Πικρή βανίλια

“Όλα έτοιμα;”
“Όλα και όλοι στις θέσεις τους”
“Τέλεια! Μπορούμε να ανοίξουμε τις πόρτες. Σε λίγα λεπτά θα αρχίσει να καταφτάνει όλη η ελίτ της πόλης”
“Και καλά για να ενημερωθούν για τα ζώα προς εξαφάνιση”, είπε ειρωνικά η Νίκη, το δεξί χέρι της Βάσιας, μιας από τις καλύτερες οργανώτριες δεξιώσεων στη χώρα.

Αυτή τη φορά, είχε αναλάβει εκ μέρους ενός πασίγνωστου στον χώρο των real estate, πελάτη, μια φιλανθρωπική εκδήλωση για τα ζώα προς εξαφάνιση στις δασικές περιοχές, λόγω αποψίλωσης.
“Πραγματική ειρωνεία”, απάντησε χαμηλόφωνα, ώστε να ακουστεί μόνο στα άτομα που ήταν καλωδιωμένα με την ενδοεπικοινωνία, όταν είδε τη Νίκη να βηματίζει γρήγορα προς το μέρος της και αγχώθηκε που δεν ήταν στο πόστο της
“Τι συνέβη;”, τη ρώτησε πριν καν φτάσει δίπλα της
“Ξέρεις ποιος είναι ο πελάτης μας;”, ρώτησε η Νίκη όλο ενθουσιασμό
“Γι’ αυτό ήρθες μέχρι εδώ; Γύρνα στη θέση σου, σε παρακαλώ!”, της είπε φανερά εκνευρισμένη η Βάσια
“Είναι ο Κάι Αλφόνσο!”
“Νίκη, σε παρακαλώ, μην παίζεις με τα νεύρα μου, γύρνα στη θέση σου!”
“Ο εγγονός! Έρχεται!”

Η Βάσια της έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, αλλά δεν είπε τίποτα. Έστρεψε την προσοχή της προς τον άντρα που πλησίαζε και κατάλαβε αμέσως γιατί η Νίκη αντέδρασε έτσι. Ένα ψηλό σώμα με φαρδιές πλάτες, τις οποίες τόνιζε το πανάκριβο σκούρο μπλε κουστούμι, συνόδευαν πυκνά μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και μια στραβή μύτη που τόνιζε την γοητεία του. Στάθηκε μπροστά της και ένας συνδυασμός από πικρή βανίλια και ανθό πορτοκαλιού κυρίευσε τις αισθήσεις της. Ήθελε να κλείσει τα μάτια και να αφήσει την μυρωδιά να την συνεπάρει. Αδύνατον.

“Βάσια Δραγούμη. Χάρηκα”, είπε ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της και άπλωσε το χέρι της. Μια θέρμη περιτύλιξε το δεξί της χέρι, όταν αυτό χάθηκε μέσα στην μεγάλη παλάμη του Κάι.
“Κάι Αλφόνσο, ο νεότερος. Παρομοίως”, απάντησε με μια τραχιά, αυστηρή φωνή και άφησε σε αργή κίνηση το χέρι της Βάσιας.
“Να σας κατευθύνω προς το πόντιουμ. Το λάπτοπ και η παρουσίαση είναι έτοιμα. Ανυπομονούν όλοι για τον λόγο σας”, ολοκλήρωσε και πέρασε μπροστά ώστε να τον καθοδηγήσει.

Η ομιλία ήταν άκρως βαρετή, αν και καλοστημένη. Τεράστια ποσά διατέθηκαν εκείνο το βράδυ για αναδασώσεις και προστασία ζώων που κινδυνεύουν από εξαφάνιση, από ανθρώπους που φορούσαν δερμάτινα ρούχα, από δέρμα ζώου, και γούνες!

Μέχρι τις 11 το βράδυ το event είχε ολοκληρωθεί και οι καλεσμένοι, όπως και οι κάμερες, είχαν αρχίσει να αποχωρούν. Η Βάσια τα άφησε όλα υπό την εποπτεία της Νίκης, η οποία και αποχώρησε μετά από λιγο. Κάθισε σε ένα μικρό χολ στο βάθος της αίθουσας που δεν το έπιανε το μάτι, αφαίρεσε την ενδοεπικοινωνία και έβγαλε τα παπούτσια. Έκατσε σταυροπόδι πατώντας όλο το πέλμα του δεξιού ποδιού στο πάτωμα και ακούμπησε την πλάτη της πίσω. Επιτέλους μπορούσε να αφήσει όλο το συσσωρευμένο άγχος – αν και δημιουργικό – να βγει από μέσα της. Χάζευε στο κενό και έπαιρνε ρυθμικά ανάσες.

“Μήπως ενοχλώ;”
Η Βάσια έβγαλε ένα ουρλιαχτό το οποίο προσπάθησε να καλύψει γρήγορα βάζοντας και τα δύο χέρια στο στόμα της. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα. Όλο το επαγγελματικό της προφίλ ένιωσε πως διαλύθηκε σε μια στιγμή!

“Με συγχωρείτε κύριε Αλφόνσο. Φυσικά και δεν ενοχλείτε. Υπέθεσα ότι είχατε φύγει, αλλιώς δεν θα είχα αποχωρήσει από το πόστο μου”
“Να καθίσω;”
Η Βάσια ξεροκατάπιε και με μια κίνηση του χεριού έδειξε την μοναδική καρέκλα που ήταν δίπλα της, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει με τα πόδια της τις γόβες κάτω από το τραπέζι.

“Ήθελα να σας ευχαριστήσω και προσωπικά για την οργάνωση της σημερινής εκδήλωσης. Κάνατε καλή δουλειά”, είπε σε αυστηρό ύφος χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τη Βάσια
“Ευχαριστούμε. Η δική σας ικανοποίηση είναι και δική μας επιβράβευση”
“Χμ, κλισέ”, απάντησε ο Κάι. Η Βάσια δεν ήξερε αν έπρεπε να φανερώσει ή να κρύψει τον ενθουσιασμό της που κάποιος της υψηλής κοινωνίας δεν συγκινούνταν με κάτι τέτοια. Προτίμησε να διατηρήσει το επαγγελματικό της προφίλ.
“Βάσει αυτών των κλισέ μάς επιλέξατε για την εκδήλωσή σας και όπως μου είπατε μείνατε ευχαριστημένος”

Ένιωσε το βλέμμα του Κάι να την καίει. Δεν είχε γυρίσει να τον κοιτάξει ακόμα. Όταν το έκανε, επιβεβαίωσε και την αίσθηση που είχε. Τα μαύρα μάτια του απέπνεαν μια δύναμη και ταυτόχρονα κάτι τρομαχτικό. Σιωπή είχε κατακλύσει τον χώρο.

Όταν πήρε το βλέμμα του από τα μάτια της και το περιέφερε στα χείλη και έπειτα στο μπούστο της, όπου στάθηκε ευθαρσώς για λίγο, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Και μετά πάλι την κοίταξε ευθεία μέσα στα καστανά μάτια της.

Η Βάσια ξερόβηξε στην προσπάθειά της να διαλύσει την σιωπή που τους είχε κυκλώσει κι έπειτα συνέχισε: “Ευχαριστείστε εκ μέρους μου και των συνεργατών μου τον παππού σας. Ήταν τιμή μας να συνεργαστούμε με έναν Αλφόνσο. Καλή επιστροφή στην Ιταλία”, ολοκλήρωσε και σηκώθηκε. Ο Κάι σηκώθηκε μαζί της και στάθηκε μπροστά της. Έκανε νόημα στους δύο μπράβους του που στέκονταν λίγα μέτρα πίσω του να φύγουν κι εκείνοι εξαφανίστηκαν στο λεπτό.

“Είστε λίγο αγενής”, της είπε με λόγια που βγήκαν από το στόμα του σαν ξυράφια και διαπέρασαν το είναι της. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει, αλλά όχι από ντροπή. Ούτε που ήξερε τον άντρα απέναντί της και παρόλα αυτά μέσα της ένιωθε κάτι περίεργο να την κυριεύει. “Γιατί βιάζεστε να με διώξετε, δεσποινίς Δραγούμη; Τόσο αφόρητη σας είναι η παρουσία μου;”
“Μα τι λέτε;”, απάντησε προσπαθώντας να μην αφήσει να φανεί ότι έτρεμε η φωνή της
“Τότε γιατί με αποφεύγετε όλο το βράδυ; Είμαι το εξέχον πρόσωπο κι από εσάς έχω δεχτεί μόνο δύο εντολές και έναν χαιρετισμό. Το θεωρείτε σωστό;”

Η Βάσια κόμπιασε. Να τη πάλι αυτή η μυρωδιά πικρής βανίλιας και πορτοκαλιού. Ο Κάι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Η Βάσια ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Άλλο ένα κι άλλο ένα, μέχρι που η καυτή πλάτη της βρήκε στον παγωμένο τοίχο. Ο Κάι στέκονταν σε απόσταση αναπνοής.
“Θεωρείς σωστό να με υποδέχεται σε μια από τις πιο σημαντικές μέρες της καριέρας μου μια γυναίκα… έτσι;”
“Τί εννοείτε ‘έτσι;’”
Ο Κάι έφτασε σε σημείο που η Βάσια ένιωθε το ύφασμα από το κουστούμι του πάνω της.

“Με μαύρο φόρεμα από ατόφιο μετάξι που αφήνει ακάλυπτη την πλάτη και τις γάμπες και τυλίγει τόσο προκλητικά τις καμπύλες σου…”, είπε και ακούμπησε με την εξωτερική πλευρά του δεξιού του χεριού τον αριστερό ώμο της. Έπειτα πέρασε από το μπράτσο, τον πήχη της και κατέληξε χαμηλά στο χέρι όπου οι σφυγμοί της είχαν γίνει ακανόνιστοι. Κράτησε με δύναμη τον καρπό της έτσι που να το αισθάνεται και η ίδια. “…με αυτά τα χάλκινα μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά”, είπε και έπιασε τα μαλλιά της με το άλλο χέρι “…κι αυτά τα κόκκινα χείλη, που θα πρέπει οπωσδήποτε να χαλάσουν…”, συνέχισε και έφερε το χέρι από τα μαλλιά στο στόμα με βασανιστικά ήρεμες κινήσεις. Πέρασε τον αντίχειρα πάνω από το κάτω χείλος της και όντως χάλασε ένα μέρος του κραγιόν της.

Η Βάσια ήξερε ότι έπρεπε να φύγει από εκεί. Είχε απέναντί της έναν άντρα που τον γνώριζε μόλις λίγες ώρες, αλλά το καυτό του άγγιγμα, η βαριά του φωνή με σπαστή ιταλική προφορά, τα μεγάλα μαύρα μάτια που απέπνεαν τέτοια κτητικότητα και το μυώδες παρουσιαστικό του κάτω από το επιβλητικό κουστούμι την απέτρεπαν από το να ακούσει τη λογική.

Ακολούθησε σιωπή, ενώ οι δύο τους κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια. Το μόνο που έσπαγε την εκκωφαντική ησυχία ήταν η βαριά ανάσα της Βάσιας που ήταν έτοιμη να διαλυθεί ξεδιάντροπα στα χέρια του Κάι. Εκείνος πλησίασε αργά και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. “Είσαι ένας πειρασμός… Τι πρέπει να κάνω με σένα;”, τη ρώτησε ψιθυριστά και η Βάσια ανταπέδωσε με ένα φιλί άγριο, απελπισμένο και απεγνωσμένο.

Η γεύση του ήταν ακριβώς όπως την είχε φανταστεί. Πικρή βανίλια και πορτοκάλι κατέκλυσαν το στόμα της. Ο Κάι τράβηξε με μια κίνηση το φερμουάρ του φορέματος της και όταν έπεσε κάτω την πήρε αγκαλιά φέρνοντας τους γοφούς της στους μηρούς του. Η Βάσια πέρασε τα χέρια της μέσα στα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Τον κοίταζε σχεδόν ικετευτικά. Δεν χρειάστηκε κάτι άλλο για να την κάνει δική του. Πάλευαν και οι δύο να μην ακουστούν μέσα στην απόλυτη ησυχία, ενώ μικρά βογγητά ξέφευγαν από την Βάσια. Τελείωσαν μαζί και ο Κάι αρνούνταν να την αφήσει από πάνω του. Παρόλα αυτά έπρεπε.

Η Βάσια ακούμπησε με πόδια που έτρεμαν στο πάτωμα και φόρεσε το φόρεμά της. Έπιασε ξανά τα μαλλιά σε μια δυνατή κοτσίδα και προσπάθησε να σουλουπώσει το μακιγιάζ της.

Ο Κάι την κοίταζε καθιστός όσο εκείνη περιποιούνταν τον εαυτό της. “Τι;”, τον ρώτησε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση
“Έχεις υπέροχη γεύση”
Η Βάσια κοκκίνισε.

“Κι εγώ, αγαπώ την βανίλια”. Ένα μικρό χαμόγελο μαλάκωσε το αυστηρό πρόσωπό του. Σηκώθηκε και την πλησίασε ξανά. Πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της
“Έκανα σωστή επιλογή”
“Έτσι φαίνεται”, απάντησε και χαμογέλασαν ακουμπώντας ο ένας στο κούτελο του άλλου.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading