Η αγάπη πάντα βρίσκει τον δρόμο

Είχε γεράσει πολύ ο Βασιλάκος, κόντευε να γίνει αιωνόβιος. Άνθρωπος άλλης γενιάς, με σκληρή δουλειά στα καπνά, στα κτήματα και στα μαντριά με τα ζώα του. Είχε κάνει μεγάλη περιουσία, δούλευαν γι’ αυτόν πολλοί άνθρωποι, αρκετοί μάλιστα ερχόταν στο χωριό του στις Σέρρες, από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Όλα αυτά όμως ανήκαν πια στο παρελθόν. Η ζωή είχε αλλάξει. Τα παιδιά του είχαν κάνει τις οικογένειές τους και ασχολούνταν πια τα τελευταία χρόνια μόνο με τα καπνά, είχαν επενδύσει σε αυτό, είχαν ήδη μπει και τα εγγόνια του στις δουλειές του.

Επέλεξαν να κρατήσουν κάποια ζώα για δική τους παραγωγή κι όλα τα υπόλοιπα, γελάδια, πρόβατα, κατσίκια, αποφάσισαν να τα πουλήσουν. Με το τρένο, ταξίδεψαν στο Κιλκίς, στα νέα τους αφεντικά. Η συμφωνία περιελάμβανε και τα πέντε σκυλιά που τα φυλούσαν.

Ο Βασιλάκος δεν ήθελε να είναι μπροστά σε όλο αυτό. Με μικρή βοήθεια από το μπαστούνι του, αφού το σκαρί του άντεχε ακόμα, πήρε τον δρόμο για τον λόφο, μακριά, να μη βλέπει, να μην ακούει τα ζώα του. Δεν θα άντεχε τον αποχωρισμό. Άντρας παλιάς κοπής, δεν επιτρεπόταν να δείχνει τα συναισθήματά του, ήταν απαγορευτικό να δείξει ότι πονάει για τα ζώα του. Ειδικά για ένα από όλα αυτά. Την Φούλα του, την σκύλα που ήταν πια δεκαέξι χρονών κι αντί να μείνει, να αφήσει την τελευταία της πνοή στο μέρος που έζησε, που σεργιάνισε, που ήξερε σπιθαμή προς σπιθαμή, του ζήτησαν να την δώσει κι αυτήν, να συνοδεύσει τα υπόλοιπα ζώα του. Δεν μπορούσε να πει όχι, θα φανέρωνε αδυναμία κι αυτό δεν ήταν στοιχείο του χαρακτήρα του.

Ώρες μετά, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς κατηφόριζε, πέρασε από το μαντρί, που πια είχε πολύ λίγα ζώα, μετρημένα στα δάχτυλα, μια τσιμπιά στην καρδιά αισθάνθηκε και σαν έφτασε στο σπίτι… Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Η απουσία της Φούλας αισθητή. Δεν ήταν εκεί να κουνήσει την ουρά της από χαρά που θα τον έβλεπε στην αυλή, δεν ήταν εκεί να γαυγίσει για να τον υποδεχτεί, δεν ήταν εκεί να κολλήσει το γηραιό σώμα της στο πόδι του, ικετεύοντας για χάδια. Δεν είπε τίποτα, δεν άφησε κανέναν να καταλάβει την θλίψη του. Τι άντρας ήταν;

Πέρασαν τρεις μέρες και ο γέρο Βασιλάκος ήταν βαθιά στεναχωρημένος. Οι μνήμες τον κυρίευαν, γυρνώντας τον χρόνο πίσω. Πάνω από τριάντα χρόνια χήρος, η μοναξιά του μαλάκωσε μόνο με την γέννηση της Φούλας. Δεν ήταν σαν όλα τα άλλα σκυλιά που πέρασαν από τη ζωή του. Από κουτάβι, έδειχνε την αγάπη του στον Βασιλάκο κι ας μην την άγγιξε ποτέ, ας μην της έδωσε χάδια, ας μη της έδειξε ποτέ στοργή.

Τέσσερις γιους, δύο κόρες και τρία εγγόνια είχε αφήσει η γυναίκα του να τον συντροφεύουν όταν πέθανε εκείνη, άλλα εννιά εγγόνια ήρθαν στην πορεία αλλά το αίσθημα της συντροφιάς, της παρέας, το βίωσε με εκείνο το σκυλί, που όσο κι αν το έδιωχνε, εκείνο ήταν πάντα κάπου γύρω του και του χαμογελούσε με τα μάτια του. Ο μικρότερος γιος του, πάντα του έλεγε “μπαμπά, η Φούλα προτιμάει εσένα από το μαντρί” κι εκείνος προσποιούταν ότι θύμωνε με το σκυλί που δεν εκτελούσε το έργο το οποίο όφειλε, να φυλάει τα ζώα. Μόνο βαθιά μέσα του χαιρόταν και ένιωθε συνδεδεμένος με αυτό το σκυλί. Κανείς άλλος όμως δεν έπρεπε να το καταλάβει. Ένας άρχοντας του τόπου σαν αυτόν, με τόσους ανθρώπους στη δούλεψή του, με χρόνια σκληρής δουλειάς, με τόση περιουσία, να τρέφει αισθήματα για ένα σκυλί; Πού ακούστηκε; Άντρες σαν αυτόν, της γενιάς του, ήταν σκληροί, χωρίς ίχνος ευαισθησίας ούτε καν προς τα ίδια τους τα παιδιά, πόσο μάλλον για ένα ζώο.

Το άτιμο όμως εκείνο το θηλυκό… τι χαρές του έκανε, τι τσαλίμια. Οι γιοι του το οδηγούσαν στο μαντρί κι εκείνο το ’σκαγε και κατηφόριζε στο αρχοντικό, η κεντρική πόρτα σχεδόν πάντα ανοιχτή, χειμώνα καλοκαίρι, τρύπωνε και έψαχνε τον Βασιλάκο. Όπου κι αν τον πετύχαινε, στεκόταν δίπλα του, τρίβοντας το σώμα της στα πόδια του και κουνώντας σαν τρελή την ουρά της, σηκώνοντας το κεφάλι της προς το μέρος του, περιμένοντας το χάδι που δεν ερχόταν ποτέ. Κοιτάζονταν στα μάτια για ώρα και ο Βασιλάκος της έλεγε έτσι όσα δεν του επέτρεπε ο τίτλος του σκληρού άντρα να πει με λόγια ή χάδια.

Είχαν γεράσει πια πολύ και οι δυο τους. Τον τελευταίο χρόνο πίστευε πως τα δύο γέρικα κορμιά τους, θα ήταν μαζί μέχρι το τέλος, αλλά του το άλλαξαν. Καλά όλα τα υπόλοιπα ζώα, το είχε πάρει απόφαση, μα και την γριούλα, την Φούλα του; Τον άφησαν μόνο, να τερματίσει το ανθρώπινο ηλικιακό κοντέρ, χωρίς την παρουσία της.

Με το κυνήγι της καθημερινότητας κανείς δεν έβλεπε την μελαγχολία στα μάτια του γέρου πατέρα και παππού τους. Μονάχα ο μικρότερος γιος του κατάλαβε την διαφορά, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Νόμιζε ότι η πώληση των ζώων γενικά τον πόνεσε. Κόποι μιας ζωής, δεν ήταν κι εύκολο. Ένα βράδυ, του άνοιξε κουβέντα.

– Πατέρα, πάνε τρεις μέρες που είσαι λυπημένος. Καταλαβαίνω, τα ζώα τα είχες χρόνια. Πέρασαν από τα χέρια σου γεννητούρια, θάνατοι, σφαγές. Μόνο εσύ ήξερες πώς να τα κάνεις ζάφτι τόσα πολλά ζώα. Πραγματικός ηγέτης πατέρα, παντού. Μα ήρθε η ώρα! Η ζωή αλλάζει κι εμείς ακολουθούμε τις αλλαγές, έτσι δεν είναι;

Τον κοιτούσε ο Βασιλάκος τον Στρατή και ήθελε τόσο πολύ να του πει ότι τον βασάνιζε η έλλειψη της Φούλας, αλλά μέχρι κι εκείνη την στιγμή, το θεωρούσε αδυναμία. Έτσι ήταν οι άντρες της δικής του εποχής, χωρίς συναισθηματισμούς, ντροπή μεγάλη να ξεστομίσει τέτοιο πράμα. Έγνεψε απλά, χωρίς να βγάλει μιλιά.

Το επόμενο πρωί, ο ήλιος μόλις άρχισε να χαρίζει το φως του στην Πλάση, ο Στρατής που πήγε να ταΐσει τα λιγοστά ζωντανά, αντίκρισε κάτι που τον έκανε να βάλει τις φωνές και ξεσήκωσε την γυναίκα, τα παιδιά του, την οικογένεια της αδερφής του και τον πατέρα του, που έμεναν όλοι μαζί, πάνω κάτω στο παλιό αρχοντικό.

– Τιτίκα, Τιτίκα, βάλε να κάνεις μπόλικο τραχανά, γρήγορα, γρήγορα!
– Χριστιανέ μου, τι έπαθες; Θα τους ξυπνήσεις όλους, ακόμα δεν χάραξε! Για ποιον να κάνω τραχανά;
– Για την Φούλα!
– Στρατή, τρελάθηκες; Ποια Φούλα;

Ο γέρο Βασιλάκος, που με την πρώτη φωνή του γιου του, δεν έδωσε σημασία, στο άκουσμα του ονόματος του σκύλου, σε αντίθεση με τα χρόνια του, τινάχτηκε σαν ελατήριο και βρέθηκε έξω. Αντίκρισε το ζώο, σε κακό χάλι, βρώμικο, ταλαιπωρημένο, πεσμένο στην αυλή τους. Κατέβηκε τα σκαλιά, σα να ‘τανε μικρό παιδί και γονάτισε δίπλα της. Ο Στρατής τρόμαξε, έτρεξε να τον κρατήσει να μη πέσει, έτσι που τον είδε αλαφιασμένο, λησμονώντας, σαν νέος, πως η δύναμη της ψυχής, είναι πιο δυνατή από την σωματική. Σαστισμένος παρακολουθούσε τον πατέρα του, να κλαίει πάνω από το λαχανιασμένο σώμα της σκύλας τους, ενώ είχε γύρει τον κορμό του πλάι της, στο τσιμέντο της αυλής, την χάιδευε και με τρεμάμενη φωνή, επαναλάμβανε το όνομα της. “Φούλα μου, Φούλα μου, Φούλα μου”. Για αρκετά λεπτά δεν ακουγόταν τίποτα άλλο πέρα από αυτό και τις ανάσες τους. Το σκυλί, ενώ φαινόταν τόσο αδύναμο, ενώ όλη αυτή την ώρα ήταν πεσμένο πλάγια και προσπαθούσε να βρει τις ανάσες του, ενώ δεν ανταποκρινόταν στα χάδια του ηλικιωμένου αφεντικού του, ξαφνικά σηκώθηκε κι άρχισε να γλείφει το πρόσωπό του έτσι που ήταν ξαπλωμένος καταγής, σα να του σκούπιζε τα δάκρυα, σα να του έλεγε ότι δεν άντεξε μακριά του και εκείνος το κατάλαβε. Χαμογελούσε, απολάμβανε την υγρή γλωσσίτσα της στο δέρμα του, δεν σταματούσε να την χαϊδεύει και ψιθύρισε “και μένα μου έλειψες πολύ”.

Από τις σκάλες επάνω, η νύφη του, η κόρη και τα εγγόνια του έγιναν μάρτυρες του πιο απίστευτου σκηνικού. Ο σκληρός γέροντας που δεν τον είχαν δει ποτέ να συγκινείται, που δεν τον είχαν δει ποτέ να κλαίει είτε από χαρά είτε από λύπη, που δεν είχε χαρίσει ποτέ ένα στοργικό χάδι ούτε στους ίδιους, ούτε και στην Φούλα, που παρακαλούσε τόσα χρόνια για ένα χάδι, ζούσε αυτή την στιγμή.

Κατέβηκαν όλοι κάτω, έγιναν ένας κύκλος αγάπης γύρω από τα δύο γέρικα σώματα που δεν σταματούσαν να χαϊδεύονται και να απολαμβάνουν την επανένωσή τους. Ο γέρο Βασιλάκος σηκώθηκε, έκατσε στην καρέκλα που του έδωσε ο Στρατής, η Φούλα δίπλα του, να ακουμπά στο πόδι του, κοίταξε όλα τα μέλη της οικογένειας του και με δάκρυα στα μάτια τους είπε : “η αγάπη τελικά, βρίσκει τον δρόμο πάντα”. Έπεσαν όλοι πάνω του, εκείνος άνοιξε την αγκαλιά του, συγκίνηση, γέλια, φωνές, όλα ένα κουβάρι.

Την τάισαν τραχανά, την έκαναν μπάνιο και την κοιτούσαν όλοι με θαυμασμό και βουρκωμένα μάτια. Είχε καταφέρει να βρει τον δρόμο της επιστροφής, να αντέξει τόσα χιλιόμετρα και να γυρίσει στον άνθρωπο που αγάπησε τόσο κι ας μην της ανταπέδωσε ποτέ τόσα χρόνια αυτήν την αγάπη. Η Φούλα το ένιωθε. Αλλά και καμιά φορά, δεν αγαπάμε με αντάλλαγμα, δεν αγαπάμε για να μας αγαπήσουν πίσω, δεν αγαπάμε με προϋποθέσεις. Αγαπάμε γιατί αυτό μόνο ξέρουμε να κάνουμε. Τουλάχιστον η Φούλα, αυτό έκανε! Γιατί αν κάποιοι ξέρουν να αγαπούν αληθινά, αυτά είναι τα ζώα. Ας παραδειγματιστούμε οι άνθρωποι!

Ο γέρο Βασιλάκος και η Φούλα, έζησαν έναν χρόνο ακόμα, πάντα δίπλα δίπλα. Λίγες μέρες μετά τα εκατοστά γενέθλια του, στον καναπέ, με την τηλεόραση ανοιχτή, με την Φούλα δίπλα του και το χέρι του επάνω της, έκλεισε ήσυχα τα μάτια του και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά. Η Φούλα το κατάλαβε, τον έγλειψε για να τον αποχαιρετήσει, κόλλησε το σώμα της στο δικό του κι έσβησε κι εκείνη.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.