Ο λεκές στο χαλί

Ο Πάνος δεν συνήθιζε να αργεί από την δουλειά. Τους τελευταίους μήνες όμως, η Ελένη έτρωγε μόνη της το δείπνο για δύο. Έκανε μπάνιο μόνη της, έβλεπε criminal minds μόνη της και ξάπλωνε στο υπέρδιπλο κρεβάτι τους, μόνη της. Αυτή κατάσταση γινόταν μήνες τώρα, τόσους μήνες που άρχισε να της αρέσει. Το να ‘ναι μόνη της. Πράγμα περίεργο, γιατί ποτέ δεν άντεχε να είναι μόνη της. Αλλά ο Πάνος αργούσε και δεν είχαν φίλους, όχι κάτι τοξικό, απλά δεν είχαν φίλους. Είχαν ο ένας τον άλλο, στην αρχή τουλάχιστον.

Τον αγαπούσε τον Πάνο και ο Πάνος αγαπούσε την Ελένη. Αλλά τώρα τελευταία η Ελένη αγαπούσε πιο πολύ την άδεια μπανιέρα, το ήσυχο δείπνο χωρίς τον Πάνο να μασουλάει με το στόμα ανοιχτό, ή να σταματάει το επεισόδιο γιατί ξεχάστηκε και δεν πρόσεχε. Το κρεβάτι ήταν ξαφνικά πολύ πιο άνετο χωρίς τον δίμετρο άντρα να βουλιάζει το ακριβό τους στρώμα ή να της κλέβει τα παπλώματα. Και αυτό την έτρωγε.

Πώς γίνεται η Ελένη, που ήταν ερωτευμένη με τον Πάνο από τα 14, ξαφνικά να αρχίζει να τον μισεί; Όχι με κακία, ο Πάνος ήταν εξαιρετικός σύζυγος, απλά η απουσία του ήταν πολύ καλύτερη από την συνεχόμενη παρουσία του στο σπίτι. Μπορούσε να βάλει το πιο βαρύ άρωμα μετά το μπάνιο, να κατεβάσει ένα μπουκάλι κρασί και να ακούσει μουσική στην διαπασών χωρίς να της πει κανείς τίποτα. Αλλά ο Πάνος γύρναγε πάντα στο σπίτι και πάντα της έκλεινε την μουσική.

Γύρνάγε αργά, ξημερώματα. Δεν είχε κραγιόν στο πέτο του, ούτε μύριζε γυναίκα. Είχε την τσάντα του γεμάτη χαρτιά, την γραβάτα του λυμένη και τεράστιες σακούλες κάτω από τα μάτια του. Και πάντα την έβρισκε σχεδόν γυμνή, μονάχα με μια ρόμπα και ένα μπουκάλι κρασί χυμένο κάπου στο χαλί, κάτι που αυτός καθαριζε. Την σήκωνε από το πάτωμα, όπως την πρώτη μέρα που μπήκαν στο σπίτι μετά το γάμο τους, την ξάπλωνε στο κρεβάτι, την σκέπαζε, καθάριζε το χαλί και έτρωγε ενώ έβλεπε το επεισόδιο που έχασε εκείνη την νύχτα, με την ελπίδα ότι η Ελένη θα μπορούσε να μιλήσει το πρωί και ότι ο πονοκέφαλος από το κρασί δεν θα ήταν τόσο κακός, γιατί πάντα συζητούσαν το επεισόδιο το πρωί. Αλλά πάντα κακός ήταν και δεν έπιναν τον καφέ τους μαζί πια. Γιατί η Ελένη δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και αυτός έπρεπε να φύγει νωρίς.

Την αγαπούσε, την λάτρευε, ακόμα και όταν έπινε, ακόμα και όταν του θύμωνε, όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο σαν την τρελή επειδή είχε παρααργήσει. Από τα 14 ήταν ερωτευμένος μαζί της, τρέλα ερωτευμένος. Και όταν η Ελένη, γεμάτη πάντα με παραπάνω θάρρος από αυτόν τον ρώτησε “θα με παντρευτείς;”, ο Πάνος απλά την φίλησε και της πέρασε στο δεξί χέρι το δαχτυλίδι που είχε αγοράσει μήνες τώρα, καθώς φοβόταν να την ρωτήσει. Όχι γιατί θα έλεγε όχι, απλά φοβόταν.

Ήταν στα τέσσερα τώρα και καθάριζε τον λεκέ στο χαλί, όταν την άκουσε να σηκώνεται από το κρεβάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να στέκεται από πάνω του, η ρόμπα λυμένη, με τους γοφούς της και το στήθος της γυμνά, τα μακριά καστανά μαλλιά της χυμένα στην πλάτη της, ενώ κοίταζε κάτω στον σύζυγό της που καθάριζε με μανία την απόδειξη του αλκοολισμού της.

Τα γυαλιά του ήταν βρώμικα και τα έβγαλε για να τα καθαρίσει στο ακριβό πουκάμισο που του είχε πάρει δώρο. “Δεν κοιμάσαι;”, ρώτησε και το κεφάλι του την ακολούθησε ενώ έκατσε στον καναπέ.

Η Ελένη είχε καρφώσει τα μάτια της στον άντρα της, τον εργασιομανή άντρα της, που προτιμούσε να δουλέψει 14ωρα από το να γυρίσει σπίτι στην γυναίκα του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν τον κοίταζε με μίσος ή αγάπη, πάντα τον τρόμαζε το βλέμμα της. Δάγκωνε το δάχτυλό της με μανία ενώ τον κοίταζε, ή μύτη της ελάχιστα σουφρωμένη.
“Αν δεν μπορείς να κοιμ-”, ξεκίνησε.
“Θέλω διαζύγιο”. Αυτό τον έκοψε, τον πάγωσε, ούτε να σηκώσει τα μάτια του από το λεκέ δεν μπορούσε, πόσες φορές είχε καθαρίσει λεκέδες της; Πόσες φορές είχε καθαρίσει τον εμετό της από πάνω της άραγε; Πόσα χιλιάρικα του είχε φάει σε κρασί και ακριβά αρώματα;
“Τι θες;”, ρώτησε όταν μάζεψε λίγο κουράγιο και την κοίταξε
“Διαζύγιο. Θέλω διαζύγιο”, του απάντησε, παγωμένη και πιωμένη όπως ήταν.

Με θυμό που δεν κατάλαβε πότε μαζεύτηκε, ο Πάνος εκσφενδόνισε το κουβά με το νερό πάνω στο χαλί και στάθηκε σε δευτερόλεπτα μπροστά της κρατώντας το πρόσωπό της τόσο σφιχτά, που για λίγα δευτερόλεπτα η Ελένη νόμιζε ότι θα της σπάσει το κεφάλι. “Ποutavα. Σκρόφα. Πες πάλι τι θες”, ψιθύρισε, ενώ τα μάτια του έκαιγαν κρατήρες στα δικά της, τα χέρια του τυλιγμένα τόσο σφιχτά στο κεφάλι της που την πόναγε ο αυχένας.

“Θέλω διαζύγιο. Δεν είσαι ποτέ σπίτι, δεν είναι γάμος αυτός”, του απάντησε και τον έσπρωξε με τέτοια δύναμη που έπεσε πίσω στο πάτωμα, μουσκεύοντας το παντελόνι του από τον κουβά που έριξε κάτω. Ο Πάνος σηκώθηκε γρήγορα και την ακολούθησε ενώ έφτανε στην κουζίνα, λες και θα την κυνηγούσε γύρω από τον πάγκο που αυτή είχε διαλέξει όταν σχεδίαζαν μαζί την διακόσμηση του σπιτιού.
“Τρώω μόνη μου, κάνω μπάνιο μόνη μου, κοιμάμαι μόνη μου. Σε λίγο θα κάνω και έρωτα μόνη μου…”, είπε σιωπηλά, ενώ έκατσε σε ένα από τα ψηλά σκαμπό, μαζεύοντας την ρόμπα της γύρω από το κορμί της, γιατί το κλίμα ήταν πολύ πιο ψυχρό τώρα.
“Και πίνεις μόνη σου σκρόφa! Για ποιον δουλεύω ρε; Για εμένα; Για τα κρασιά σου και τα αρώματά σου δουλεύω μωρή! Για να μη σου λείψει τίποτα! Και αυτό το ευχαριστώ;”. Είχε χάσει κάθε έλεγχο τώρα, η φωνή του ήταν τόσο δυνατή που της φάνηκε λες και αντηχούσε σε σπηλιά.
Φαινόταν μανιακός όταν πέταξε τα γυαλιά του στο πάγκο, όταν πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τις ξανθές του μπούκλες και κάθισε ηττημένος σε ένα ψηλό σκαμπό.

“Ο άντρας μου μου λείπει, όχι τα αρώματα και τα κρασιά. Εσύ μου λείπεις… ο Πάνος μου…”, του ψιθύρισε, κοιτάζοντας το πάτωμα ντροπιασμένη, γιατί τώρα κατάλαβε ότι η λέξη διαζύγιο ανήκε περισσότερο στο κρασί που ήπιε πριν από δύο ώρες, παρά στο νηφάλιο στόμα της.
“Άλλο είπες και άλλο δείχνεις Ελένη…”, απάντησε και σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει την σύζυγό του, που τώρα ντρεπόταν να τον κοιτάξει. Σηκώθηκε αργά και βαριά, ξεφυσηξε μια φορά και της γύρισε την πλάτη. “Δουλεύω το πρωί, δεν μπορώ να ησυχάσω της μεθυσμένες σκέψεις σου. Κάτσε πιες κάνα κρασί τώρα και όταν συνέλθεις σε δύο μέρες, ξαναμιλάμε…”, είπε και πριν φύγει από την κουζίνα, γύρισε να την κοιτάξει μια τελευταία φορά. “Σ’ αγαπώ Ελένη, από παιδί σ’ αγαπώ”, ψέλλισε και έφυγε, αφήνοντας το λεκέ να ποτίσει το χαλί και την γυναίκα του μόνη της με το κρασί. Μόνη της να του απαντάει “και ‘γω σ’ αγαπώ… σαν αλκοολικός σ’ αγαπώ…”, αυτό παραδέχθηκε και πλάνταξε στο κλάμα.

“Διπλή αuτοκtονία σημειώθηκε σήμερα σε διαμέρισμα στην Γλυφάδα. Το ζευγάρι βρέθηκε νεκρό και αγκαλιασμένο στο κρεβάτι”
Έτσι δεν θα ξαναέτρωγε κανείς μόνος του και το κρεβάτι θα είχε πάντα δύο άτομα μέσα…

Στεφανή Θεοδώρα “Προμηθέας”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading