«Ο πατέρας σου σε έκανε έτσι;»
Η κοπέλα δεν τόλμησε να μιλήσει. Είχε σκυφτό το κεφάλι. Κοιτούσε τα πόδια της γυναίκας που τα χτυπούσε στο πάτωμα θαρρείς και ήθελε να το σπάσει.
«Πόσο είσαι; Δεκάξι;»
Το κορίτσι κούνησε θετικά το κεφάλι και ένιωσε το χέρι της γυναίκας να της χαϊδεύει απαλά το πληγωμένο της μάγουλο.
«Έλα μέσα να σε σάξω»
Κράτησε ανοιχτή την πόρτα με το φαρδύ της χέρι και την περίμενε να μπει. Από μέσα μύριζε η κρεατόσουπα που έβραζε στο τσουκάλι. Η γυναίκα κοίταξε κι από τις δύο μπάντες του δρόμου και δεν είδε κανέναν να έρχεται. Βρόντηξε την πόρτα από τον θυμό της και έφερε ένα καθαρό κομμάτι ύφασμα και ένα μπουκάλι ρακί.
«Πώς σε λένε, μικρή;»
«Ανθούλα»
«Εγώ είμαι η Κωσταντία. Τον κύρη σου πώς τόνε λένε; Πες μου, μη φοβάσαι. Να δω μήπως τόνε κατέχω»
«Ο νερουλάς είναι ο πατέρας μου»
«Κατάλαβα ποιος είναι. Και δεν μου λες… Η μάνα σου πού είναι;»
«Πέθανε από την κακιά αρρώστια. Πάει χρόνος κοντό»
«Την παντέρμη για αρρώστια. Δεν θα αφήσει άνθρωπο αζωντανό. Πόσα αδέρφια είστε;»
«Έναν αμπλά έχω κι είναι στα καράβια»
«Και το σπίτι εσύ μονάχη το κουμαντάρεις, ε; Και σήμερα δεν είχες τι να βάλεις στο τσουκάλι και ήρθες στον κήπο μου να κόψεις μερικά ζαρζαβατικά. Δεν με πειράζει, να το ξέρεις. Αυτό εδώ στα μούτρα σου με πειράζει περισσότερο»
«Είναι ο πατέρας μου. Εγώ τι να κάμω;»
«Ξέρεις, κορίτσι μου, επειδή είναι ο πατέρας σου δεν σημαίνει ότι όποτε του κάνει κέφι θα σηκώνει την χέρα του και θα σε λιανίζει. Αυτά τα γίβεντα δεν τα θέλει ο Θεός»
«Λέει πως είμαι ξετσιπωμένη γιατί με έπιασε να κοιτώ ένα παλικάρι που με κοίταξε στην πλατεία του χωριού. Στο ορκίζομαι μια μαθιά του έριξα μόνο. Ούτε να σκεφτώ δεν πρόλαβα κάτι κακό»
«Τι κακό δηλαδή θα σκεφτόσουν; Ότι είναι όμορφο παλικάρι και τι καλά να γινότανε άντρας σου; Δίχως να τον κοιτάξεις θα τον πάρεις; Επειδή έτσι το κάνουν οι πολλοί θαρρείς είναι το σωστό;»
«Θα μου βρει λέει ο πατέρας μου άντρα κι εγώ να μην ανακατώνομαι στα κουμάντα του»
«Τι θα σου βρει αυτός; Κανένα μπουνταλά σαν και του λόγου του;»
«Εγώ δεν θέλω άλλον. Εκείνον τον νεαρό που αντίκρυσα θέλω. Δεν έχω ξαναδεί πιο σεβαστικό αγόρι. Μου άρεσε που κράτηξε τη μάνα του από το χέρι να κατέβει ένα σκαλί. Αυτό μου λέει ότι είναι αρχοντικός και προσέχει τις γυναίκες και θα προσέχει και εμένα»
«Τότε να πας να τόνε βρεις. Αν σε θέλει και αυτός θα ‘ρθει να σε ζητήξει. Κι αν δεν σε δώσει ο πατέρας του να πάτε να κλεφτείτε»
«Πώς θα το κάνω αυτό; Δεν ξέρω αν μπορώ…»
«Μπορείς! Και γρήγορα! Να σε αρμηνέψω θέλω για να μην έχεις κακά ξέτελα με τον ψακωμένο τον πατέρα σου»
«Κι αν δεν είναι αυτό το κισμέτι μου;»
«Την μοίρα σου δεν την ορίζει κανείς άνθρωπος ούτε ο ίδιος σου ο πατέρας. Μην καρτερείς να δεις τον δρόμο, εσύ θα τόνε σάξεις. Άκουσε με δα και μένα που είμαι μια ολιά πιο μεγάλη. Μην κάθεσαι να μαραζώνεις και να κλαις τη μοίρα σου»
Σηκώθηκε η Κωσταντία και πήγε ως την κουζίνα σέρνοντας τα κουρασμένα πόδια της. Σκούπισε τα μάτια της με την άκρη της ποδιάς της. Τι πόνο κουβαλούσε το κακόμοιρο το κορίτσι. Γέμισε μια γαβάθα καυτή σούπα και της έβαλε να φάει μέχρι να γκώσει. Την κοιτούσε να τρώει με τόση όρεξη, ποιος ξέρει πόσο καιρό είχε να απολαύσει τέτοιο φαΐ. Μάλλον από όταν ζούσε η μάνα της και αυτή ήταν ακόμη παιδί.
«Ποιος είναι στην φωτογραφία;» έδειξε η Ανθούλα το καδράκι στον τοίχο.
«Ο συγχωρεμένος ο άντρας μου, ο Θωμάς»
«Και εκεί;»
«Ο πατέρας και η μάνα μου. Η αδερφή μου η Ελενίτσα. Και ο μικρούλης ο Γιαννάκης. Όλους τους έχω χάσει»
«Τον άντρα σου πώς τον γνώρισες;»
«Ήταν βοηθός σε έναν έμπορα και ερχόταν κάθε πέντε μήνες στο χωριό. Τόσο έκανα να τον δω. Κάθε φορά το ίδιο καρδιοχτύπι. Ξέρεις τι είναι, μικρή μου, αυτό το καρδιοχτύπι; Η απαίτηση της καρδιάς να αγαπά»
«Και τον ήθελε ο πατέρας σου;»
«Ο μπαμπάς μου ήταν μαζωμένος στην αρχή. Δεν είχαμε μεγάλη προίκα και φοβότανε μη με στενοχωρήσει. Αλλά ο Θωμάς μου δεν νοιαζότανε για αυτά. Εμένα ήθελε. Και εγώ τον ήθελα. Με πήρε και μου χάρισε τα ομορφότερα 34 χρόνια της ζωής μου. Τον έχασα νωρίς. Δεν τον χόρτασα. Μα έμαθα τι πάει να πει αγάπη. Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο που μου έπεψε ο Θεός. Για αυτό σου λέω, μικρή μου, μη χαραμίσεις την ζωή σου. Το ριζικό σου δεν είναι να σε ορίζει κανένας άντρας, ούτε ο κύρης σου, ούτε κανείς. Μην περιμένεις από κανέναν να σου χαρίσει την ελευθερία σου. Μονάχη σου πρέπει να τηνε κερδίσεις!»
«Κι αν κλεφτώ, τι θα απογίνει ο πατέρας μου χωρίς εμένα;»
«Το πολύ πολύ να αποθάνει τσι πείνας που δεν ξέρει ένα πιάτο φαΐ να κάνει μόνος του. Εσύ να μην ανησυχείς. Έτσι όπως σου φέρεται είναι άξιος τσι μοίρας του»
«Φοβάμαι…»
«Άκου με. Εγώ εδώ θα είμαι. Όποτε και να με χρειαστείς. Να ‘ρθεις και θα σ’ ανοίξω. Άντε να πας να τόνε βρεις τον αγαπητικό σου!»
«Τώρα;»
«Ναι! Σαν το ντελόγο δεν έχει!»
«Σε ευχαριστώ»
«Να μη με ευχαριστείς. Κάποτε ίσως βρεις και εσύ ένα κορίτσι να το ορμηνέψεις. Και ίσως μια μέρα να λέμε εμείς της καρδιάς μας ποιον να αγαπά. Να είναι λεύτερη, δική μας»
Πολλά χρόνια μετά, η Ανθούλα γύρισε ξανά στο χωριό για την κηδεία του πατέρα της. Δίπλα της στην εκκλησία στεκόταν ο άντρας της, ο ευγενικός νεαρός που είχε αγαπήσει και τα δύο παιδιά που κάνανε. Δύο κορίτσια που τα είχε ένα από το κάθε χέρι. Το ένα το λέγανε Μαιρούλα σαν την μάνα της.
«Ελάτε να σας δείξω κάτι»
Πήρε τις κόρες της από ένα μονοπάτι και βγήκαν σε έναν κήπο παραμελημένο γεμάτο αγριόχορτα. Μια πετρόχτιστη καμάρα έστεκε ακόμη χωρίς οροφή. Η πόρτα έγερνε σαν να κρατιόταν για να την δει μια τελευταία φορά η Ανθούλα.
«Το σπίτι του παππού;»
«Όχι. Σε αυτό το σπίτι έμενε μια γυναίκα που κάποτε με τάισε ζεστή σούπα και σκούπισε τα δάκρυά μου. Εδώ σε αυτόν τον κήπο ήρθα να κλέψω μερικά ζαρζαβατικά γιατί πεινούσα. Δεν με μάλωσε μόνο με έμπασε μέσα από αυτήν την πόρτα και γιάτρεψε τις πληγές μου. Μια προς μια. Με ορμήνεψε και με έστεσε στα πόδια μου. Μου έμαθε πως κανείς δεν με ορίζει και πως εγώ πρέπει να κερδίσω την ελευθερία μου, κανείς δεν θα μου τηνε χαρίσει. Να ακούω την καρδιά μου όταν μου μιλεί. Έτσι πήγα και βρήκα τον μπαμπά σας. Έτσι έχω εσάς σήμερα. Έτσι έζησα μια ζωή γεμάτη αγάπη. Χάρις σε αυτήν την γυναίκα»
«Πέθανε;»
«Ναι. Μου άφησε όμως αυτήν την παρακαταθήκη που αφήνω και σε εσάς. Να λέμε εμείς της καρδιάς μας ποιον να αγαπά. Να είναι λεύτερη, δική μας».
«Ήταν καλή γυναίκα, μαμά».
«Ναι, Κωσταντία μου. Ήταν μια πολύ καλή γυναίκα που θα την μνημονεύω για πάντα. Ήταν ένα δώρο που μου έπεψε και εμένα ο Θεός κι ας μη πρόλαβα να της το πω».
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
