Όταν σωπαίνουν τα όπλα – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Τις επόμενες ημέρες, ο Αλεξέι Βολκόφ ανακάλυψε πως η έρευνα για τον Ιβάν Μάρκοφ θα ήταν δυσκολότερη απ’ όσο είχε φανταστεί. Τα περισσότερα αρχεία της γερμανικής κατοχής είχαν καταστραφεί. Άλλα είχαν εγκαταλειφθεί σε καμένα κτίρια, ενώ όσα είχαν διασωθεί ήταν διάσπαρτα σε υπηρεσίες και στρατιωτικές μονάδες που είχαν μετακινηθεί επανειλημμένα. Το όνομα του Ιβάν εμφανιζόταν σε μια παλιά αναφορά, δίχως να συνοδεύεται από σαφή κατηγορία ή καταδίκη. Υπήρχε, ωστόσο, κάτι παράξενο. Σε μια κατάσταση μετακινήσεων πληθυσμού, το όνομά του αναφερόταν δίπλα σε εκείνα έντεκα χωρικών που είχαν εγκαταλείψει το χωριό λίγο πριν από μια γερμανική επιχείρηση συλλήψεων. Οι περισσότεροι είχαν επιβιώσει. Δύο είχαν επιστρέψει μετά την απελευθέρωση της περιοχής και ζούσαν ακόμη στο χωριό.

Ο Αλεξέι διάβασε ξανά τα ονόματα. Γιατί ένας άνθρωπος που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς θα βοηθούσε έντεκα χωρικούς να ξεφύγουν από αυτούς; Ήταν πιθανό να υπήρχε κάποια εξήγηση. Στον πόλεμο, ακόμη και οι πιο απλές πράξεις μπορούσαν να έχουν περισσότερες από μία ερμηνείες. Όμως η αναφορά δεν περιείχε τίποτα που να αποδεικνύει πως ο Ιβάν είχε προδώσει τους συγχωριανούς του.

Ο λοχαγός έκλεισε τον φάκελο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το χιόνι σκέπαζε το χωριό, σβήνοντας τα ίχνη από τους δρόμους και τις αυλές. Σκέφτηκε την Ιρίνα και τον τρόπο με τον οποίο είχε μιλήσει για τον πατέρα της. Δεν είχε προσπαθήσει να τον παρουσιάσει ως ήρωα. Δεν είχε ωραιοποιήσει το παρελθόν του. Ήθελε μόνο να μάθει την αλήθεια. Και ο Αλεξέι είχε αρχίσει να πιστεύει πως της την όφειλε. Όχι επειδή ήταν κόρη ενός ανθρώπου που ίσως είχε αδικηθεί. Αλλά επειδή, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για εκείνη περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε στον εαυτό του.

Το ίδιο απόγευμα, η Ιρίνα βρισκόταν στην αυλή της, προσπαθώντας να επιδιορθώσει το σπασμένο χερούλι ενός παλιού καλαθιού. Το κρύο είχε μουδιάσει τα δάχτυλά της και το νήμα γλιστρούσε συνεχώς από τη βελόνα. Άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και σήκωσε το κεφάλι. Η γειτόνισσά της, η Άννα, στεκόταν στο κατώφλι κρατώντας ένα μικρό καλάθι με πατάτες.
— Σου έφερα λίγες. Ο άντρας μου πήρε περισσότερες απ’ όσες χρειαζόμαστε.

Η Ιρίνα χαμογέλασε ευγνωμοσύνη.
— Δεν έπρεπε, Άννα. Έχετε κι εσείς παιδιά.
— Γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε.

Η γυναίκα ακούμπησε το καλάθι και κάθισε δίπλα της. Για λίγο μίλησαν για το κρύο, για τις ελλείψεις και για τη δυσκολία να βρουν καυσόξυλα. Ύστερα η Άννα χαμήλωσε τη φωνή της.
— Άκουσα πως ο λοχαγός Βολκόφ ψάχνει πληροφορίες για τον πατέρα σου.

Η Ιρίνα σταμάτησε να ράβει.
— Ποιος σου το είπε;
— Ο άντρας μου. Ένας στρατιώτης τον ρώτησε αν θυμόταν κάτι από εκείνες τις ημέρες.

Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
— Και τι θυμόταν;

Η Άννα δίστασε.
— Δεν ξέρω αν πρέπει να σου το πω.
— Άννα, σε παρακαλώ.

Η γειτόνισσα κοίταξε γύρω της, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος τους άκουγε.
— Ο άντρας μου λέει πως ο πατέρας σου είχε βοηθήσει την οικογένεια του Πέτρο να φύγει από το χωριό. Τους είχε κρύψει για δύο νύχτες σε μια αποθήκη και ύστερα τους είχε οδηγήσει από ένα μονοπάτι μέσα στο δάσος.

Η Ιρίνα ένιωσε το στόμα της να στεγνώνει.
— Γιατί δεν μου το είχε πει κανείς;
— Επειδή κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί. Κι επειδή, όταν οι Γερμανοί τον αναζήτησαν, όλοι φοβήθηκαν πως όποιος μιλούσε γι’ αυτόν θα είχε την ίδια τύχη.

Η Ιρίνα άφησε αργά τη βελόνα στην αγκαλιά της. Δύο χρόνια ολόκληρα ζούσε με την υποψία πως ο πατέρας της ίσως είχε προδώσει τους ανθρώπους του. Δύο χρόνια άκουγε ψιθύρους που σταματούσαν μόλις εμφανιζόταν στον δρόμο. Κι ενώ εκείνη προσπαθούσε να υπερασπιστεί τη μνήμη του, ίσως κάποιοι γνώριζαν πως είχε κάνει κάτι καλό, αλλά δεν είχαν το θάρρος να μιλήσουν.
— Πρέπει να μάθω περισσότερα, είπε.
Η Άννα της έσφιξε το χέρι.
— Ο λοχαγός ίσως μπορέσει να βοηθήσει.

Η Ιρίνα κοίταξε προς τον δρόμο, εκεί όπου το χιόνι άρχιζε να πέφτει πυκνότερο.
— Ναι, ψιθύρισε. Ίσως.

Ο Αλεξέι επέστρεψε στο σπίτι της λίγο πριν από τη δύση του ήλιου. Η Ιρίνα άνοιξε την πόρτα προτού προλάβει να χτυπήσει δεύτερη φορά.
— Βρήκατε κάτι;

Η αγωνία στη φωνή της ήταν τόσο φανερή, που εκείνος δεν προσπάθησε να την κάνει να περιμένει.
— Βρήκα μια αναφορά που συνδέει τον πατέρα σας με τη φυγή έντεκα χωρικών από το χωριό. Δεν αποδεικνύει ακόμη τι ακριβώς έκανε, αλλά δεν υπάρχει τίποτα εκεί που να επιβεβαιώνει πως συνεργάστηκε με τους Γερμανούς.

Η Ιρίνα ακούμπησε το χέρι της στο πλαίσιο της πόρτας.
— Έντεκα ανθρώπους;
— Ναι.
— Και είναι ζωντανοί;
— Κάποιοι επέστρεψαν. Προσπαθώ να εντοπίσω όσους βρίσκονται ακόμη εδώ.

Για λίγες στιγμές, η Ιρίνα δεν είπε τίποτα. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αλλά το πρόσωπό της έμεινε ακίνητο, σαν να φοβόταν πως, αν επέτρεπε στον εαυτό της να συγκινηθεί, θα κατέρρεε.
— Δύο χρόνια, είπε τελικά. Δύο χρόνια αναρωτιόμουν αν έπρεπε να ντρέπομαι για τον πατέρα μου.

Ο Αλεξέι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, αλλά σταμάτησε πριν την αγγίξει.
— Δεν έχετε τίποτα για το οποίο να ντρέπεστε.

Εκείνη σήκωσε το βλέμμα.
— Δεν ξέρετε ακόμη αν ήταν αθώος.
— Όχι. Αλλά ξέρω πως δεν είναι δίκαιο να καταδικάζουμε έναν άνθρωπο επειδή οι άλλοι φοβούνται να πουν την αλήθεια.

Η Ιρίνα έσκυψε το κεφάλι. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της και εκείνη το σκούπισε γρήγορα, σχεδόν θυμωμένα.
— Συγγνώμη.
— Για ποιο πράγμα;
— Δεν μου αρέσει να με βλέπουν να κλαίω.

Ο Αλεξέι την κοίταξε με μια τρυφερότητα που προσπάθησε να κρύψει.
— Τότε δεν θα κοιτάζω.

Στράφηκε ελαφρά προς το παράθυρο. Η Ιρίνα τον παρατήρησε. Θα μπορούσε να της είχε πει να είναι δυνατή. Θα μπορούσε να της είχε υπενθυμίσει πως όλοι είχαν υποφέρει. Αντί γι’ αυτό, της είχε προσφέρει κάτι που δεν της είχε προσφέρει κανείς εδώ και πολύ καιρό: το δικαίωμα να πονέσει χωρίς να απολογηθεί. Και τότε, χωρίς να το σκεφτεί, άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το μανίκι του.
— Αλεξέι…
Εκείνος γύρισε αμέσως.
Ήταν η πρώτη φορά που εκείνη τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα. Και οι δύο το αντιλήφθηκαν. Η Ιρίνα τράβηξε αργά το χέρι της, μα εκείνος δεν απομακρύνθηκε.
— Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Ο Αλεξέι την κοίταξε στα μάτια.
— Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείτε.
— Ίσως όχι. Αλλά θέλω.

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν πια η σιωπή δύο ξένων. Ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι εύθραυστο που γεννιόταν ανάμεσά τους χωρίς να ζητά την άδειά τους. Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε ο βήχας της Ολένα. Η Ιρίνα γύρισε αμέσως και έτρεξε κοντά της.

Ο Αλεξέι έμεινε μόνος στην κουζίνα, με τα χέρια σφιγμένα πίσω από την πλάτη του. Κοίταξε την πόρτα του δωματίου που είχε μόλις κλείσει. Έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να επιστρέψει στη μονάδα του, να συνεχίσει την έρευνα, να θυμηθεί πως είχε έρθει στο χωριό για μια αποστολή και όχι για να αναζητήσει μια γυναίκα μέσα στη σιωπή του χειμώνα. Αντί γι’ αυτό, έμεινε εκεί, περιμένοντας να ακούσει ξανά τη φωνή της. Και τότε κατάλαβε πως κάτι είχε ήδη αλλάξει.Όχι απότομα. Όχι με εκείνη την ένταση που συναντά κανείς στα βιβλία και στις ιστορίες των άλλων.
Είχε αλλάξει αθόρυβα, όπως αλλάζει ο χειμώνας ένα τοπίο: λίγο λίγο, ώσπου μια μέρα κοιτάζεις γύρω σου και τίποτα δεν είναι πια όπως πριν.

Η Ολένα είχε περάσει δύσκολη νύχτα. Ο βήχας της είχε επιστρέψει και ο πυρετός την είχε εξαντλήσει. Η Ιρίνα καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της, αλλάζοντας το βρεγμένο πανί στο μέτωπό της και ψιθυρίζοντας λόγια που περισσότερο τα έλεγε για να καθησυχάσει τον εαυτό της παρά τη μητέρα της.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Πάγωσε. Δεν περίμενε κανέναν τέτοια ώρα. Πήρε τη μικρή λάμπα και βγήκε στον διάδρομο. Χτύπησαν ξανά.
— Ποιος είναι;
— Εγώ. Ο Βολκόφ.

Η Ιρίνα άνοιξε την πόρτα αμέσως. Ο Αλεξέι στεκόταν στο κατώφλι μαζί με τον στρατιωτικό γιατρό, έναν μεσήλικα άντρα με κουρασμένο πρόσωπο και μια δερμάτινη τσάντα στο χέρι.
— Η μητέρα σας χειροτέρεψε; ρώτησε ο Αλεξέι.

Η Ιρίνα έγνεψε καταφατικά.
— Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω.
— Καλά κάνατε και ζητήσατε βοήθεια.
— Δεν ζήτησα…

Σταμάτησε. Δεν είχε σημασία ποιος είχε ειδοποιήσει τον γιατρό. Ο Αλεξέι είχε έρθει. Μέσα στη νύχτα, στο κρύο, χωρίς να γνωρίζει αν θα τον δεχόταν.

Ο γιατρός μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να εξετάζει την Ολένα. Ο Αλεξέι έμεινε έξω με την Ιρίνα, κοντά στη σόμπα. Εκείνη στεκόταν ακίνητη, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της.
— Θα γίνει καλά; τον ρώτησε.
— Ο γιατρός θα μας πει.
— Δεν αντέχω να χάσω κι εκείνη.
Η φωνή της έσπασε στην τελευταία λέξη.

Ο Αλεξέι δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε πως δεν υπήρχε φράση που να μπορούσε να εξαφανίσει τον φόβο της. Είχε δει ανθρώπους να χάνουν αγαπημένους τους μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Είχε μάθει πως οι υποσχέσεις που δεν μπορούσε να τηρήσει ήταν χειρότερες από τη σιωπή.
— Δεν θα σας πω πως δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε, είπε. Αλλά δεν είστε μόνη σας απόψε.

Η Ιρίνα τον κοίταξε. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να κρύψει τα δάκρυά της. Κάθισε στην καρέκλα δίπλα στη σόμπα και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Ο Αλεξέι κάθισε απέναντί της, χωρίς να μιλήσει. Πέρασαν αρκετά λεπτά. Η φωτιά έκαιγε χαμηλά. Από έξω έφτανε ο ήχος του ανέμου, που χτυπούσε τα παντζούρια. Στο δωμάτιο υπήρχε μόνο το αδύναμο φως της λάμπας και η σιωπή δύο ανθρώπων που δεν ήξεραν πώς να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, μα δεν ήθελαν να φύγουν. Κάποια στιγμή, η Ιρίνα άπλωσε το χέρι της πάνω στο τραπέζι. Δεν το έκανε επίτηδες. Ήταν μια κίνηση ασυνείδητη, σχεδόν παιδική, σαν να αναζητούσε κάτι σταθερό μέσα στο σκοτάδι. Ο Αλεξέι κοίταξε το χέρι της. Ύστερα ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά του πάνω στα δικά της. Η Ιρίνα δεν τραβήχτηκε.

Έμειναν έτσι για πολλή ώρα, χωρίς να κοιτάζονται, χωρίς να μιλούν. Κι εκείνος ένιωσε πως μετά από μήνες, δεν χρειαζόταν να σκέφτεται το μέτωπο, τις διαταγές ή τους άντρες που είχε αφήσει πίσω του. Υπήρχε μόνο αυτό το μικρό σπίτι. Αυτή η γυναίκα. Και το χέρι της μέσα στο δικό του.

Όταν ο γιατρός βγήκε από το δωμάτιο, η Ιρίνα σηκώθηκε αμέσως.
— Η μητέρα σας χρειάζεται ξεκούραση και θεραπεία, της είπε. Η κατάσταση είναι σοβαρή, αλλά προς το παρόν δεν βλέπω άμεσο κίνδυνο. Θα επιστρέψω το πρωί.

Η Ιρίνα έκλεισε τα μάτια και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Ο Αλεξέι την κοίταξε και χαμογέλασε ελάχιστα.
— Θα δείτε. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζετε τα πάντα μόνη σας.
Εκείνη γύρισε προς το μέρος του.
— Κι εσείς; Ποιος σας βοηθά όταν χρειάζεστε βοήθεια;
Η ερώτηση τον αιφνιδίασε. Προς στιγμήν το πρόσωπό του έχασε την αυστηρότητά του. Έμοιαζε σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
— Έχω μάθει να μη ζητάω, είπε τελικά.
Η Ιρίνα τον κοίταξε με μια θλίψη που δεν περίμενε να νιώσει για εκείνον.
— Αυτό δεν σημαίνει πως δεν χρειάζεστε.

Ο Αλεξέι χαμήλωσε το βλέμμα. Κανείς δεν του μιλούσε έτσι. Οι άντρες του περίμεναν από εκείνον αποφάσεις. Οι ανώτεροί του περίμεναν υπακοή και αποτελέσματα. Οι άνθρωποι που είχαν μείνει πίσω στη ζωή του τον θυμούνταν ως έναν νεαρό που είχε φύγει για τον πόλεμο και δεν είχε επιστρέψει ποτέ πραγματικά ο ίδιος. Η Ιρίνα, όμως, τον κοίταζε σαν να έβλεπε όχι τον αξιωματικό, αλλά τον άνθρωπο που κουραζόταν κάτω από τη στολή του.

— Πρέπει να επιστρέψω στη μονάδα, είπε.
Εκείνη έγνεψε, μα δεν έκανε αμέσως στην άκρη.
— Θα σας ξαναδώ;
Η ερώτηση βγήκε τόσο χαμηλόφωνα, που σχεδόν χάθηκε μέσα στον ήχο της φωτιάς.
Ο Αλεξέι την κοίταξε.
— Ναι, Ιρίνα. Θα με ξαναδείτε.

Όταν είπε το όνομά της, δεν υπήρχε τίποτα τυπικό στη φωνή του. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και τον άφησε να περάσει.

Προτού κατέβει τα σκαλιά, ο Αλεξέι γύρισε για μια τελευταία ματιά. Η Ιρίνα στεκόταν ακόμη στο κατώφλι, τυλιγμένη στην εσάρπα της, με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του.

Κανείς τους δεν είπε καληνύχτα. Δεν χρειαζόταν. Eκείνη τη νύχτα, χωρίς να τολμήσουν να το ομολογήσουν, είχαν αρχίσει να φοβούνται όχι μόνο μήπως χάσουν τους ανθρώπους που αγαπούσαν, αλλά και μήπως χάσουν ο ένας τον άλλον. Και αυτός ήταν ένας φόβος που κανένας από τους δύο δεν ήξερε ακόμη πώς να αντιμετωπίσει.

Το πρωινό ξημέρωσε γκρίζο και παγωμένο. Το χιόνι είχε καλύψει τις στέγες των σπιτιών. Ο Αλεξέι είχε ξυπνήσει πριν από την ανατολή. Η νύχτα στο σπίτι της Ιρίνα τον είχε ακολουθήσει μέχρι τον στρατώνα. Θυμόταν τη φωνή της όταν τον είχε ρωτήσει ποιος τον βοηθούσε όταν ο ίδιος χρειαζόταν βοήθεια. Θυμόταν το χέρι της πάνω στο τραπέζι, τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του και εκείνη τη σιωπή που δεν τον είχε κάνει να νιώσει μόνος. Δεν έπρεπε να τα σκέφτεται. Ήταν αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού. Οι άντρες του εξαρτώνταν από τις αποφάσεις του, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν και οι διαταγές δεν περίμεναν κανέναν. Η Ιρίνα ήταν μια γυναίκα που είχε ήδη υποφέρει αρκετά. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να προσθέσει ακόμη έναν φόβο στη ζωή της.

Κι όμως, όταν ο υπασπιστής του μπήκε στο γραφείο και τον ενημέρωσε πως είχαν εντοπιστεί δύο από τους ανθρώπους που αναφέρονταν στην παλιά κατάσταση μετακινήσεων, ο Αλεξέι σηκώθηκε τόσο απότομα, που η καρέκλα σύρθηκε στο πάτωμα.
— Πού βρίσκονται;
— Στο χωριό, κύριε λοχαγέ. Ο ένας είναι ο Πέτρο Σαβτσένκο. Ο άλλος, ο Σεργκέι Ντομπρόφ.

Ο Αλεξέι πήρε το παλτό του.
— Φέρτε τους εδώ. Θέλω να τους μιλήσω σήμερα.

Ο Πέτρος ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπο και ένα χέρι που έτρεμε ελαφρά όταν κρατούσε το καπέλο του. Όταν μπήκε στο γραφείο του Αλεξέι, κοίταξε πρώτα τον αξιωματικό και ύστερα την πόρτα, σαν να αναζητούσε τρόπο να φύγει.
— Γνωρίζατε τον Ιβάν Μάρκοφ; ρώτησε ο Αλεξέι.

Ο άντρας έσφιξε το καπέλο του.
— Όλο το χωριό τον γνώριζε.
— Δεν σας ρώτησα αν τον γνωρίζατε όλοι. Σας ρώτησα αν τον γνωρίζατε εσείς.

Ο Πέτρος χαμήλωσε το βλέμμα.
— Ναι, κύριε λοχαγέ.
— Τότε πείτε μου τι συνέβη το φθινόπωρο του 1942. Σύμφωνα με αυτή την αναφορά, ο Ιβάν Μάρκοφ βοήθησε έντεκα ανθρώπους να εγκαταλείψουν το χωριό πριν από μια επιχείρηση των Γερμανών.

Ο Πέτρος σήκωσε απότομα το κεφάλι.
— Ποιος σας το είπε αυτό;
— Τα στοιχεία που έχω μπροστά μου. Θέλω να ακούσω τη δική σας εκδοχή.

Για αρκετή ώρα ο άντρας δεν μίλησε. Ο Αλεξέι δεν τον πίεσε. Είχε μάθει πως ορισμένες αλήθειες δεν έβγαιναν στην επιφάνεια με φωνές και απειλές. Χρειάζονταν χρόνο, και μερικές φορές την απόφαση κάποιου να πάψει να φοβάται.
— Ο Ιβάν μάς έσωσε, είπε τελικά ο Πέτρος.

Ο Αλεξέι ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο γραφείο.
— Από τι;
— Οι Γερμανοί είχαν μάθει πως κάποιοι από εμάς έκρυβαν τρόφιμα και βοηθούσαν ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις συλλήψεις. Θα έκαναν έρευνες στα σπίτια. Ο Ιβάν το έμαθε από έναν άνθρωπο που δούλευε στο διοικητήριο.
— Και γιατί τον υποπτεύονταν για συνεργασία;

Ο Πέτρος έκλεισε τα μάτια.
— Επειδή πήγαινε εκεί. Μιλούσε με τους Γερμανούς. Ήξερε τη γλώσσα τους. Αλλά δεν πήγαινε για να τους βοηθήσει. Πήγαινε για να μάθει τι σχεδίαζαν.

Ο Αλεξέι ένιωσε τον θυμό να ανεβαίνει μέσα του, μα κράτησε το πρόσωπό του ανέκφραστο.

— Γιατί δεν το είπατε ποτέ;
— Γιατί φοβόμουν. Όταν χάθηκε ο Ιβάν, όλοι έλεγαν πως τον είχαν πάρει οι Γερμανοί επειδή είχε αποκαλυφθεί η δράση του. Κάποιοι άλλοι έλεγαν πως είχε φύγει μαζί τους. Κι όταν άρχισαν οι κατηγορίες, κανείς δεν ήθελε να μπλέξει.
— Εσείς, όμως, ήσασταν ένας από τους ανθρώπους που έσωσε.

Ο Πέτρος έσκυψε το κεφάλι.
— Ήμουν. Κι αυτό είναι κάτι που θα κουβαλώ μέχρι να πεθάνω.

Ο Αλεξέι σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Έξω, οι στρατιώτες περνούσαν μέσα από το χιόνι, κουβαλώντας κιβώτια και όπλα. Όλοι τους είχαν μια αποστολή. Κάποιοι θα επέστρεφαν. Κάποιοι όχι.
— Θα χρειαστώ γραπτή κατάθεσή σας, είπε. Και θα μιλήσω με τον δεύτερο μάρτυρα.
— Θα το κάνω, κύριε λοχαγέ.

Ο Πέτρος σηκώθηκε, αλλά προτού φύγει, γύρισε προς το μέρος του.
— Η κόρη του είναι καλό κορίτσι. Η Ιρίνα. Δεν της άξιζε να μεγαλώσει με τέτοια ντροπή.

Ο Αλεξέι τον κοίταξε.
— Τότε ας φροντίσουμε να μη χρειαστεί να τη μεταφέρει άλλο.

Η Ιρίνα περίμενε στην αυλή όταν τον είδε να πλησιάζει. Δεν είχε λάβει κάποιο μήνυμα. Δεν ήξερε τι είχε ανακαλύψει. Κι όμως, από τον τρόπο που περπατούσε, από τη σοβαρότητα στο πρόσωπό του, κατάλαβε πως είχε συμβεί κάτι σημαντικό.
— Αλεξέι;

Εκείνος σταμάτησε μπροστά της. Για μια στιγμή, δεν μίλησε. Είχε φανταστεί πολλές φορές αυτή τη συνάντηση, αλλά τώρα που βρισκόταν απέναντί της, με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του, οι λέξεις έμοιαζαν ανεπαρκείς.
— Μίλησα με τον Πέτρο Σαβτσένκο, είπε. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που βοήθησε ο πατέρας σας.
Η Ιρίνα άσπρισε.
— Και;

Ο Αλεξέι πλησίασε λίγο.
— Ο πατέρας σας προσπαθούσε να προστατεύσει τους χωρικούς. Δεν έχουμε ακόμη όλες τις απαντήσεις για την εξαφάνισή του, αλλά ο Πέτρος επιβεβαίωσε πως ο Ιβάν τούς βοήθησε να διαφύγουν από τους Γερμανούς.

Η Ιρίνα έφερε το χέρι στο στόμα της. Δεν έκλαψε αμέσως. Σαν να μην μπορούσε να καταλάβει τις λέξεις που μόλις είχε ακούσει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, ενώ το πρόσωπό της άλλαζε αργά, από την αγωνία σε μια έκφραση βαθιάς ανακούφισης.
— Ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι έτσι, ψιθύρισε. Το ήξερα. Η φωνή της έσπασε.

Ο Αλεξέι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
— Ιρίνα…
Εκείνη δεν άντεξε άλλο. Έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει, χωρίς να προσπαθεί αυτή τη φορά να κρύψει τα δάκρυά της.

Ο Αλεξέι άπλωσε τα χέρια του και δίστασε για μια στιγμή. Δεν ήξερε αν είχε το δικαίωμα να την αγγίξει. Δεν ήξερε αν η παρηγοριά του θα ήταν καλοδεχούμενη ή αν θα την έκανε να νιώσει ακόμη πιο ευάλωτη. Ύστερα η Ιρίνα έκανε το βήμα για εκείνον. Χώθηκε στην αγκαλιά του. Ο Αλεξέι την έκλεισε μέσα στα χέρια του και την κράτησε κοντά του, ενώ εκείνη έκλαιγε με το πρόσωπο ακουμπισμένο στο στήθος του. Δεν της είπε πως όλα θα πήγαιναν καλά. Δεν της υποσχέθηκε πως θα έβρισκαν τον πατέρα της. Απλώς έμεινε εκεί. Και για την Ιρίνα, αυτό ήταν αρκετό. Άκουγε την καρδιά του να χτυπά κάτω από τη στολή του. Ένιωθε τη ζεστασιά του, τη σταθερότητα των χεριών του και την παράξενη ασφάλεια που είχε αρχίσει να βρίσκει κοντά του. Όταν τελικά απομακρύνθηκε, τα χέρια του παρέμειναν για λίγο στους ώμους της.
— Θα συνεχίσω να ψάχνω, της είπε. Δεν θα σταματήσω μέχρι να μάθουμε τι συνέβη.

Η Ιρίνα σκούπισε τα μάγουλά της.
— Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω.
— Μου έχετε ήδη πει ευχαριστώ.
— Δεν εννοώ αυτό.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Υπήρχαν πράγματα που κανείς τους δεν είχε τολμήσει να πει. Πράγματα που είχαν αρχίσει να γεννιούνται στις σιωπές τους, στις μικρές συναντήσεις τους, στον τρόπο που αναζητούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς να το παραδέχονται. Ο Αλεξέι ένιωσε την ανάγκη να αγγίξει το πρόσωπό της, να απομακρύνει μια τούφα μαλλιών που είχε κολλήσει στο υγρό της μάγουλο. Δεν το έκανε.
— Πρέπει να επιστρέψω στη μονάδα μου.
Η Ιρίνα έγνεψε, προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή της.
— Φυσικά.
Εκείνος την κοίταξε για μια τελευταία στιγμή.
— Θα σας δω ξανά.
— Το ξέρω.
Μα όταν τον είδε να απομακρύνεται, κατάλαβε πως δεν ήταν πια τόσο βέβαιη για τον εαυτό της όσο ήταν πριν από λίγες εβδομάδες. Γιατί τώρα είχε κάτι να χάσει.

Οι ημέρες που ακολούθησαν έφεραν μαζί τους μια αλλαγή που κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να αγνοήσει. Η Ιρίνα είχε αρχίσει να χαμογελά ξανά. Όχι συχνά, ούτε εύκολα. Μα υπήρχαν στιγμές που η μητέρα της την έβλεπε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο και να χαμογελά χωρίς προφανή λόγο. Η Ολένα δεν άργησε να το προσέξει.

Ένα απόγευμα, καθώς η Ιρίνα της έφερνε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι, η μητέρα της την κοίταξε με εκείνη τη γνώριμη έκφραση που την έκανε να νιώθει πως δεν μπορούσε να κρύψει τίποτα.
— Είναι καλός άνθρωπος, ο λοχαγός;
Η Ιρίνα παραλίγο να χύσει το τσάι.
— Ποιος λοχαγός;
Η Ολένα χαμογέλασε.
— Δεν χρειάζεται να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις.

Η Ιρίνα άφησε το φλιτζάνι στο κομοδίνο.
— Δεν υπάρχει τίποτα, μητέρα.
— Δεν σε ρώτησα αν υπάρχει κάτι μεταξύ σας. Σε ρώτησα αν είναι καλός άνθρωπος.

Η Ιρίνα κάθισε δίπλα της. Σκέφτηκε τον Αλεξέι, τον τρόπο που μιλούσε στους άντρες του, την προσοχή με την οποία άκουγε τους άλλους, το πώς είχε καθίσει δίπλα της μέσα στη νύχτα χωρίς να απαιτήσει τίποτα.
— Νομίζω πως ναι, είπε τελικά.

Η Ολένα χάιδεψε τα μαλλιά της.
— Τότε πρόσεχε, κόρη μου.
Η Ιρίνα συνοφρυώθηκε.
— Να προσέχω τι;
— Να μη φοβηθείς τόσο πολύ αυτό που νιώθεις, ώστε να το καταστρέψεις πριν προλάβει να υπάρξει.
Η Ιρίνα έμεινε σιωπηλή.

— Αλλά να μην ξεχάσεις και ποιος είναι, συνέχισε η μητέρα της. Είναι στρατιώτης. Ο πόλεμος μπορεί να τον πάρει μακριά σου χωρίς να σε ρωτήσει. Δεν θα ήθελα να δώσεις την καρδιά σου σε έναν άνθρωπο και ύστερα να περάσεις τη ζωή σου περιμένοντας μια πόρτα να ανοίξει.

Η Ιρίνα ένιωσε έναν κόμπο να ανεβαίνει στον λαιμό της.
— Δεν θέλω να τον αγαπήσω, ψιθύρισε.
Η Ολένα της έσφιξε το χέρι.
— Καμιά φορά, παιδί μου, δεν αποφασίζουμε ποιον θα αγαπήσουμε. Αποφασίζουμε μόνο τι θα κάνουμε με την αγάπη μας.

Εκείνο το βράδυ, η Ιρίνα δεν κοιμήθηκε εύκολα. Σκεφτόταν πως η μητέρα της είχε δίκιο. Ο Αλεξέι μπορούσε να φύγει ανά πάσα στιγμή. Μπορούσε να λάβει μια διαταγή και να χαθεί σε κάποιο μέτωπο, χωρίς εκείνη να μάθει ποτέ τι απέγινε. Και ίσως γι’ αυτό έπρεπε να κρατήσει αποστάσεις. Μόνο που η καρδιά της δεν φαινόταν διατεθειμένη να την ακούσει.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Αλεξέι την αναζήτησε στην άκρη του χωριού, εκεί όπου ένα στενό μονοπάτι οδηγούσε σε έναν μικρό λόφο με θέα τα χιονισμένα χωράφια. Η Ιρίνα είχε πάει εκεί για να μαζέψει ξερά κλαδιά. Όταν τον είδε να πλησιάζει, ένιωσε εκείνη τη γνώριμη ζεστασιά να απλώνεται στο στήθος της, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.
— Έχετε νέα; τον ρώτησε.
— Ναι.

Ο Αλεξέι τής εξήγησε πως ο δεύτερος μάρτυρας είχε επιβεβαιώσει την ιστορία του Πέτρου. Ο Ιβάν είχε πράγματι βοηθήσει ανθρώπους να διαφύγουν, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που αποκτούσε από τις επαφές του με το γερμανικό διοικητήριο. Δεν υπήρχε καμία αξιόπιστη ένδειξη ότι είχε συνεργαστεί με τους κατακτητές. Για την εξαφάνισή του, όμως, δεν είχαν ακόμη οριστική απάντηση. Η Ιρίνα άκουσε προσεκτικά, με τα μάτια στραμμένα στο χιονισμένο τοπίο.
— Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως δεν ήταν προδότης, είπε.
— Ναι.
— Και ξέρω πως κάποιος προσπάθησε να κάνει το σωστό, ακόμη κι όταν όλοι φοβούνταν.

Ο Αλεξέι την κοίταξε.
— Αυτό χρειάζεται περισσότερο θάρρος απ’ όσο πιστεύουν οι περισσότεροι.

Η Ιρίνα γύρισε προς το μέρος του.
— Εσείς θα το κάνατε;

Η ερώτηση τον αιφνιδίασε.
— Τι ακριβώς;
— Θα διακινδυνεύατε τη ζωή σας για να σώσετε ανθρώπους που δεν γνωρίζετε;

Ο Αλεξέι κοίταξε μακριά, προς τα χωράφια.
— Δεν ξέρω. Θέλω να πιστεύω πως ναι.
— Δεν μου αρέσει αυτή η απάντηση.
— Είναι η μόνη ειλικρινής που μπορώ να σας δώσω.

Η Ιρίνα τον παρατήρησε για ώρα.
— Ξέρετε τι μου αρέσει σε εσάς, Αλεξέι;

Εκείνος γύρισε απότομα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα, αλλά κάθε φορά η λέξη τού προκαλούσε την ίδια ανεξήγητη αναστάτωση.
— Τι;
— Δεν προσπαθείτε να με πείσετε πως είστε καλύτερος απ’ όλους τους άλλους.

Ο Αλεξέι χαμογέλασε θλιμμένα.
— Ίσως επειδή ξέρω πως δεν είμαι.
— Όχι. Επειδή έχετε το θάρρος να το παραδεχτείτε.
Εκείνος δεν απάντησε.

Η Ιρίνα έκανε ένα βήμα πιο κοντά.
— Όταν ήρθατε στο χωριό, σας φοβόμουν.
— Το είχα καταλάβει.
— Νόμιζα πως θα ήσασταν σαν όλους τους άλλους ανθρώπους που γνώρισα μέσα στον πόλεμο. Άνθρωποι που έδιναν διαταγές και περίμεναν από όλους να υπακούσουν.
— Κι εγώ νόμιζα πως θα με μισούσατε.
— Σας μισούσα λίγο, είπε εκείνη, και τα χείλη της σχημάτισαν ένα μικρό χαμόγελο.

Ο Αλεξέι γέλασε χαμηλά.
— Μόνο λίγο;
— Μην το εκμεταλλεύεστε, λοχαγέ.
— Δεν θα το διακινδύνευα.

Το χαμόγελό της έσβησε αργά.Η έκφρασή της έγινε σοβαρή.
— Αλεξέι, φοβάμαι.

Εκείνος δεν κινήθηκε.
— Τι φοβάστε;

Η Ιρίνα πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Ότι έχω αρχίσει να σας περιμένω. Ότι ακούω βήματα στον δρόμο και αναρωτιέμαι αν είστε εσείς. Ότι όταν συμβαίνει κάτι καλό, θέλω να σας το πω. Και όταν φοβάμαι, σκέφτομαι πως θα ήθελα να είστε κοντά μου. 

Σταμάτησε, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά δυνατά.
— Δεν ήθελα να συμβεί αυτό.

Ο Αλεξέι την κοιτούσε σαν να είχε ξεχάσει πώς να αναπνέει.
— Ούτε εγώ, είπε τελικά.

Η Ιρίνα χαμήλωσε τα μάτια.
— Τότε πρέπει να σταματήσουμε.

Η φράση της τον χτύπησε πιο δυνατά απ’ όσο περίμενε.
— Αυτό θέλετε;

Εκείνη δεν απάντησε αμέσως.
— Όχι.

Η λέξη βγήκε σχεδόν σαν λυγμός.
— Όχι, Αλεξέι. Δεν θέλω.

Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
— Τότε μην μου ζητάτε να φύγω προτού καν δοκιμάσουμε να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει.

Η Ιρίνα σήκωσε το βλέμμα. Ήταν τόσο κοντά τώρα, που μπορούσε να διακρίνει τις μικρές γραμμές γύρω από τα μάτια του, την κούραση που δεν έφευγε ποτέ εντελώς από το πρόσωπό του και την αβεβαιότητα που προσπαθούσε να κρύψει.
— Κι αν πληγωθούμε; ψιθύρισε.
— Είναι πιθανό.
— Κι αν ο πόλεμος μας χωρίσει;

Ο Αλεξέι έμεινε σιωπηλός για λίγο.
— Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ πως δεν θα φύγω. Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ πως θα είμαι πάντα εδώ. Θα ήταν ψέμα.

Η Ιρίνα ένιωσε τα μάτια της να καίνε.
— Τότε τι μπορείτε να μου υποσχεθείτε;

Ο Αλεξέι σήκωσε αργά το χέρι του και άγγιξε το μάγουλό της.
— Πως όσο είμαι εδώ, δεν θα σας πω ψέματα για όσα αισθάνομαι.

Η Ιρίνα έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια, ο Αλεξέι βρισκόταν ακόμη μπροστά της, περιμένοντας. Δεν την πλησίασε περισσότερο. Δεν την πίεσε. Της άφησε τον χώρο να αποφασίσει. Η Ιρίνα ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του.
— Τότε μη μου πείτε ψέματα, ψιθύρισε.
— Δεν θα το κάνω.

Και τότε εκείνη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. Ήταν ένα φιλί διστακτικό, σχεδόν φοβισμένο. Τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του για μια σύντομη στιγμή, σαν να δοκίμαζε κάτι που επιθυμούσε και ταυτόχρονα φοβόταν. Ο Αλεξέι έμεινε ακίνητος για μια ανάσα. Ύστερα, όταν εκείνη δεν απομακρύνθηκε, την αγκάλιασε απαλά και ανταπέδωσε το φιλί. Δεν υπήρχε τίποτε βιαστικό στην κίνησή του. Μόνο η τρυφερότητα δύο ανθρώπων που είχαν περάσει τόσο καιρό προσπαθώντας να προστατευτούν, ώστε είχαν ξεχάσει πόσο ανάγκη είχαν να νιώσουν πως κάποιος τους κρατά.

Η Ιρίνα ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του.
— Τώρα φοβάμαι ακόμη περισσότερο, ψιθύρισε.

Ο Αλεξέι έκλεισε τα μάτια.
— Κι εγώ.
— Δεν μοιάζετε με άνθρωπο που φοβάται.
— Είμαι καλός στο να το κρύβω.

Εκείνη χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της. Ο Αλεξέι τής χάιδεψε απαλά τα μαλλιά.
— Ιρίνα, δεν ξέρω τι θα μας φέρει το αύριο. Ξέρω μόνο πως δεν θέλω να προσποιούμαι άλλο ότι δεν σας σκέφτομαι.

Η κοπέλα σήκωσε το πρόσωπό της.
— Ούτε εγώ.

Έμειναν αγκαλιασμένοι κάτω από τον γκρίζο ουρανό, ενώ το χιόνι έπεφτε γύρω τους αθόρυβα. Δεν ήξεραν πως η ευτυχία τους θα δοκιμαζόταν πολύ σύντομα. Δεν ήξεραν πως, σε λίγες ημέρες, μια διαταγή θα έφτανε στα χέρια του Αλεξέι και θα τον ανάγκαζε να εγκαταλείψει το χωριό. Εκείνη τη στιγμή, όμως, δεν υπήρχαν διαταγές. Δεν υπήρχε μέτωπο. Δεν υπήρχαν σύνορα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που είχαν μάθει να φοβούνται. Υπήρχε μόνο ένα φιλί μέσα στο χιόνι. Και η σιωπηλή υπόσχεση πως, όσο κι αν κρατούσε ο πόλεμος, αυτό που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους δεν θα ήταν ψέμα.

Νατάσα Ξαγοράρη

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.