Έκανε προσπάθειες να τον πλησιάσει, να μιλήσουν, να της εξηγήσει, γιατί κάποιες φορές ήταν αδιάφορος, γιατί δεν της απαντούσε στα μηνύματα εγκαίρως, γιατί δεν της τηλεφωνούσε συχνά, γιατί άλλαξε η συμπεριφορά του. Εκείνος, την ίδια στιγμή που άκουγε τη φωνή της παρέας να λέει: «μην της απαντήσεις αμέσως ρε μαλά**, άστη να ψήνεται περιμένοντας», της έλεγε πως τα φαντάζεται όλα αυτά και πως δεν άλλαξε τίποτα. Την έλεγε εμμονική και υστερική.

Όταν εκείνη ανησυχούσε μήπως υπάρχει άλλη γυναίκα, από τη μία την έλεγε παθολογικά ζηλιάρα κι από την άλλη άφηνε να εννοηθεί πως κάτι υπάρχει για να βλέπει τη ζήλια και την ανησυχία της να φουντώνει. Κάποιες φορές σκεφτόταν πως το παρακάνει και ήθελε να την αγκαλιάσει και να της τα διαψεύσει όλα, ειδικά, όταν την έβλεπε να κλαίει, αλλά τελικά τοn συγκρατούσε ο δικός του φόβος, μην αντιστραφούν οι ρόλοι και γίνει εκείνος το θύμα. Μια όμορφη γυναίκα που ξέρει ότι ασκεί με την ομορφιά και τη γοητεία της επίδραση πάνω σε κάποιον, γίνεται επικίνδυνη.

Περπάτησε μέσα στο χειμωνιάτικο πάρκο, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, αλλά δεν μπορούσε. Όλο και κάτι γινόταν και τον αναστάτωνε. Μπροστά του περπατούσε ένα νεαρό ζευγάρι πιασμένο χέρι-χέρι. Εκείνη τρελούτσικη, εκείνος σοβαρός. Θυμήθηκε να κρατάει την Ειρήνη, ένα χρόνο πριν, από το χέρι και να περπατούν σ’ έναν πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο της πόλης. Φορούσε ένα ίδιο ροζ σκούφο με την κοπέλα μπροστά του κ ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά σαν κουφέτο που ήθελες να το κατασπαράξεις.

Ήταν κι εκείνη ζωηρή και παιχνιδιάρα εκείνο το πρωινό. Κρατούσε σφιχτά την τσάντα με τη στολή που είχε αγοράσει και μιλούσε χαρούμενα για περούκες και στολές και αποκριάτικα πάρτι, πράγματα που εκείνος βαριόταν φρικτά. Δεν κατάλαβε πώς τον είχε παρασύρει να μπουν σ’ ένα κατάστημα με αποκριάτικα κοστούμια. Του αποκάλυψε πως ήθελε να ντυθεί πριγκίπισσα, γιατί το ονειρευόταν από μικρή, αλλά η μαμά της είχε μια μανία να τη ντύνει με ό,τι δεν έκανε πια στον αδερφό της, προκειμένου ν’ αποφύγουν τα περιττά έξοδα. Φορούσε λοιπόν πάντα τ’ αποφόρια του αδερφού της και ποτέ δεν έβαλε κοριτσίστικη στολή. Μόνο μια φορά ντύθηκε φράουλα, με μια στολή που τους χάρισε η γειτόνισσα, αφού δεν έκανε πια στη κόρη της που είχε μεγαλώσει.

«Φέτος θα ντυθώ επιτέλους πριγκίπισσα!», του είπε και του έδειξε με ενθουσιασμό μια ροζ στολή από τούλι. Σούφρωσε τη μύτη της και γέλασε χαρούμενα, αφού είχε έρθει η στιγμή που θα εκπλήρωνε το παιδικό της όνειρο, πράγμα που την έκανε να μοιάζει πιο μικρή από το κοριτσάκι δίπλα της που δοκίμαζε μια παρόμοια στολή.

Ήθελε να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει, να της αγοράσει όσες ροζ στολές ήθελε κα να της εκπληρώσει όλα της τα καπρίτσια, αλλά σκεφτόταν τους φίλους του να τον κοιτάζουν με οίκτο και να κουνούν με απογοήτευση τα κεφάλια τους.
«Την ίδια στολή με το κοριτσάκι θα φοράς;», της είπε με μια κοροϊδευτική έκφραση.
«Ναι, γιατί;», ρώτησε εκείνη με πείσμα και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της.
«Θα σε κοροϊδεύει ο κόσμος. Καλύτερα να ντυθείς φράουλα ή καουμπόισσα, παρά μ’ αυτό το ροζ πράγμα», της είπε ψέματα. Δεν μπορούσε να καταλάβει και ο ίδιος τι τον έπιανε και τhς έλεγε πάντα αυτό που δεν έπρεπε να πει. Όχι μόνο δε θα την κορόιδευε ο κόσμος, αλλά και θα την θαύμαζε μέσα στα ροζ της ρούχα. Ήταν η πιο όμορφη κοπέλα που είχε ποτέ. Και δεν ήταν τα όμορφα χαρακτηριστικά της που την έκαναν όμορφη. Σίγουρα υπήρχαν και πιο όμορφες. Ήταν η παιδικότητά της, οι τσαχπινιές της, ήταν που είχε τόσο καλά στοιχεία μέσα της, ήταν τόσο καλό κορίτσι. Κάθε φορά που το συνειδητοποιούσε, προσπαθούσε να την πληγώσει, να της κόψει τα φτερά, να την κάνει να αισθανθεί λίγη, ώστε να μη συνειδητοποιήσει κι εκείνη πως μπορεί να βρει με ευκολία κάποιον καλύτερο από τον ίδιο.

«Πού τη βρήκες, ρε Γιώργη, αυτή; Είναι όμορφη και θα σε χορέψει στο ταψί, ρε μαλ**α», του είχε πει ο φίλος του ο Τάσος, όταν την είδε πρώτη φορά. Τα λόγια του Τάσου τον κυρίεψαν τόσο, που δεν πρόσεξε τη ζήλια στα μάτια του και τη έντονη επιθυμία να βρισκόταν στη θέση του.
«Θα ντου τα φορέσει!», είχε συμπληρώσει ο Αντρέας και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. Όλοι εκτός από τον Νίκο.
«Δε γεννήθηκε ακόμα η γυναίκα που θα μου τα φορέσει», είχε πει με πείσμα και προσποιητή σιγουριά ο Γιώργος, αλλά μέσα του ξύπνησε ένας φόβος που δεν κοιμήθηκε ποτέ ξανά.
«Βρε κοίτα να μην της δώσεις πολύ αέρα, με κομπλιμέντα, αγάπες, λουλούδια και έξοδα, γιατί σε βλέπω να μη χωράς να περάσεις την πόρτα από τα κέρατα. Πρώτα θα σου τα φορέσει κι ύστερα θα σε παρατήσει», επέμεινε ο Τάσος κι απ’ ό,τι φαίνεται, τον έπεισε. Άρχισε να υποκρίνεται αδιαφορία και να βασανίζει το όμορφο κορίτσι του, που στην πραγματικότητα αγαπούσε πολύ. Έκανε ότι δεν πρόσεχε τα καινούρια της ρούχα, δε συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό της για αντικείμενα, πρόσωπα, γεγονότα καταστάσεις κι ό,τι της άρεσε φαινόταν να τον ενοχλεί, αν και, στην πραγματικότητα, ήταν ευτυχισμένος, όταν την άκουγε να γελάει κι όταν έκανε σαν παιδί.

Εκείνη η ροζ στολή που τόσο ωραία της πήγαινε και την έκανε να μοιάζει πιο μικρή κι από το κοριτσάκι δίπλα τους, έγινε, τελικά, η αφορμή να κλονιστεί η σχέση τους ανεπανόρθωτα.

Όταν έφτασαν στο ταμείο, την άφησε μόνη της να την πληρώσει. Καμμιά φορά απορούσε και ο ίδιος με τον εαυτό του. Ποτέ δεν το έκανε αυτό με τις προηγούμενες κοπέλες του. Είτε τον ενδιέφεραν πολύ είτε λίγο, εκείνος θα πλήρωνε, όταν έβγαιναν, θα κρατούσε πάντα κάτι, όταν πήγαινε σπίτι τους, θα έφτιαχνε ή θ’ αγόραζε πρωινό, όταν έμεναν μαζί, θα πλήρωνε ό,τι ήθελαν ν’ αγοράσουν. Με την Ειρήνη, που ήταν η μόνη που αγάπησε, φερόταν διαφορετικά. Σφιχτός στα αισθήματα, σφιχτός στα χρήματα, μην παρασυρθεί, μην εκδηλωθεί, μην καταλάβει η Ειρήνη, μην του πάρει τον αέρα, μην φανεί πως την καλοπιάνει, επειδή αισθανόταν δίπλα της λίγος, μην τον εγκαταλείψει, μην την χάσει…

Κάθε φορά που τσιγκουνευόταν να σκορπίσει χρήματα για χάρη της, εκείνη λυπόταν, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Είχε καταλάβει πως, για κάποιο λόγο που δεν ήξερε, μόνο μαζί της ήταν σφιχτός και δεν του ζητούσε τίποτα. Την λύπη της όμως, δεν την έδιωχνε από τα μάτια της κι εκείνος την έβλεπε. Αυτή τη φορά τόσο είχε ενθουσιαστεί με τη στολή της, που δεν έδωσε καμία σημασία στο γεγονός. Όταν έφτασαν σπίτι της, εκείνη άρχισε να ετοιμάζεται για το πάρτι που θα πήγαιναν το βράδυ, κάνοντας όλα εκείνα τα βαρετά που κάνουν τα κορίτσια, όταν θέλουν να βγουν και να εντυπωσιάσουν. Αισθάνθηκε παραμελημένος. Προσπάθησε να της τραβήξει την προσοχή, αλλά εκείνη ήταν αφοσιωμένη στην περιποίησή της. Ποτέ δεν κατάλαβε ποιος διάολος τον έβαλε να πάρει τη ροζ στολή και επιστρέφοντας στο κατάστημα, να της την αλλάξει με τη στολή μιας καουμπόισσας.

Το μόνο που είχε μείνει πια να κάνει, ήταν να φορέσει τη στολή της. Πριν καν ακόμα τη φορέσει, γυάλιζε και έλαμπε από τα γκλίτερ και τις κρέμες. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο ευτυχισμένη, αλλά όταν αναζήτησε το ροζ φόρεμά της και το διαμαντένιο πριγκιπικό της στέμμα και δεν το βρήκε, έχασε το χρώμα της. Εκείνος άρχισε να γελάει αμήχανα.
«Πού είναι η στολή μου; Τι είναι αυτό;», τον ρώτησε δείχνοντάς του το καπέλο της καουμπόισσας. Η φωνή της ήταν παράξενη και τα μάτια της παγωμένα.
«Εσύ δε λες ότι δεν έχω χιούμορ; Πήγα και την άλλαξα για να σου κάνω πλάκα», είπε εκείνος αλλά χωρίς να γελάει πια. Η ατμόσφαιρα είχε παγώσει και ήξερε πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάτι πέθαινε μέσα της. Πήγε να την αγκαλιάσει και να της πει πως έκανε λάθος, να της πει να ησυχάσει και πως εκείνος θα έτρεχε πίσω στο μαγαζί να το προλάβει ανοιχτό και να φέρει πίσω τη στολή της, να της πει πως θα έκανε τα πάντα για να μην την χάσει, μα εκείνη άπλωσε τα χέρια απαγορεύοντάς του να την πλησιάσει.
«Φύγε», του είπε με σιγανή φωνή
«Δε φεύγω, δε σ’ αφήνω έτσι, θα πάω να σου τη φέρω…»
«Φύγε», του είπε ξανά, ενώ έτρεχαν από τα παγωμένα μάτια της δάκρυα. Ο πόνος της ήταν βουβός. Δε φώναξε, δεν έβρισε, δεν ξέσπασε. Πήρε το μπουφάν του, του το έδωσε κι ύστερα τον οδήγησε στην έξοδο κι αφού εκείνος πέρασε το κατώφλι του σπιτιού, έκλεισε οριστικά την πόρτα πίσω της και δεν την άνοιξε ποτέ ξανά για κείνον.

Στεκόταν σαν κούτσουρο ανάμεσα σε ανθρώπους που ξεφάντωναν. Έπιναν, χόρευαν, τραγουδούσαν. Εκείνος πάλι μόνο έπινε, άρρωστος από στενοχώρια, αφού η μια πληροφορία για την Ειρήνη διαδεχόταν την άλλη. Όχι μόνο ήταν με άλλον, αλλά ετοιμαζόταν να παντρευτούν, αφού εκείνη ήταν έγκυος. Την ήθελε πίσω, αλλά δεν έκανε τίποτα να τη γυρίσει ένα χρόνο τώρα. Τον είχε συνηθίσει να έρχεται μόνη της κοντά του και πίστευε πως αυτό θα γινόταν κι αυτή τη φορά, όσος χρόνος κι αν περνούσε. Ήταν σίγουρος πως θα επέστρεφε και θα τον παρακαλούσε να ξαναγίνουν ζευγάρι. Αυτός δεν είχε παρά να περιμένει…

Άδειασε όλο το περιεχόμενο του ποτηριού που κρατούσε στο στόμα του κι αναζήτησε το παλτό του. Ασφυκτιούσε εκεί μέσα. Θα πήγαινε κάπου πιο ήσυχα να πιει μόνος.

Προχώρησε προς την έξοδο και τότε την είδε. Ήταν ντυμένη καουμπόισσα και έλαμπε από ευτυχία δίπλα σ’ έναν ψηλό γεροδεμένο άντρα.
Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον και κοιτάχτηκαν.
«Γεια σου, Ειρήνη»
«Γεια σου, Γιώργο»
«Καουμπόισσα;», ρώτησε δείχνοντας τη στολή που της είχε αλλάξει την προηγούμενη χρονιά, με τη στολή της πριγκίπισσας.
«Είμαι πολύ μεγάλη για στολή πριγκίπισσας. Θα με βλέπει ο κόσμος και θα γελάει», του θύμισε τα λόγια που της είχε πει εκείνος κάποτε και τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει από πόνο. Ήθελε να της πει πως έκανε πλάκα, ήθελε να της ζητήσει να τον συγχωρέσει, να μην είναι ψυχρή όπως τώρα, να γίνει γλυκιά όπως παλιά, μα την είδε να βγάζει το ψεύτικο πιστόλι από τη μέση της και να ακουμπάει την κάνη του στη δική του καρδιά. Σαν να είχε καταλάβει τις σκέψεις του και ήθελε να του δείξει πως για κείνον δε θα γινόταν ποτέ ξανά γλυκιά. Ύστερα, φύσηξε την κάνη, έβαλε ξανά το ψεύτικο όπλο στη θήκη, του χαμογέλασε ειρωνικά και πήγε ν’ αγκαλιάσει τον άντρα της, που την έσφιξε πάνω του σαν κάτι πολύτιμο, δείχνοντας σε όλους πως είναι δική του.

Πετάχτηκε κάθιδρος από το κρεβάτι, προσπαθώντας να καταλάβει πού βρίσκεται. Του πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι κουδούνιζε το κινητό του τηλέφωνο. Ο Νίκος ήθελε να του θυμίσει πως ήταν Τσικνοπέμπτη και ότι θα μαζεύονταν όλοι οι φίλοι, παντρεμένοι πια με τις οικογένειές τους στο εξοχικό του Τάσου να το τσικνίσουν.
«Μη κρατάς τίποτα, θα έχουμε απ’ όλα. Μόνο αν έχεις καμιά κοπέλα, πάρτη μαζί σου», είπε ο Νίκος που ήταν ο μόνος από τους φίλους που τον είδε να καίγεται στην κόλαση, μετά από ‘κείνο το βράδυ. «Α! και πού είσαι, μην τολμήσεις και δεν έρθεις!», είπε πριν κλείσει.

Τα χρόνια είχαν περάσει και μόνο εκείνος δεν είχε κάνει οικογένεια. Κοπέλες πέρασαν από τη ζωή του πολλές, αλλά δεν αποφάσισε ποτέ να σοβαρέψει τη σχέση, όπως και ποτέ δεν σύστησε ξανά στην παρέα του καμία από τις κοπέλες που κατά καιρούς τον συντρόφευαν στο κρεβάτι.
Έπεισε τον εαυτό του πως τις γυναίκες, πέρα από το κρεβάτι δεν τις χρειαζόταν κάτι άλλο και πως την Ειρήνη δεν την αγάπησε ποτέ. Όμως και τις δυο φορές που την είδε από μακριά, χωρίς να τον δει εκείνη, μέθυσε πίνοντας μέχρι πρωίας.

Προχώρησε προς τη βιβλιοθήκη και τράβηξε τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι από το πάνω ράφι. Κάθε χρόνο, την Τσικνοπέμπτη, η ίδια ιεροτελεστία. Το βιβλίο άνοιξε μόνο του στη σωστή σελίδα και αποκάλυψε μία φωτογραφία του με την Ειρήνη που τον κρατούσε αγκαλιά και χαμογελούσε στον φακό. Την κοίταζε κι αισθανόταν ακόμα, τόσα χρόνια μετά, τη ζεστασιά της. Ύστερα, κοίταζε τα γράμματά της πίσω από τη φωτογραφία, ‘Γιώργος + Ειρήνη = Love for ever’ και τέλος, το βλέμμα του στρεφόταν στο σημείο του στήθους του που είχε ακουμπήσει την κάνη του ψεύτικου πιστολιού της. Η τρύπα που βρισκόταν εκεί αιμορραγούσε, χωρίς να μπορεί να τη γιατρέψει ο χρόνος, για να του θυμίζει ότι κάποτε, εξαιτίας του, ένα ροζ φόρεμα έμεινε χωρίς πριγκίπισσα και μία πριγκίπισσα αντί για διαμαντένιο στέμμα στο κεφάλι, κράτησε πιστόλι στο χέρι.

Μαίρη Βαβουράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading