Η ζωή της ένα μαρτύριο, η ζωή του ένα τεράστιο αγκάθι. Η Αγάπη είχε μάθει όλα τα νέα για την πορεία του Διαμαντή. Αναγνώρισε την εργατικότητά του αλλά και την φιλοδοξία του και την δειλία του. Θα μπορούσε να είχε επιστρέψει, ειδικά μετά τον θάνατο του αφεντικού του. Τι τον κράταγε τόσο μακριά από την πατρίδα του; Ακόμη και στον γάμο των αδελφών του δεν ήρθε, να μοιραστεί την χαρά τους.
Τα χρόνια πέρασαν, η Αγάπη πλησίαζε τα εξήντα. Διατηρούσε ακόμη την ομορφιά της. Τα μάτια της σμαραγδένια στο χρώμα ακόμη, τα μαλλιά της είχαν γκριζάρει, το δέρμα της δεν ήταν το ίδιο φρέσκο όμως εκείνη έλαμπε στο πέρασμά της.
Εκείνο το πρωινό που ξύπνησε πάλι πρωί, σαν ένα χέρι την έσπρωξε να πάρει τον κατήφορο, να πάει στην θάλασσα εκεί που τόσα χρόνια βρισκόταν να περιμένει. Έβαλε ένα μαύρο μαντήλι στα μαλλιά να ταιριάζει με τα ρούχα της, φόρεσε τα πιο άνετα παπούτσια της και άρχισε να περπατάει πάνω στις πέτρες. Οι βροχές του χειμώνα είχαν χαλάσει τους δρόμους, τι κόπος για την Αγάπη. Δεν ήταν πια μικρή όπως τότε που την ανεβοκατέβαινε το λεπτό, με μία ανάσα σαν ελαφίνα.
Όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, τα μάτια της έπεσαν σε ένα μεγάλο πλοίο. Δεν ήταν της γραμμής στα σίγουρα. Δεν της έμοιαζε με εκείνα τα καινούρια πλοία των πλουσίων. Πού να πήγαινε άραγε; Σε ποια νερά να βρισκόταν πριν φτάσει στα μέρη της; Να ήταν μήπως του Διαμαντή; Μπα, όνειρα κάνω ακόμη. Τι να περιμένω πια; Γέμισε το μυαλό της πάλι με σκέψεις θολές.
Ο Διαμαντής πήρε τα κιάλια του και τα έβαλε με τρεμάμενο χέρι στα μάτια του. Καθώς πλησίαζε στο νησί του, αυτό που τον κυρίεψε, εκτός της χαράς φυσικά, ήταν και η ελπίδα. Μήπως μπορούσε να διακρίνει Εκείνη. Την μία και μοναδική.
Μία γυναικεία φιγούρα φαινόταν τόσο κοντά στα μάτια του. Σαν να του ήταν γνωστή. Όχι, δεν είναι δυνατόν. Αποκλείεται να είναι η Αγάπη.
Το πλοίο συνέχισε την πορεία του προς το λιμάνι. Σε μία ώρα θα πάταγε τα άγια χώματα της πατρίδας του. Πόσο παράξενα του φαίνονταν όλα. Πόσο είχε αλλάξει το νησί του; Μικρά μαγαζιά, τα τουριστικά, είχαν ξεφυτρώσει εδώ και εκεί. Ταβέρνες, καφετέριες είχαν πάρει την θέση των παλιών μαγαζιών.
Αφού αγκυροβόλησε και πέρασε από το λιμεναρχείο να δηλώσει την άφιξή του, έτρεξε για το πατρικό του.
Η μικρή του αδελφή έμενε εκεί με τον άντρα της. Η μεγάλη του αδελφή είχε μετακομίσει στο χωριό του άντρα της. Όταν χτύπησε την πόρτα με το χέρι του και άνοιξε η πόρτα, η Λενιώ άφησε μία κραυγή. Ούτε στα όνειρά της δεν περίμενε τέτοια χαρά. Αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα, συγκίνηση. Τι να πρωτοπούν τα δύο αδέλφια! Πώς να χωρέσει μία ζωή σε λίγες στιγμές;
«Διαμαντή, αδελφέ μου… σαράντα χρόνια! Σαράντα ολόκληρα χρόνια!»
«Άργησα Λενιώ, το ξέρω»
«Άργησες». Και μπήκαν μέσα στο σπίτι οι δύο τους αγκαλιασμένοι. Είχαν τόσα πολλά να πουν.
Ο Διαμαντής ρώτησε χωρίς να χάσει χρόνο.
«Είναι εδώ;». Η Λενιώ δεν χρειάστηκε να ρωτήσει για ποια μιλούσε για να καταλάβει.
«Εδώ είναι, δεν έφυγε ποτέ από τα μέρη μας»
«Παντρεύτηκε;»
«Όχι»
Ο Διαμαντής έσκυψε το κεφάλι να μην δει τα μάτια του υγρά η αδελφή.
«Για πολλά χρόνια κατέβαινε στην ακτή και κοιτούσε το πέλαγος για ώρες. Την ίδια ώρα πάντα, καθόταν στο βραχάκι και περίμενε. Την έβλεπαν και οι ψαράδες και την φώναζαν η τρελή του γιαλού. Μόνο τρελή δεν ήταν. Εσένα περίμενε τόσα χρόνια Διαμαντή»
Ο γκριζομάλλης άντρας άνοιξε την πόρτα, ούτε καφέ δεν κάθισε να πιεί, ούτε νερό. Κίνησε για την ακροθαλασσιά. Πήρε τον κατήφορο, δεν ήταν πια ο νεαρός που με δύο δρασκελιές βρισκόταν στην ακτή. Λαχάνιασε, κουράστηκε, τα πόδια του πόναγαν από τις πέτρες που είχαν κατεβάσει οι βροχές. Όταν έφτασε στο τέλος του μονοπατιού την είδε. Ήταν γυρισμένη με την πλάτη. Κράταγε κάτι στο χέρι.
Κοντοστάθηκε στα πέντε μέτρα, όπως τότε.
«Καλημέρα, όλα καλά;»
Η Αγάπη πάγωσε, σαν να της ήταν γνωστή αυτή η φωνή, σαν να είχε ξανακούσει αυτά τα λόγια πριν σαράντα χρόνια. Δεν γύρισε αμέσως να κοιτάξει. Φοβήθηκε μήπως ήταν στην φαντασία της.
Τότε ήταν που γύρισε φωνάζοντας… Διαμαντή;
Τα μάτια της ακόμη σμαραγδένια. Τα δικά του θολά από τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας.
«Εσύ είσαι;», του είπε, «ή ονειρεύομαι;»
«Εγώ είμαι Αγάπη»
Ο Διαμαντής την πλησίασε και γονάτισε δίπλα της στο βραχάκι. Δεν ήταν τόσο ψηλός πια, ούτε μελαχρινός ούτε εύρωστος. Ήταν ένας κουρασμένος άντρας γύρω στα εξήντα και αυτός με τα χέρια σκαμμένα και γεμάτα ρόζους.
Η Αγάπη άνοιξε την παλάμη της. Μέσα είχε το κοχύλι, εκείνο που της είχε δώσει πριν σαράντα χρόνια στο ίδιο σημείο. Η θάλασσα και ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει.
«Το κράτησες;», της ψιθύρισε.
«Κι εσύ;»
Τότε ο Διαμαντής έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κιτρινισμένο φάκελο. Τον άνοιξε. Μέσα είχε ξερά φυλλαράκια, σχεδόν τρίμματα. Μα μύριζαν ακόμη. Βασιλικός.
«Τα φύτεψα, Αγάπη, δεν έπιασαν όμως. Κανένα. Όσα χρόνια κι αν προσπάθησα, σε όποια θάλασσα κι αν ήμουν. Κατάλαβα μετά. Ήθελαν το χώμα σου. Ήθελαν την φροντίδα σου. Ήθελαν τα δικά σου χέρια»
Δεν φιλήθηκαν. Δεν ήταν για φιλιά πια. Μόνο μία ζεστή, δυνατή αγκαλιά.
Κάθισαν δίπλα δίπλα στο βραχάκι, όπως τότε. Κοιτούσαν το ίδιο πέλαγο.
«Άργησες πολύ, Διαμαντή»
«Το ξέρω»
«Πονάει;»
«Το αγκάθι; Ναι»
Η Αγάπη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια το μαρτύριο σταμάτησε.
«Έχω τις γλάστρες μου επάνω», του είπε. «Και τα ζώα μου, τις κότες μου. Έχω και ένα δωμάτιο. Αν θες να μείνεις»
«Ναι, θα έρθω για να μείνω για πάντα»
Κι έτσι γλυκά και αληθινά η Αγάπη δεν περίμενε πια μόνη της στον βράχο. Περίμεναν μαζί.
Οι ψαράδες που περνούσαν από τον γιαλό έβλεπαν δύο ηλικιωμένους να κοιτάζουν την θάλασσα, να κρατάνε ένα κοχύλι και λίγα φύλλα βασιλικού και να μην λένε τίποτα.
Γιατί τα είχαν πει όλα πριν σαράντα χρόνια.
Δήμητρα Καμπόλη
Τέλος
