1597 – Φλωρεντία
Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ, έξω από τα τείχη
Το μοναστήρι ήταν χτισμένο πάνω σε παλιό ρωμαϊκό θεμέλιο.
Οι πέτρες του κρατούσαν υγρασία και μνήμη. Το χειμώνα πάγωναν, το καλοκαίρι μύριζαν κερί και λιβάνι. Στους διαδρόμους αντηχούσαν βήματα μοναχών που είχαν ξεχάσει τα ονόματά τους και απαντούσαν μόνο σε ψαλμούς.
Η Λουίζα πλέον ήταν μοναχή.
Είχε κουραστεί από τις αμαρτίες αυτού του κόσμου.
Τα μάτια της είχαν δει πολλά — παλάτια, αίμα, έρωτες που έσβησαν με ουρλιαχτά. Ήταν σαν η ψυχή της να είχε μαυρίσει από την ασχήμια των ανθρώπων.
Κοιμόταν στο κελί της πάνω σε ψάθινο στρώμα.
Νήστευε καθημερινά.
Προσευχόταν με τα γόνατα ματωμένα πάνω στην πέτρα.
Ίσως έτσι, πίστευε, να σωζόταν.
Εκείνο το βράδυ όμως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ένα σφίξιμο στην καρδιά.
Ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά.
Ο ιερέας της είχε ζητήσει να μην κοιμηθεί.
Είχαν λάβει γράμμα από το Σαν Πιέτρο αλ Μόντε — ένα χωριό χαμένο σε έλη και δάση, όπου ο ήλιος έφτανε σπάνια και οι καμπάνες χτυπούσαν μόνο για θανάτους.
Στο γράμμα έγραφαν πως ο γιος τους, ο Μάνολο, μιλούσε για παράξενα πράγματα.
Για ρωγμές στον χρόνο.
Για ζωές που επαναλαμβάνονταν.
Για μια γυναίκα που έψαχνε σε κάθε εποχή.
Έλεγε πως είχε ακόμη εννέα ζωές να τη βρει.
Το είχε υποσχεθεί.
Η Λουίζα ένιωσε λύπη για τον νεαρό και άρχισε να ετοιμάζει τον χώρο για εξορκισμό.
Το δισκοπότηρο, η Αγία Γραφή, το κομποσκοίνι.
Ο ιερέας είχε λάβει ειδική άδεια από το Βατικανό. Τέτοιες υποθέσεις δεν διαφημίζονταν. Η Εκκλησία φοβόταν περισσότερο απ’ όσο παραδεχόταν.
Καθώς τοποθετούσε ευλαβικά το δισκοπότηρο στο τραπέζι, άκουσε βήματα πίσω της.
— Σεβασμιότατε, μου λείπουν μόνο η Βίβλος σας και το κομποσκοίνι σας.
Καμία απάντηση.
Γύρισε.
Κανείς.
Το σφίξιμο επέστρεψε.
Παγωμένος αέρας τύλιξε τον αυχένα της.
Η καρδιά της σφίχτηκε σαν μέγγενη.
Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε σαν να τη χτυπά κεραυνός.
Μια απόκοσμη φωνή ψιθύρισε:
— Φύγε πριν έρθει. Απόψε ο Χάρος έρχεται για σένα.
Η Λουίζα άρχισε να προσεύχεται.
Πίστεψε πως ήταν πλάνη των δαιμόνων.
— Φύγε, Λουίζα!
Ένα αόρατο χέρι πέταξε το δισκοπότηρο στο πάτωμα.
Ο ήχος αντήχησε σαν καμπάνα κηδείας.
— Θα πεθάνεις απόψε.
Οι πόρτες άνοιξαν.
Ο Σεβασμιότατος Νικόλο.
Η οικογένεια.
Και ο νεαρός.
Η Λουίζα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
Ο Μάνολο έκανε δύο αργά βήματα προς το μέρος της, σαν να βούλιαζε σε βάλτο.
Ξαφνικά σωριάστηκε νεκρός.
Η καρδιά της Λουίζας χτύπησε για τελευταία φορά.
Έπεσε δίπλα του.
Ο θάνατος και των δύο έμεινε μυστήριο για χρόνια.
*****
Σάλεμ – Δίκες Μαγισσών (1692)
Το Σάλεμ μύριζε καπνό, ιδρώτα και φόβο.
Οι δίκες δεν γίνονταν σε αίθουσες· γίνονταν μπροστά σε πλήθη που διψούσαν για αίμα. Οι άνθρωποι ήθελαν εχθρό — και οι γυναίκες ήταν εύκολος στόχος.
Η Νύμφη στεκόταν δεμένη μπροστά στο πλήθος.
Τη φτύναν. Την έβριζαν. Της πετούσαν ξύλα.
Ήταν μόλις δεκαέξι.
Θα πέθαινε στην πυρά.
Δεν φοβόταν πια.
Οι δικαστές πλησίασαν.
Ο Τιμ.
Ο Τζον.
Και ένας νεαρός.
Τον κοίταξε καλύτερα — και άρχισε να γελά υστερικά.
Τη δέσανε στην πυρά.
Μαύρα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της.
“Αυτός που ορκίστηκε να με ψάχνει για εννέα ζωές… απόψε με καίει με το ίδιο του το χέρι”.
Καθώς η φωτιά τύλιγε τη σάρκα της, ο νεαρός δικαστής, ο Τζορτζ, θυμήθηκε.
Τον όρκο.
Τις προηγούμενες ζωές.
Τον έρωτα.
Ένας κεραυνός χτύπησε την καρδιά του.
Έπεσε νεκρός.
*****
Τελευταία Ζωή
Μετά από αμέτρητους θανάτους, ανακάλυψαν την κατάρα: δεν τους επιτρεπόταν να είναι μαζί σε καμία ζωή.
Έτσι, οικειοθελώς, έσβησαν τις μνήμες δέκα ζωών για πάντα.
Σήμερα βρίσκονται σε οίκο φροντίδας ατόμων με Αλτσχάιμερ.
Η αυλή μοιάζει παραμυθένια.
Ένα μαρμάρινο σιντριβάνι στο κέντρο.
Πάνω του, ένας θλιμμένος άγγελος.
Τι ειρωνεία.
Ο Τζορτζ κάθεται δίπλα στην Ιφιγένεια.
Κοιτούν το κενό.
— Πιστεύεις πως τα καταφέραμε αυτή τη φορά, Λίλιθ;
— Ίσως, Άταρ… τουλάχιστον ζούμε ακόμη…
Βασιλική Γκόγκα
