Πόσο θα ήθελα να είχα λίγα χρήματα παραπάνω… Πώς θα τα βγάλω πέρα με τέτοια ακρίβεια; Τι δώρα θα κάνω στα εγγόνια μου; Αυτές ήταν κάποιες από τις κρυφές σκέψεις της Μαρίκας, μία γυναίκας γύρω στα εβδομήντα. Ήταν καλοστεκούμενη, για καλή της τύχη δεν έπασχε από ζάχαρο, πίεση ή χοληστερίνη. Σε αυτό την είχε βοηθήσει η καλή και ισορροπημένη διατροφή που έκανε από τα μικρά της χρόνια. Σύζυγο δεν είχε, μόνη, χήρα από τα σαράντα της, κατάφερε με τα λίγα που διέθετε να μεγαλώσει δύο παλικάρια για τα οποία ήταν παραπάνω από περήφανη.
Ο Δημήτρης και ο Γιώργος την πρόσεχαν την μάνα τους, το ίδιο και οι γυναίκες τους και τα εγγόνια την λάτρευαν επίσης. Πώς να μην την αγαπούν; μία ζεστή αγκαλιά ήταν για όλους. Κάθε Κυριακή το τραπέζι της ήταν γεμάτο με ό,τι μπορούσε, λίγες τηγανητές πατάτες, λίγα αυγά, τυρί και πάντα φρέσκο ψωμί, που το έφτιαχνε με τα χέρια της, ήταν αρκετά για να χορτάσουν τα παιδιά της. Δεν ήταν το φαγητό που μέτραγε, ήταν το πώς τα προσέφερε, με τι αγάπη.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, όλος ο κόσμος είχε τα σπίτια του στολισμένα και γεμάτα με τα καλύτερα γλυκά. Και εκείνη το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να στολίσει τις γλάστρες της με φωτάκια και μερικούς κόκκινους φιόγκους. Πόσο την πόναγε αυτή η κατάσταση τέτοιες μέρες! Να μην μπορεί να αγοράσει ένα μικρό παιχνίδι για τα εγγόνια της… Τα παιδιά της την μάλωναν κάθε φορά που χάριζε έστω ένα μικρό πράγμα στα παιδιά τους, γιατί γνώριζαν ότι η μάνα τους ίσως να στερούνταν ακόμη και λίγο φαγητό προκειμένου να αγοράσει το κάτι τις.
Εκεί που πότιζε τις γλαστρούλες της, ένα πρωινό στις αρχές του Δεκέμβρη, της ήρθε μία ιδέα από το πουθενά. Τι πιο ωραίο να ζωγραφίσει ξανά, πάνω σε καμβά, να αποτυπώσει ό,τι της έκανε εντύπωση! Να, αυτό το αλεξανδρινό, της φάνταζε τόσο κόκκινο στην άκρη του κήπου ή οι λεμονιές της, δύο όλες κι όλες που είχαν γεμίσει με τα πιο μεγάλα λεμόνια, τα μανουσάκια που είχαν βγάλει τα λουλούδια τους και μοσχομύριζε ο τόπος… Αυτά θα ζωγραφίσω, τι να κάνω τα μπλοκ και τις μπογιές μου που κάθονται εκεί στο ντουλάπι τόσα χρόνια; Να τι δώρο θα κάνω στα παιδιά μου, έναν δικό μου πίνακα, έτσι θα με θυμούνται κιόλας. Το βραδάκι έφτιαξε το τσάι της, πήρε και δύο μπισκότα κανέλας που ήταν τα αγαπημένα της, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άρχισε να καταστρώνει τα σχέδιά της.
Το επόμενο πρωί την βρήκε όρθια πολύ νωρίς. Έστησε το παλιοκαιρισμένο καβαλέτο της μπροστά στο παράθυρο για να βλέπει καλύτερα έξω, πήρε έναν πίνακα και άρχισε να ζωγραφίζει. Το ένα χρώμα έπεφτε πάνω στο άλλο τόσο αρμονικά, το βαθύ κόκκινο επικρατούσε σχεδόν παντού για να δώσει έμφαση στο γιορτινό κλίμα των ημερών. Ούτε έφαγε εκείνη την ημέρα, πέρασε απορροφημένη πάνω από δέκα ώρες όρθια στο ίδιο σημείο μέχρι να τελειώσει το έργο της. Τα δάχτυλά της την πόνεσαν λίγο παραπάνω, αλλά το αποτέλεσμα την δικαίωσε. Μόλις έβαλε και την τελευταία πινελιά στον καμβά, έβγαλε ένα γελάκι και αναφώνησε με ανακούφιση: « Μα τι ωραίο που έγινε! Σίγουρα θα στολίσει κάποιο τοίχο!».
Το επόμενο πρωινό σηκώθηκε πάλι πολύ νωρίς. Ο φρεσκοφτιαγμένος καφές της γαργάλαγε τα ρουθούνια. Γέμισε την κούπα της, πήρε τον καμβά, τον έστησε με καμάρι στο καβαλέτο και τράβηξε τις κουρτίνες να μπει το πρωινό φως. Καθισμένη στην θέση της, ήπιε μία γουλιά καφέ, έκλεισε για δευτερόλεπτα τα μάτια της και φαντάστηκε το επόμενο θέμα του πίνακά της. Μα τι καλύτερο θέμα από την λεμονιά την γεμάτη με τις ωραίες μυρωδάτες κίτρινες μπαλίτσες! Από κάτω θα πρόσθετε και πολλά λουλούδια από εκείνα του κήπου της, όπως ζουμπούλια, μανουσάκια και μερικά κυκλάμινα. Το απόγευμα την βρήκε πάλι στην ίδια θέση με ένα δεκάλεπτο διάλειμμα για φαγητό.
Το βραδάκι όταν την κάλεσαν τα παιδιά της στο τηλέφωνο, η φωνή της ακούστηκε σαν ενός μικρού παιδιού. Η Μαρίκα δεν είπε τίποτα, αντίθετα περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να κάνει τις αποκαλύψεις της.
Το πρωινό της επόμενης Κυριακής, μαζεύτηκαν στο σπίτι της να πιούνε το καφεδάκι τους και να φάνε τις αγαπημένες τους τηγανίτες. Όταν όλοι έμοιαζαν ευχαριστημένοι, η Μαρίκα τράβηξε τα υφάσματα από τους πίνακες. Το δωμάτιο πλημμύρισε με χρώματα και θα νόμιζε κανείς και με αρώματα. Τόσο ρεαλιστικά φαίνονταν όλα.
«Αυτά είναι τα δώρα μου για σας, να στολίσετε τους τοίχους σας!»
«Μαμά μου, τι όμορφα που τα έχεις φτιάξει! Πώς και το έκανες αυτό; Είχες να πιάσεις πινέλο από τότε που πέθανε ο μπαμπάς. Μα είναι υπέροχα!», της είπε ο Δημήτρης και συμφώνησε και η γυναίκα του
Η Μαρίκα αισθάνθηκε απόλυτα ικανοποιημένη, επιτέλους είχε κάτι να προσφέρει. Ο ένας πίνακας έφερε τον άλλο, ζωγράφιζε ασταμάτητα με αγάπη και μπόλικο μεράκι.
«Βρε μαμά μου; Έτσι που έχεις πάρει φόρα, ποιος σε σταματάει τώρα! Δεν τα πας στο μίνι μάρκετ, στην κυρία Αλέκα, να τα βάλει προς πώληση; Μαζί με τις μαρμελάδες που της δίνεις, να βάλει και αυτά. Να κάνει έναν πάγκο αφιερωμένο σε σένα, να γράψει το όνομά σου από κάτω. ‘ΤΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΑΣ’», της είπε μία μέρα ο Γιώργος όταν είχαν μαζευτεί για το κυριακάτικο καφεδάκι στο σπίτι της.
«Λέτε βρε παιδιά; Να το τολμήσω ή θα γίνω ρεζίλι;», ρώτησε με απορία η ηλικιωμένη γυναίκα.
Η μία κουβέντα έφερε την άλλη, τελικά η συμφωνία έκλεισε και επισφραγίστηκε με ένα γενναίο κομμάτι σοκολάτας, από αυτήν την ωραία με το μπόλικο κακάο και τα αμύγδαλα, να γεμίζει τα στόματά τους. Τα μικρά ενθουσιασμένα πήραν δύο κομμάτια, να τιμήσουμε την γιαγιά μας, είπαν και τα χείλια τους είχαν πάρει ένα σοκολατί χρώμα .
Το επόμενο πρωινό η Μαρίκα πήρε τους πίνακες και κίνησε για το μίνι μάρκετ. Βέβαια ένα τέτοιο μέρος δεν είναι και πολύ κατάλληλο για τέτοιου είδους “εμπορεύματα”, αλλά τι είχε να χάσει;
Η κυρία Αλέκα, μία γυναίκα γύρω στα σαράντα, στρουμπουλή με κόκκινα μάγουλα που ταίριαζαν απόλυτα με τα μαλλιά της στο ίδιο χρώμα, όταν αντίκρυσε τα έργα της ενθουσιάστηκε.
«Μπράβο σου Μαρικάκι, πάλι έκανες το θαύμα σου, είναι πανέμορφα! Βέβαια δεν ξέρω αν ο κόσμος θα τα αγοράσει, εγώ όμως θα τα βάλω κάτω από το παράθυρο να πέφτει το φως και να αναδεικνύει τα υπέροχα χρώματα που έχεις βάλει. Βλέποντας και κάνοντας αγαπητή μου».
Η Μαρίκα έφυγε ευχαριστημένη, είχε πάρει και μία μικρή προκαταβολή έτσι για το καλό, όχι σπουδαία πράγματα αλλά κάτι θα έκανε με αυτά.
Κάθε πρωί πριν πιει τον καφέ της, τηλεφωνούσε στην Αλέκα για να ρωτήσει αν πουλήθηκε κάτι. Ο κόσμος τα έβλεπε αλλά δεν έκανε καμία κίνηση. Πόσο λυπόταν για αυτό, πάνε τα δώρα για τα παιδιά, τι να πρωτοπληρώσει με την μικρή της σύνταξη; Λογαριασμοί, φαγητό και τίποτα άλλο.
«Μην απελπίζεσαι Μαρίκα μου, ο Θεός θα κάνει το θαύμα Του, θα δεις. Η καρδιά σου είναι τόσο καλή και γεμάτη αγάπη, δεν πάνε χαμένα τέτοια χαρίσματα»
Όταν μπήκε η επόμενη εβδομάδα, ο δήμαρχος της περιοχής έκανε μία μικρή επίσκεψη στο μίνι μάρκετ. Τέτοιες μέρες πέρναγε από όλα τα μαγαζιά της περιοχής για να δώσει το παρόν, να πει την καλημέρα του και να δώσει τις ευχές του για τις γιορτινές μέρες. Έκανε μία γύρα στο μαγαζί, αγόρασε τα αγαπημένα του μπισκότα και μόλις ήταν έτοιμος να φύγει, το μάτι του έπεσε στο παράθυρο, ο ήλιος έλουζε ελαφριά με τις ακτίνες του τους καμβάδες της Μαρίκας.
«Μα τι όμορφοι που είναι! Ποιος τα έχει φτιάξει; Μέσα από την απλότητά τους αναδεικνύεται μία ιδιαίτερη καλαισθησία. Τι χρώματα, λες και θα σκύψεις και θα τα μυρίσεις όλα αυτά τα λουλούδια!», είπε ο δήμαρχος με την βροντερή του φωνή
«Ααα, τα έχει φτιάξει η Μαρίκα μας, η χήρα του ταχυδρόμου, του συγχωρεμένου του Πέτρου. Τα πουλάει φτηνά για να μπορεί να τα αγοράσει ο κόσμος. Όλοι κάνουμε κάποιο δώρο τέτοιες μέρες, ας είναι ένα από αυτά», απάντησε η Αλέκα
«Μα αυτά να τα βάλουμε στην έκθεση μας! Θα στείλω έναν υπάλληλο να τα πάρει. Θα μιλήσω εγώ με την Μαρίκα, να την ενημερώσω ο ίδιος»
Η Μαρίκα έμεινε άφωνη, πόσο χάρηκε για αυτά τα νέα. Πήρε θάρρος και ζωγράφισε και άλλους δύο και τους άφησε στο δημαρχείο. Ήταν σίγουρη ότι θα τα πουλούσε όλα τα έργα της, γιατί από την έκθεση περνούσε τόσος κόσμος. Μάταια, κανείς δεν είχε δείξει ενδιαφέρον. Τι κρίμα, είχε εναποθέσει σε αυτά όλες τις ελπίδες. Τελικά το μόνο που μπόρεσε να αγοράσει για τα εγγόνια της ήταν δύο σοκολάτες σε μεγαλύτερη συσκευασία, αυτές με τους ξηρούς καρπούς και τα πολλά αμύγδαλα. Τίποτε άλλο! Ούτε ένα επιτραπέζιο, ούτε μια μικρή μπάλα. Φυσικά τα παιδιά ήταν τόσο ευχαριστημένα με όσα είχαν, οι σοκολάτες ήταν ό,τι καλύτερο τελικά, τρώγονται κιόλας!
Η Μαρίκα όμως συνέχισε να ζωγραφίζει, με τα λιγοστά μέσα που διέθετε έφτιαξε και άλλους καμβάδες. Τα θέματα από την καθημερινότητα της γειτονιάς. Ο μανάβης με τα πορτοκάλια του, ο φούρναρης με τα ψωμιά του. Ήταν για αυτήν το καταφύγιό της, η ενασχόληση με την τέχνη έμοιαζε φάρμακο στην ψυχή της που ένιωθε ότι ο χρόνος πια μετρούσε εις βάρος της. Τα χρόνια πέρναγαν, πόσο θα ζούσε ακόμη; Ας έκανε αυτό που αγαπούσε από τα νιάτα της. Μέχρι που έγινε το θαύμα. Πέρασε από το δημαρχείο και τον εκθεσιακό χώρο ένας συλλέκτης έργων από μία μεγάλη και σπουδαία γκαλερί των Αθηνών. Το μάτι του έπεσε στα έργα της Μαρίκας. Αμέσως κατάλαβε ότι ο καλλιτέχνης που κρυβόταν πίσω από αυτά είχε μια ιδιαιτερότητα που ήταν διάχυτη και στα έργα του.
«Α, είναι η γιαγιά Μαρίκα, μία ηλικιωμένη που τα φτιάχνει με μεράκι και τα πουλάει», απάντησε ο δήμαρχος.
«Ωραία, θα πάρω τρία να τα εκθέσω στην γκαλερί μαζί με κάποια άλλα έργα αγνώστων δημιουργών. Οι εικόνες, οι άνθρωποι μοιάζουν να σου μιλούν, τα λουλούδια νομίζεις ότι θα τα μυρίσεις. Έχει ψυχή αυτή η γιαγιά. Οι εικόνες είναι τόσο ζεστές και ειλικρινείς!»
Ο συλλέκτης επισκέφτηκε την Μαρίκα στο σπίτι της, η χαρά της δε ήταν τεράστια. Πού να τον φανταζόταν ότι αυτή θα ήταν η επίσημη αρχή μιας νέας καριέρας, εκείνης της ζωγράφου!
Βέβαια πάλι υπήρχαν εμπόδια, οι κριτικοί τέχνης δεν μίλησαν με ενθαρρυντικά λόγια για εκείνη, όμως ο κόσμος που ήθελε κάτι πιο απλό, πιο οικείο, είχε τον τελικό λόγο.
Πέρασε ένας χρόνος μέχρι τα έργα της να γίνουν ανάρπαστα. Η Μαρίκα διακρίθηκε για την απλότητά της, το πηγαίο ταλέντο της, οι εφημερίδες και οι δημοσιογράφοι την πολιόρκησαν. Εκείνη τους υποδεχόταν πάντα με έναν ζεστό καφέ και κουλούρια κανέλας. Τους μίλησε με την αθωότητα που την διέκρινε και το απλό της χαμόγελο για τα νιάτα της, για το πώς εμπνεύστηκε τα θέματά της, ακόμη και για τα όνειρά της.
Η Μαρίκα έγινε διάσημη στην ηλικία των εβδομήντα τριών χρόνων. Ζωγράφιζε την φύση γύρω της, τα παιδιά που παίζουν στις αυλές, τα κύματα που σκάνε με χάρη στην ακροθαλασσιά. Συνδύαζε τόσο τέλεια και αρμονικά τα χρώματα μεταξύ τους, τα παστέλ με τα έντονα, τα θερμά με τα ψυχρά με τέτοιο τρόπο, ώστε να νιώθει κανείς το φως διάχυτο στον καμβά όπως το φυσικό. Επιτέλους απέκτησε αρκετά χρήματα για να προσφέρει τα καλύτερα δώρα στα παιδιά και στα εγγόνια. Η υπογραφή της “Γιαγιά Μαρίκα”, ήταν το αποτύπωμα του δημιουργικού της ελεύθερου πνεύματος.
Έζησε μέχρι τα ογδόντα πέντε της, διάσημη πια, δημιούργησε πάνω από χίλιους πίνακες, στους οποίους αποτύπωσε όλες τις αναμνήσεις της από τα παλιά, τα ευτυχισμένα χρόνια που έζησε με τον άντρα της, όλη της η ζωή αποτυπωμένη σε μία μικρή επιφάνεια. Η χαρά, η γαλήνη, η ομορφιά που βίωσε μαζί του, αλλά και μετά η αγάπη που εισέπραττε από τα παιδιά και τα εγγόνια, βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από τα χρώματα και τα σχήματα. Οι κριτικοί δεν ήταν φιλικοί μαζί της, όμως η ειλικρίνεια των έργων της άγγιζαν τις ψυχές του κόσμου.
Με την τέχνη της είχε καταφέρει να μπει στα σπίτια του κόσμου. Ο φακός την λάτρεψε, ο κόσμος το ίδιο. Το χαμογελαστό της πρόσωπο έγινε πρωτοσέλιδο σε πολλά περιοδικά, κυρίως καλλιτεχνικά. Πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι την δέχτηκαν στα γραφεία τους για να την συγχαρούν για την τόλμη της και το ταλέντο της.
Ο φόβος τελικά είναι αυτός που μας περιορίζει στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας, κρατάει δέσμιο το μυαλό μας, αλλά η ψυχή που θέλει να είναι ελεύθερη, παρασύρει τις αισθήσεις σε ένα μοναδικό πέταγμα στους γαλάζιους ουρανούς. Τι σημαίνει τέχνη; ΖΩΗ! ΑΓΑΠΗ! ΘΑΡΡΟΣ!
Αυτές ήταν μερικές από τις δηλώσεις της σε ένα καλλιτεχνικό περιοδικό, στο εξώφυλλό του το γλυκύτατο πρόσωπό της πλαισιωμένο με τα λευκά μαλλιά της ήταν αρκετό για να εμπνεύσει ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Η καλύτερη περίοδος για να δει κανείς την ζωή με άλλο μάτι, αυτό το ρεζερβουάρ εμπειριών που έχει κανείς γεμίσει, είναι αρκετό για να βοηθήσει τους νεότερους. Η Τρίτη ηλικία δεν είναι ταμπού, δεν είναι τιμωρία. Κάθε μέρα που έρχεται είναι μοναδική, είναι Θείο Δώρο!
Δήμητρα Καμπόλη
