Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Η πρώτη νύχτα στη Μεθυστόπολη

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Η πρώτη νύχτα στη Μεθυστόπολη

Του Σεραφείμ Αναστούλη
(Τεύχος Ιανουαρίου, 1900, σελ. 6-12)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Η ακόλουθη ιστορία είναι από τις πιο ιδιαίτερες που έχουμε δημοσιεύσει σε αυτό το περιοδικό και χαίρομαι που ξεκινάμε το νέο έτος, τον νέο αιώνα, με ένα τόσο διαφορετικό διήγημα. Ο κύριος Αναστούλης, γνωρίζοντάς μας τον κόσμο της Μεθυστόπολής του, ξεπέρασε εαυτόν και πραγματικά χαίρομαι που προτίμησε το δικό μας περιοδικό για να δημοσιευτεί αυτή η ιστορία του.
Δεν θέλω να γράψω κάτι άλλο για το διήγημα, καθώς η ανάγνωσή του είναι μια μοναδική εμπειρία. Το μόνο που θα επισημάνω, αγαπητέ αναγνώστη, είναι ότι, παρά την προσπάθεια του συγγραφέα να μας προειδοποιήσει για αυτό το μέρος, εγώ προσωπικά θα πήγαινα να μείνω στη Μεθυστόπολη.
Μίνα Έιμς

Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που έφτασα στο Μεθύσι και μόνο τώρα μπόρεσα να κάτσω και να γράψω για εκείνη τη βραδιά, την πρώτη μου Μεθύχτα της Μεθυσμονής. Κι έχω λόγο που γράφω τώρα κι όχι τότε.

Βγήκα από το μέρος που είχα καταλύσει, το οποίο, όπως όλες οι οικίες εδώ στη Μεθυστόπολη, ήταν σε σχήμα ποτηριού: συμπαγές στον πάτο, που όλο και άνοιγε και στρογγυλοποιούνταν προς τα πάνω, με τη σκεπή να περιβάλλεται από τρεις επιπλέον στρώσεις πετρών, έτσι ώστε να θυμίζουν το χείλος του ποτηριού. Όπως όφειλε οποιοσδήποτε ήθελε να έρθει στο νησί, έτσι κι εγώ είχα δηλώσει στους μεθύλακες (φύλακες του νησιού, δηλαδή, στο οποίο ήθελα να πάω) που μετέφεραν τον κόσμο από τον Πειραιά με το μικρό πλοιάριο ότι έπινα κυρίως μπίρα, κι έτσι, κατά τη δική τους παρότρυνση, όταν έφτασα, επέλεξα να μείνω σε μια μεγάλη πολυκατοικία που είχε μια φθαρμένη μεταλλική προεξοχή στη δεξιά πλευρά, η οποία συνέδεε τον τέταρτο όροφο με το ισόγειο και που δεν είχε καμιά χρησιμότητα πέραν του να μοιάζει με λαβή γυάλινου ποτηριού.

Είδα τα απέναντι σπίτια και μαγαζιά, που έμοιαζαν με ποτήρια ή μπουκάλια ποτών. Ανέπνευσα τον βαρύ, ξινό αέρα της πόλης και του Μεθυσιού (του νησιού που «όλοι μεθάνε και διασκεδάζουν κάθε μέρα και νύχτα», δηλαδή, που είχε ως πρωτεύουσα τη Μεθυστόπολη). [Σημειωτέον, στο νησί κάθε τι έπρεπε να έχει μετονομαστεί, αποτελούμενο πλέον από δύο συνθετικά, με το πρώτο να προέρχεται από το «μεθύσι» (Μεθυστόπολη, μεθύλακες, μεθυνείο -από το καφενείο- κλπ)]. Ήταν βράδυ, το πρώτο μου εδώ. Είχα έρθει εσπευσμένα, σε μια προσπάθεια να αποφύγω να με πιάσουν οι χωροφύλακες για τις κλεψιές που είχα κάνει στον Πειραιά. Είχα ακούσει και διαβάσει για το Μεθύσι και την περίφημη πρωτεύουσά του, όπου ο Νόμος της υπόλοιπης Ελλάδας δεν ίσχυε εκεί. Άπαξ και απευθυνόταν κάποιος στους μεθύλακες που είχαν αναλάβει να καταγράφουν και να μεταφέρουν ανθρώπους στο νησί, τότε εκείνοι τον έβαζαν αμέσως στο μεθύλοιο Κανάτα (στο πλοίο του Μεθυσιού, δηλαδή) και οι Αρχές της χώρας αδυνατούσαν να επέμβουν. Το Μεθύσι ήταν, ουσιαστικά, ένα αυτόνομο κράτος καταμεσής του Αιγαίου, το οποίο δεν ανήκε μήτε στην Ελλάδα, μήτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (ή σε όποια άλλη χώρα είχε διεκδικήσει εδάφη εδώ τριγύρω). Είχε μόνιμο πληθυσμό έξι χιλιάδων κατοίκων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ζούσαν στη Μεθυστόπολη, κι αυτό ήταν κάτι που με είχε κάνει να απορήσω: πώς ήταν δυνατό, μιας και ήταν γνωστό ότι πολλοί άνθρωποι έφευγαν από την Ελλάδα (και όχι μόνο) για το εν λόγω νησί;

Αν και είχα μόλις λίγες ώρες στη Μεθυστόπολη, αμέσως είχα αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί ήθελαν τόσοι πολλοί άνθρωποι να έρθουν και γιατί όλες οι εφημερίδες είχαν συχνά κάποιο άρθρο για τούτο το μέρος. Το κρασί, η μπίρα, το ουίσκι, το ούζο, το τσίπουρο, το σάκε της Ιαπωνίας και πολλά, πολλά ακόμα ποτά έρεαν άφθονα μέρα και νύχτα στα σπίτια, τα μαγαζιά, στους δρόμους. Όλοι οι άνθρωποι που είχα συναντήσει, άνδρες και γυναίκες (μα κανένα παιδί) κρατούσαν είτε κάποιο μπουκάλι, είτε ένα ποτήρι με το πιοτό της αρεσκείας τους. Γελούσαν και τραγουδούσαν, έπεφταν και σηκώνονταν όποτε ήθελαν ή μπορούσαν. Στην πολυκατοικία όπου είχα καταλύσει, βρήκα ποτήρια με μπίρα σε τους διαδρόμους όλων των ορόφων –και ήπια δύο κι εγώ, φυσικά, μετά από το πολύωρο ταξίδι, αν και εκεί στο μεθύλοιο είχα πιει επίσης.

Οι Αρχές της πόλης, οι μεθύλακες, είχαν μηδαμινή παρουσία στους δρόμους και, απ’ ό,τι καταλάβαινα, δεν έδιναν καμιά σημασία στους μεθυσμένους (σε όλους τους πολίτες, δηλαδή). Απ’ ό,τι έμαθα από έναν άλλο ένοικο, ο μεθύμαρχος (ο δήμαρχος) ήθελε να πίνουν και να διασκεδάζουν όλοι ανενόχλητοι, μιας και γι’ αυτό υπήρχε τούτο το μέρος, το απομακρυσμένο από άλλες χώρες. Βέβαια, όταν έφτασε το μεθύλοιο στο λιμάνι, εγώ είχα δει πως υπήρχαν ψηλά τείχη με κανόνια γύρω από τις ακτές, ενώ οι μεθύλακες ήταν πολλοί εκεί πέρα, και οπλισμένοι με τουφέκια και πιστόλια και κλομπ και χειροπέδες. Τα πέντε άλλα πλοία που υπήρχαν εκεί ήταν μεγάλα πολεμικά, με κανόνια κι αυτά. Υπέθεσα ότι το Μεθύσι ήταν περιφραγμένο και φρουρούμενο απ’ άκρη σ’ άκρη, αλλά εντός του τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, πολύ διονυσιακά, θα μπορούσα να πω, με γλέντια και χορούς και πιοτό μέχρι τελικής πτώσεως.

Οι τίτλοι των εφημερίδων που είχα διαβάσει για το Μεθύσι ήταν σαν αυτούς: «ΟΛΟΙ ΜΕΘΟΥΝ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΗΣΙ!», «ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΔΩ, ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΣΙ Ή ΤΗΝ ΜΠΙΡΑ ΤΟΥ!», «ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΝΙΩΘΟΥΝ ΝΕΟΙ!», «ΑΚΟΛΑΣΙΕΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΤΟΠΟ! ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΣ;», «ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΣΕ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΑΠΟΜΑΚΡΟ ΜΕΡΟΣ;» και «ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΗΣΙ, ΝΑ ΖΟΥΝ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΚΟ!»
Προφανώς, κάποιοι από τους δημοσιογράφους είτε δεν ήθελαν να καταλάβουν, είτε είχαν σταλεί επί τούτου για να γράψουν τα χειρότερα για το νησί, έτσι ώστε να αποτρέψουν τον κόσμο να καταφύγει σε αυτό. Αναρωτιόμουν, όταν ήρθαν, άραγε δε δοκίμασαν να ζήσουν για λίγο σαν τους ντόπιους; Ή ούτως ή άλλως, θα έγραφαν ό,τι είχαν εντολές να γράψουν;

Όπως και να είχε, εγώ ήξερα ότι, αν ποτέ χρειαζόταν, θα μπορούσα να καταφύγω στο Μεθύσι και τη Μεθυστόπολη. Με την ζωή που έκανα, διαβιώντας στους δρόμους, σε παράγκες και κλέβοντας ό,τι μπορούσα (έτσι με είχε μάθει η μάνα μου, άλλωστε, ο Θεός να την αναπαύει), ήταν βέβαιο ότι θα κατέληγα ή νεκρός ή φυλακισμένος ή σε αυτόν τον τόπο. Και τότε, ενώ με κυνηγούσαν οι χωροφύλακες με τα κλομπ ανά χείρας στους δρόμους του Πειραιά, μου φάνηκε καλή ιδέα να πάω στο Μεθύσι. Ήθελα να ζήσω και οι μεθύλακες με το πλοιάριο περίμεναν καρτερικά, καπνίζοντας και πίνοντας τον καφέ τους. Απ’ ό,τι έμαθα αργότερα από εκείνον τον ένοικο (και μου προκάλεσε νέες απορίες), κανείς δεν είχε δει τους μεθύλακες να πίνουν κρασί ή μπίρα ή οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση τους, πέραν από πολύ σπάνιες περιστάσεις, με βασικότερη να είναι η Μεθύχτα της Μεθυσμονής (η νύχτα της προσμονής), οπότε και κάθε άνθρωπος που έφτανε με σκοπό να μείνει στο νησί θα έπινε για πρώτη φορά από το μοναδικό πιοτό που παρήγαγαν εδώ, το Μεθιχώρ, το πιο νόστιμο, το πιο εκλεκτό πιοτό που είχε παραχθεί ποτέ και το οποίο το έπιναν μόνο μία νύχτα κάθε χρόνο, όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι -κανένας άλλος, επισκέπτης, δημοσιογράφος κλπ. Η τελετή αυτή είχε πολύ μεγάλη σημασία για το νησί και γινόταν την πρώτη νύχτα μετά την άφιξη του κάθε υποψήφιου νησιώτη που θα έκανε πατρίδα του το Μεθύσι.

Τούτη τη βραδιά θα έπινα κι εγώ το Μεθιχώρ και θα γινόμουν επισήμως κάτοικος της Μεθυστόπολης.

Ήξερα ότι υπήρχε ένα μεγάλο λευκό άγαλμα έξω από το δημαρχείο. Ήταν το μνημείο του δημιουργού του Μεθυσιού, ο οποίος ήταν ντυμένος με αρχαιοελληνικό μανδύα και κρατούσε γερτά μια κανάτα, από την οποία έρεε το Μεθιχώρ μια φορά το χρόνο ή όποτε κατέφτανε ένας νέος κάτοικος. Σύμφωνα με τον ένοικο που είχα συνομιλήσει όταν έφτασα, η κανάτα γέμιζε μαγικά, χωρίς την παρέμβαση κάποιου ανθρώπου (του μεθύμαρχου ή οποιουδήποτε άλλου). Επίσης, ήταν γενικώς μια μαγική βραδιά, κι αυτό θα το καταλάβαινα μόνο όταν θα τη ζούσα ο ίδιος.

Στους δρόμους, οι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να συσσωρεύονται και να κατευθύνονται προς το δημαρχείο. Είχα ξαναδεί ανθρώπους να πηγαίνουν ομαδικώς προς ένα μέρος, αλλά, απ’ όσα είχα ακούσει και δει για τη Μεθυστόπολη, μου φάνηκε κάπως παράδοξο να βλέπω όλους αυτούς να συμπεριφέρονται σαν ένας στρατός. Το ακόμα πιο περίεργο ήταν που δεν κρατούσαν μπουκάλια ή ποτήρια, αλλά δεν έδειχναν την παραμικρή ενόχληση. Αν ίσχυαν όσα μου είχε πει ο ένοικος, τη Μεθύχτα της Μεθυσμονής ενός νέου κατοίκου όλοι μεθούσαν από το δικό του πιόμα. Ήταν σαν το Μεθιχώρ να μεταφερόταν από τον πότη σε όλους με κάποιον αδιανόητο τρόπο.

Είδα και αναγνώρισα ανάμεσα στο πλήθος τους άλλους υποψήφιους κατοίκους που είχαν έρθει μαζί μου χθες. Αυτοί, όπως κι εγώ, θα είχαν την τιμητική τους, μιας και θα γεύονταν για πρώτη φορά το Μεθιχώρ. Και πάλι όπως κι εγώ, έδειχναν συγκρατημένο ενθουσιασμό. Αναρωτιόμουν, όμως, αν είχαν κι εκείνοι απορήσει με κάποια πράγματα που είχαν δει ή και ακούσει για το Μεθύσι.
Άκουσα πίσω μου τον ένοικο και μετά ένιωσα να με τραβάει από το πουκάμισο. Έλα, μου είπε, χαμογελαστός. Είναι η ώρα να πάμε. Είναι η ώρα να μεθύσεις από το πιοτό μας.
Ένευσα και τον ακολούθησα στους πετρόχτιστους δρόμους.

Δε χρειαστήκαμε πάνω από δέκα λεπτά για να φτάσουμε –το δημαρχείο, ή μεθυαρχείο, ήταν στο κέντρο της πόλης, πολύ κοντά όπου κι αν έμενες. Η μόνη μας ουσιώδη καθυστέρηση ήταν οι άλλοι κάτοικοι που προχωρούσαν σχετικά αργά.

Φτάσαμε στην πλατεία και, χάρη στα φανάρια στους γύρω δρόμους, αλλά και τους στύλους με τα αναμμένα δαδιά που είχαν στηθεί κοντά στο άγαλμα, είδα έξω από το χαμηλοτάβανο, σε σχήμα βαρελιού μεθυαρχείο, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα, έναν παχουλό άντρα με μουστάκι, αλλά και τρεις μεθύλακες πίσω του. Αυτός είναι ο μεθύμαρχος, είπε ο ένοικος. Θα σας αναγγείλει εσάς που ήρθατε χθες και θα πάτε κοντά του.
Δεν απάντησα, αλλά περίμενα. Ένιωθα νευρικότητα, παρότι οι άλλοι γύρω μου, άνδρες και γυναίκες, χαμογελούσαν και ξερογλείφονταν, κοιτώντας κυρίως το άγαλμα με την κανάτα. Η αψιά μυρωδιά του πιοτού και του ιδρώτα που με κατέκλυζε δε βοηθούσαν να νιώσω καλύτερα. Επίσης, για πρώτη φορά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο Μεθύσι, δεν άκουγα φασαρία, κι αυτό, οφείλω να πω, ήταν από τη μια ευπρόσδεκτο και από την άλλη ανησυχητικό. Ηρέμησαν λίγο τα αυτιά μου, αλλά τόση ησυχία εδώ…

Τότε άρχισε να μιλάει ο μεθύμαρχος, ζητώντας αρχικά να πλησιάσουμε όσοι είχαμε έρθει με το χθεσινό μεθύλοιο. Ανέφερε και τα ονόματά μας, για να σιγουρευτεί ότι θα καταλαβαίναμε ποιοι έπρεπε να έρθουμε κοντά του.

Το πλήθος άνοιξε σε διάφορα σημεία του και οι δέκα καινούριοι ανεβήκαμε στην εξέδρα, με τους άλλους κατοίκους να χειροκροτούν και να σφυρίζουν χαρμόσυνα.

Ο δήμαρχος μας έσφιξε τα χέρια και μας ζήτησε να πλησιάσουμε το άγαλμα, σε μια σειρά. Μας είπε να σταθούμε έκαστος κάτω από το χείλος της κανάτας που κρατούσε «ο μεθεργέτης μας» (ο ευεργέτης). Τέλος, ζήτησε από το πλήθος να κάνει απόλυτη ησυχία, ρίχνοντας και μια ματιά προς τους μεθύλακες, οι οποίοι προχώρησαν προς την άκρη της εξέδρας και ατένισαν σοβαρά τους κατοίκους.
Κανένα παιδί, τείχη, απόμακρο νησί, πάνοπλοι φρουροί που σπάνια έπιναν…

Οι ερωτήσεις που είχα σκεφτεί πλημμύρισαν το μυαλό μου και η νευρικότητά μου επιδεινώθηκε.
Αλλά εκείνη τη στιγμή ένα ζοφερό πορφυρό φως κάλυψε την οπτική μου και τράβηξε το βλέμμα μου ψηλά, προς το άγαλμα και την κανάτα. Είδα ένα κατακόκκινο υγρό να χύνεται στο στόμα του πρώτου νέου κατοίκου. Ήταν σαν να είχε σκύψει κάτω από μια βρύση, που, αντί για νερό, σε ξεδίψαγε με κρασί ή… ή…
Ένιωσα το λαρύγγι μου, παρότι δεν είχα αγγίξει ακόμα το υγρό, να γεμίζει και να καίγεται. Τα μάτια μου θόλωσαν. Τα χέρια μου μούδιασαν.
Δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε.

Πότε βρέθηκα κάτω από την κανάτα του αγάλματος, δεν το κατάλαβα. Αλλά ένιωσα την ανυπομονησία, μέχρι το υγρό να αρχίσει να χύνεται στο στόμα μου. Το κατάπινα με λαιμαργία και εκνευρίστηκα όταν σταμάτησε η ρίψη. Ήθελα κι άλλο, κι άλλο, όσο περισσότερο γινόταν, όσο υπήρχε σε εκείνη την κανάτα. Δεν ήξερα πώς διάβολο είχε γεμίσει ή πώς χυνόταν ή αν άδειαζε μόνη της (αν άδειαζε γενικά). Αυτό που ήξερα είναι πως είχα βρει το καλύτερο πιοτό και πως το βλέμμα μου τώρα γέμιζε κι αυτό με θαυμάσιες εικόνες, με τον ουρανό να αλλάζει χρώματα, από μαύρο σε γαλάζιο, σε κίτρινο, σε πράσινο. Άκουγα θεσπέσιες φωνές γοργόνων σειρήνων να με καλούν στην αγκαλιά τους. Μύριζα τη θάλασσα και τα λουλούδια που υπήρχαν στο Μεθύσι. Μου φάνηκε πως τα πόδια μου τη μια στιγμή δεν με κρατούσαν, αλλά την επόμενη είχαν την εντύπωση ότι πετούσα. Τα χέρια μου ήταν ανάλαφρα, σαν χέρια μωρού.

Αισθάνθηκα και κάτι άλλο: όλους όσοι στέκονταν γύρω μου, όλοι οι κάτοικοι, ήταν μέσα μου και γεύονταν ό,τι κι εγώ, το Μεθιχώρ, το ποτό που όλοι έπρεπε να πίνουμε κάθε μέρα! Ήταν σαν να είχαμε γίνει ένα, εγώ και αυτοί, αυτοί και εγώ.

Άρχισα να γελάω, ή αυτό νόμισα κάποτε. Όταν σταμάτησε η ρίψη, κάποιος μου έδωσε ένα ποτήρι και ήπια. Ένα γυναικείο χάδι ανακάτωσε τα μαλλιά μου και η μοίρα μου χάθηκε από τη σκέψη μου.

Η Μεθύχτα της Μεθυσμονής με είχε κυριεύσει και πλέον θα ανήκα αιωνίως στο Μεθύσι, στη Μεθυστόπολη. Στην καλοπέραση, στην ακολασία. Ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω, να πιω όσο θέλω, ανάμεσα στους δικούς μου ανθρώπους, χωρίς να νοιάζομαι για τίποτα το ανώφελο.

Τότε ήμουν είκοσι πέντε χρονών και τώρα είμαι πενήντα πέντε. Έκτοτε έχω δει να έρχονται πάμπολλοι άνθρωποι. Έχω ζήσει ξανά και ξανά εκείνη τη νύχτα. Το μυαλό μου, το σώμα μου, η ψυχή μου, όλα έχουν λιώσει από το Μεθιχώρ -χώρια η μπίρα και τα άλλα ποτά. Το φαγητό το τρώω όπως όλοι, χωρίς να με νοιάζει. Η γυναίκα με την οποία ζούσα στην πολυκατοικία πέθανε πριν τρεις μέρες.
Τη σκότωσαν πριν τρεις μέρες. Την πήραν οι μεθύλακες μες στη νύχτα, ενώ είχαμε, ως συνήθως, μεθύσει. Την πήγαν στο μεθυαρχείο και τη σκότωσαν. Την εξαφάνισαν, κυριολεκτικά. Κανείς δεν τη θυμάται την επόμενη μέρα. Κανείς, εκτός από εμένα. Όλοι οι άλλοι παριστάνουν πως δεν την έχουν δει ή ακούσει ποτέ τους. Γιατί αυτό οφείλουν να κάνουν.

Το Μεθύσι έχει μόνιμο πληθυσμό έξι χιλιάδων κατοίκων. Ούτε έναν παραπάνω. Λιγότερους, ίσως, αλλά όχι περισσότερους. Απαγορεύονται τα μικρά παιδιά και οι εγκυμοσύνες, που ούτως ή άλλως το Μεθιχώρ τις καθιστά αδύνατες, μιας και μας δηλητηριάζει. Το νησί δεν είναι αρκετά μεγάλο για να έχει πιο πολλούς. Επίσης, θα ήταν πιο δύσκολο να ελεγχθούν, γιατί τελικά και οι μεθύλακες δεν θα επαρκούσαν για να συγκρατήσουν έναν μεγαλύτερο όχλο. Και πρέπει να μπορούν να έχουν τον έλεγχο όσων ζουν εδώ και όσων έρχονται (σπάνια) ως επισκέπτες.

Κι αφού δεν γίνεται να αυξηθούμε πέραν του συγκεκριμένου αριθμού, τότε πρέπει να μειωνόμαστε. Και πώς θα γίνει αυτό; Κανείς μας δεν θα αυτοκτονούσε, ποτέ. Το Μεθιχώρ το λατρεύουμε. Η ζωή εδώ είναι ονειρική. Ποιος θα ήθελε να φύγει ή να πεθάνει; Οπότε ο μόνος τρόπος για να τηρηθεί ο έλεγχος είναι να μας εξοντώνουν όταν μεγαλώναμε πολύ ή όταν αρχίσουν να έρχονται πολλοί νέοι κάτοικοι.

Τα έχω συνειδητοποιήσει πλέον όλα αυτά και τα καταγράφω εδώ, σε αυτά τα χαρτιά που θα κρύψω σε ένα μπουκάλι και θα το πετάξω πάνω από τα τείχη, με την ελπίδα ότι θα το βρουν άνθρωποι που δεν ανήκουν στο Μεθύσι και θα προειδοποιήσουν και τους υπόλοιπους, και ίσως πείσουν το ναυτικό να επιτεθεί και να το ισοπεδώσει. Για εμένα είναι αργά, πλέον. Ξέρω ότι σύντομα θα έρθουν για εμένα, για να με σκοτώσουν, να με εξαφανίσουν, μιας και οι αφίξεις έχουν αυξηθεί τελευταία και οι άλλοι κάτοικοι δείχνουν να μη με αναγνωρίζουν πια.

ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ:
ΜΗΝ ΕΡΘΕΤΕ ΕΔΩ, ΣΤΗ ΜΕΘΥΣΤΟΠΟΛΗ Ή ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΑΛΛΟ ΜΕΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ!
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΗΣΙ, ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ!
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, ΑΛΛΑ Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΚΟΛΑΣΗ!
ΤΟ ΜΕΘΙΧΩΡ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΝΑ ΚΩΝΕΙΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΦΤΙΑΞΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΘΟΛΩΝΟΥΝ ΤΟ ΜΥΑΛΟ!
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ! ΑΜΕΣΩΣ! ΑΜΕΣΩΣ!

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σεραφείμ Αναστούλης γεννήθηκε το 1856 στην Τρίπολη, όμως ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Από μικρός έδειξε μεγάλη αγάπη για τα παραμύθια του τόπου του, αλλά και για ιστορίες που έλεγαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Η ιστορία προέρχεται από ανάθεση ενός πολύ καλού μου φίλου.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading