Δεν μου αρέσει ο ύπνος. Τον θεωρώ χάσιμο χρόνου απ’ τη ζωή. Από μικρή τον φοβόμουν, αλλά τον βάφτισα περιφρόνηση. Έλεγα πως είναι αδυναμία, πως οι άνθρωποι κοιμούνται επειδή δεν αντέχουν την πραγματικότητα. Εγώ άντεχα… ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Τις νύχτες έμενα ξύπνια και μετρούσα τους ήχους του σπιτιού: Το ψυγείο που βουίζει. Τους σωλήνες που αναστενάζουν. Το πάτωμα που τρίζει χωρίς να το πατάει κανείς… Η πόλη έξω σώπαινε, κι εγώ ένιωθα πως είχα μείνει η μόνη μάρτυρας της ύπαρξης.
Ο ύπνος ήταν για μένα μικρός θάνατος. Πρόβα γενική. Κλείνεις τα μάτια και χάνεσαι. Κανείς δεν σου εγγυάται ότι θα επιστρέψεις ο ίδιος, ή ότι θα επιστρέψεις γενικώς, ή καθόλου. Έτσι αντιστεκόμουν. Όσο οι άλλοι βυθίζονταν στο σκοτάδι, εγώ κρατούσα το φως αναμμένο. Έπινα καφέ μέχρι που τα χέρια μου έτρεμαν. Έγραφα λέξεις που δεν θυμόμουν το επόμενο πρωί και μιλούσα μόνη μου για να βεβαιωθώ πως υπάρχω. Η σιωπή ήταν επικίνδυνη· μέσα της άκουγα πράγματα που δεν έπρεπε να ακούω.
Μετά από μέρες χωρίς ύπνο, άρχισα να νιώθω πως κάτι με παρατηρεί εντός μου. Σαν να υπήρχε μια άλλη εκδοχή μου, που περίμενε να κλείσω τα μάτια για να πάρει τη θέση μου. Ένα πλάσμα που ζούσε μόνο στο σκοτάδι και πεινούσε για τον χρόνο μου. Για το σώμα μου. Για τη ζωή μου.
Κάποιες στιγμές, το βράδυ, τα βλέφαρά μου βάραιναν παρά τη θέλησή μου. Κι εκεί, στο όριο ανάμεσα στο ξύπνιο και στο όνειρο, ένιωθα κάτι να πλησιάζει. Μια ανάσα δίπλα στο αυτί μου. Μια σκέψη που δεν ήταν δική μου. «Άφησέ με», έλεγε.
Την πρώτη φορά που αποκοιμήθηκα άθελά μου, είδα ένα δωμάτιο ίδιο με το δικό μου. Το φως ανοιχτό. Το γραφείο γεμάτο χαρτιά. Και στην καρέκλα… εμένα. Να με κοιτάζει.
Χαμογελούσε…
Ξύπνησα ιδρωμένη, με την καρδιά να χτυπάει σαν να ήθελε να σπάσει τα πλευρά μου. Κοίταξα γύρω. Όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο που η καρέκλα ήταν ελαφρώς τραβηγμένη πίσω.
Δεν κοιμήθηκα ξανά για δύο μέρες. Αλλά όσο περισσότερο αντιστεκόμουν, τόσο πιο έντονη γινόταν η αίσθηση πως ο ύπνος δεν είναι απουσία — είναι πέρασμα. Και κάθε πέρασμα αφήνει κάτι να περάσει κι από την άλλη πλευρά.
Τώρα φοβάμαι λιγότερο τον χαμένο χρόνο. Φοβάμαι περισσότερο αυτόν που κερδίζει χρόνο όσο εγώ λείπω. Γιατί κάποιες φορές ξυπνάω και βρίσκω πράγματα μετακινημένα. Λέξεις γραμμένες με τον γραφικό μου χαρακτήρα που δεν θυμάμαι να έγραψα και σκέψεις στο μυαλό μου που δεν αναγνωρίζω. Και αρχίζω να υποψιάζομαι πως δεν είναι ο ύπνος ο κλέφτης. Είναι η ανταλλαγή.
Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια, κάτι παίρνει τη θέση μου. Ζει για μένα. Αναπνέει για μένα. Χαμογελά στους άλλους με το πρόσωπό μου. Και όσο εγώ πιστεύω πως πολεμάω τον ύπνο, ίσως εκείνο να πολεμάει για να με κρατήσει ξύπνιο.
Γιατί αν κοιμηθώ αρκετά… ίσως να μη χρειαστεί να ξυπνήσω ποτέ ξανά.
Διαμαντή Μαρία
