Κάστρο του Μπραν, Τρανσυλβανία
Φεβρουάριος 1897 μ.Χ.
Η Ρεβέκκα καθόταν στην θέση που κάποτε ανήκε μονάχα στην Κόμισσα. Μπροστά της είχε το τεράστιο ξύλινο γραφείο, πάνω στο οποίο αναπαυόταν ένα κηροπήγιο με σβησμένα λευκά κεριά, ένα βάζο με μαραμένα λουλούδια, η πένα με το άδειο μελανοδοχείο, αλλά και το χαρτί με τα πλαγιαστά γράμματα, στις γραμμές του οποίου είχε εναποθέσει την εντολή της η πάλαι ποτέ ψηλή και όμορφη πυργοδέσποινα. Στους τρεις τοίχους, υπήρχαν κι άλλα κηροπήγια που είχαν πάψει να λάμπουν εδώ και αιώνες, ενώ αράχνες είχαν πλέξει τους ιστούς τους στις γωνίες και περίμεναν υποψήφια θύματα, αλλά και έλπιζαν να μην γίνουν αντιληπτές από τους άλλους ενοίκους του κάστρου. Το παράθυρο πίσω από την Ρεβέκκα και κάτω από το πορτραίτο της Κόμισσας ήταν ορθάνοιχτο, όπως και κάθε άλλο, με τις σκισμένες κουρτίνες να κρέμονται παράμερα από το κουρτινόξυλο σαν φτερά νεκρού πτηνού.
Η Μαγκνταλένα στεκόταν στα δεξιά της Ρεβέκκα, ενώ στα αριστερά ήταν η Ροζάλια Μολντοβάνου. Στην άλλη μεριά του γραφείου, έστεκαν ο Βασίλι, ο Νικολάι, η Μαριάννα Μπενγκέσκου, ο Αρσένιε και ο Νάντρου Μολντοβάνου. Όσοι είχαν ακόμα τις νοητικές ικανότητες, κοιτάζονταν αναμεταξύ τους, σκεπτόμενοι τα όσα είχε ανακαλύψει η Μαγκνταλένα πριν λίγες ώρες. Τα θηράματα ήξεραν, αν όχι τα πάντα, τότε σίγουρα ένα μέρος της αλήθειας, και είχαν αρχίσει να παίρνουν τα μέτρα τους, για να προφυλαχθούν. Είχαν όπλα και κυκλοφορούσαν σε μικρές ομάδες το βράδυ. Στο μεγαλύτερο σπίτι που υπήρχε στο Μπραν, απ’ ό,τι είχε πει το κορίτσι των Τσομπάνου -οι οποίοι είχαν στρατιώτες να τους φυλάνε-, είχαν μαζευτεί μερικοί κάτοικοι. Η μικρή δεν ήξερε το γιατί, αλλά η Ρεβέκκα και οι δικοί της κατάλαβαν ότι οι χωριάτες νόμιζαν πως όσο περισσότεροι ήταν στο ίδιο μέρος, τόσο το καλύτερο για την μοίρα τους.
Ο Βασίλι ήταν ο πιο αναστατωμένος από τους βρικόλακες. Έξυνε το φαλακρό κεφάλι του, χωρίς να δίνει σημασία στις χαρακιές που προκαλούσαν τα νύχια του, σαν να ήθελε να φτιάξει έναν πρωτόγονο χάρτη στο ξηρό δέρμα. Έριχνε κλεφτές, θυμωμένες ματιές προς την Μαγκνταλένα, η οποία του ανταπέδιδε την πρόκληση με χαμόγελο. Ο Νικολάι, η Ρεβέκκα και η Ροζάλια σκέφτονταν τι θα μπορούσαν να κάνουν από δω και πέρα, ενώ οι υπόλοιποι, η λογική των οποίων είχε διαβρωθεί σαν σίδερο που βράχηκε και σκούριασε, παρέμεναν απαθείς, περιμένοντας να τους φέρουν φρέσκο αίμα ή να τους πουν να ορμήσουν σε κάποιο άτυχο θύμα.
Η ησυχία που επικρατούσε εντός του κάστρου διασαλευόταν μονάχα από τον αέρα που λυσσομανούσε έξω και από την αδιόρατη ένταση των σκέψεων που έκαναν τα πέντε από τα εννιά απέθαντα όντα που κατοικούσαν σε αυτό. Σε μια στιγμή, ένα ποντίκι φάνηκε από τη χαραμάδα ενός τοίχου. Το γκρίζο τρωκτικό στάθηκε στα δυο του πόδια και αναζήτησε με τα μάτια και την μύτη του κάποια λιχουδιά, όμως την επόμενη στιγμή χώθηκε ξανά στην κρυψώνα του, γιατί ένιωσε λιγωμένους θηρευτές να ενεδρεύουν γύρω του.
«Δεν έπρεπε να πας».
Όλοι κοίταξαν τον Βασίλι, τη στιγμή που αυτός, σαν αλλοπαρμένος εραστής, δεν σπαταλούσε το βλέμμα του για κανέναν άλλο, πέραν της Μαγκνταλένα.
«Τι εννοείς, Βασίλι;» ρώτησε η Ρεβέκκα.
Ο αδερφός της Έλενα δεν έδωσε σημασία. «Μαγκνταλένα, γιατί πήγες χωρίς να μας ρωτήσεις; Γιατί;»
«Βασίλι. Εμένα κοίτα».
Εκείνος έβρισε και στράφηκε προς την Ρεβέκκα.
«Εξήγησε τι εννοείς» του είπε.
«Τι εννοώ; Πήγε εκεί, χωρίς να μας το πει, και μας πρόδωσε. Τώρα ξέρουν όλοι για εμάς».
«Πρώτον, εγώ ήξερα ότι θα πήγαινε εκεί. Δεύτερον, μας έφερε σημαντικές πληροφορίες για τα θηράματα. Και, όσο για το ότι ξέρουν για εμάς, πολύ αμφιβάλλω» είπε η Ρεβέκκα. «Ξέρουν για την Μαγκνταλένα. Όχι για τους υπόλοιπους».
«Σίγουρα θα υποψιάζονται πως και η μάνα της είναι βαμπίρ» πετάχτηκε ο Νικολάι.
«Γιατί, για τους άλλους τι θα νομίζουν; Ότι έφυγαν έτσι ξαφνικά; Και μάλιστα, από τη στιγμή που τα παλιόσκυλα γάβγιζαν τόσο πολύ και τις δύο φορές που επιτεθήκαμε;» Ο Βασίλι κοίταξε ξανά την Μαγκνταλένα. «Και εκτός αυτού, τι κατάφερες δηλαδή; Απλά τρόμαξες ένα πορνίδιο».
Τότε το δωμάτιο σείστηκε από ένα δυνατό κρότο. Το δεξί χέρι της Ρεβέκκα παραλίγο να διαλύσει το γραφείο, ενώ τα σμιγμένα φρύδια και η εμφάνιση των δοντιών της έκαναν πρόδηλη την οργή της. «Πρόσεξε τι ξεστομίζεις, καταραμένε! Άλλη μια τέτοια κουβέντα για γυναίκα και θα ξεριζώσω τα μάτια και τη γλώσσα σου. Κατάλαβες;»
«Αυτό σε πείραξε εσένα; Εδώ…»
«Είπα, πρόσεξε τι λες» φώναξε η Ρεβέκκα και το κάστρο φάνηκε να δονείται.
Ο Βασίλι σύριξε εναντίον της Ρεβέκκα, με την Έλενα να τον υποστηρίζει αναλόγως. Οι άλλοι τρεις κατώτεροι βρικόλακες, που εν προκειμένω είχαν περισσότερη συγγένεια με τον Βασίλι και την αδερφή του (μιας και αυτοί οι δύο ήταν οι πρώτοι που τους πήραν την ανθρώπινη φύση) παρά με την Ρεβέκκα, την Ροζάλια και την Μαγκνταλένα, συσπειρώθηκαν κοντά στα αδέρφια.
«Αρκετά!» διέταξε ο Νικολάι. Ήταν ο πιο ψηλός απ’ όλους, αλλά το ίδιο αδύνατος και χλομός με τους άλλους. Τα μαύρα μαλλιά του τα είχε λυτά, όπως όταν ήταν νεαρός και οι κοπέλες της Κλουζ Ναπόκα τον κοιτούσαν στην αγορά και του χαμογελούσαν, ζητώντας του έμμεσα να διαλέξει μία από αυτές για ερωμένη του. «Δεν έχουμε καιρό για ηλίθιους τσακωμούς».
«Εγώ έχω» είπε η Ρεβέκκα. «Δεν επιτρέπω σε κανέναν άντρα να μιλάει έτσι για μια γυναίκα. Το ξέρω το είδος σας, Νικολάι. Ω ναι, το γνώρισα πολύ καλά. Είστε τα χειρότερα τέρατα. Όπως έχεις παραδεχτεί, και εσύ κάποτε, πριν γίνεις ένα ανώτερο ον, έφτασες κοντά στο να βλάψεις μια αθώα θυγατέρα». Ξεφύσησε και αναζήτησε τα χέρια των δύο γυναικών δίπλα της, για παρηγοριά. «Αν δεν ήταν η καλή μας η Κόμισσα να σε σταματήσει… Ποιος ξέρει πόσες φορές θα τη βίαζες».
«Κάνε μας τη χάρη» είπε ο Βασίλι, με αγανάκτηση. «Ξεπέρασέ το, επιτέλους».
Ο Νικολάι ένιωσε να θυμώνει, αλλά διατήρησε την ψυχραιμία του. Η Ρεβέκκα δεν θα πειθόταν ποτέ ότι εκείνος δεν είχε σκοπό να βλάψει κάποια κοπέλα. Δεν είχε ανταλλάξει κάτι περισσότερο από μερικά βλέμματα και ένα λουλούδι με εκείνο το κορίτσι. Μόνο μια φορά έφτασαν κοντά στο να φιληθούν, αλλά τότε ήταν που άκουσαν μια σκιά να τους μιλάει και μετά όλα σκοτείνιασαν για πάντα για τον Νικολάι. Όταν ξύπνησε, πολλές μέρες μετά, μόνος σε ένα άδειο και κρύο δωμάτιο αυτού του κάστρου, αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί και πού ήταν η Ιλίνκα. Όμως, συνειδητοποίησε πως, έχοντας στο μυαλό του την εικόνα της νεαρής με τα ξανθά μαλλιά και το χειροποίητο φόρεμα, δεν ένιωθε πια εκείνο τον πόθο που αγκαλιάζει την καρδιά ενός άντρα για μια γυναίκα, αλλά, αντίθετα, φαντάστηκε τον εαυτό του να ορμάει και να ξεσκίζει τον λαιμό της. Όταν είδε την Κόμισσα να μπαίνει στο δωμάτιο και να του χαμογελάει, με τα χέρια ενωμένα μπροστά από τον κοιλιά της, δε φοβήθηκε, ούτε θέλησε να της επιτεθεί. Αυτό που ήθελε ήταν να την προσκυνήσει, σαν να ήταν η Παναγία. Δεν καταλάβαινε γιατί, δεν την ήξερε καν, όμως αυτό ένιωσε και αυτό έκανε. Κι εκείνη του μίλησε με τη γαλήνια φωνή της και έσκισε τη φλέβα στον καρπό της. Κι εκείνος ήπιε, κάνοντας άλλο ένα βήμα στην νέα πορεία ζωής που είχε χαράξει η Κόμισσα για αυτόν.
«Να το ξεπεράσω;» έκανε η Ρεβέκκα και μόρφασε. «Ποτέ! Θέλω και πρέπει να θυμάμαι τι είστε, Βασίλι».
«Τι θα κάνουμε με τους χωριάτες;» παρενέβη ο Νικολάι. «Μετά τα όσα είπε η Μαγκνταλένα, πρέπει να αλλάξουμε τακτική».
Η Ρεβέκκα άφησε ασχολίαστο το ότι ο Νικολάι άλλαξε θέμα. «Όχι απαραίτητα» είπε.
«Δηλαδή;»
«Ξέρουν κάποια πράγματα που σχετίζονται με εμάς, αλλά δεν έφυγαν. Όπως το περιμέναμε, άλλωστε. Όσες φορές και να πάμε στο Μπραν, θα βρούμε τους χωριάτες εκεί, να τρέμουν από το φόβο τους». Η Ρεβέκκα σταμάτησε, γιατί ένιωσε τα δάχτυλα της Ροζάλια και της Μαγκνταλένα να χαϊδεύουν τις παλάμες της. Σκίρτησε. Αυτό ήταν πραγματικό ερωτικό άγγιγμα. Ένας άντρας δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει μια γυναίκα να νιώσει έτσι, να θέλει να είναι συνέχεια μαζί του. Εκείνη ήξερε από άντρες. Τους είχε δει πώς κοιτούσαν και πώς χτυπούσαν τις γυναίκες. Και το αποκαλούσαν έρωτα αυτό, οι αχρείοι. Η ίδια είχε βρεθεί στα χέρια μερικών. Κάποτε, όταν ακόμα δεν ήταν σε θέση να τους φέρει αντίσταση. Τότε που ζούσε στο Σιμπίου και μαράζωνε δίπλα στην μάνα και τις αδερφές της, κάνοντας δουλειές του σπιτιού. Πριν την έλευση της Κόμισσας, που την έσωσε από τρεις άθλιους μεθύστακες σε έναν σκοτεινό χωματόδρομο, προσφέροντάς της την αιωνιότητα και τη δύναμη να συνθλίψει κάθε εχθρό. Ευτυχώς, σκεφτόταν πλέον, είχε προλάβει πριν η Μαγκνταλένα γίνει άλλη μια γυναικούλα κάποιου άντρα. Δεν ίσχυε το ίδιο για την Ροζάλια, όμως και εκείνη είχε σωθεί, πριν γίνει γριά και άσχημη από το μαράζι που θα της προσέφερε ο Νάντρου. Κι αν όλα πήγαιναν όπως τα είχε σκεφτεί, τότε πολλές ακόμα γυναίκες θα είχαν την ευκαιρία να γλιτώσουν μια μίζερη ζωή.
Αν τους ήξερε τους άντρες; Μια χαρά τους ήξερε. Ήταν ίδιοι και απαράλλακτοι, είτε σαν άνθρωποι, είτε σαν ανώτερα όντα. Κι αυτό ήταν κάτι που είχε σκοπό να το συζητήσει με την Κόμισσα, όταν θα βρίσκονταν ξανά. Γιατί η Ρεβέκκα είχε σχέδια για τους άντρες.
Αλλά κάθε πράγμα στην ώρα του.
Σηκώθηκε από την καρέκλα και χαμογέλασε με ειρωνεία. «Ας αποσυρθούμε. Θα μιλήσουμε αργότερα για το σύντομο μέλλον των κατοίκων του Μπραν, και όχι μόνο». Δεν είχε διάθεση να μιλήσει άλλο για τα θηράματα. Άλλωστε, δεν την ανησυχούσαν.
Πέρασε στην άλλη πλευρά του γραφείου, ακολουθούμενη από τις δύο ερωμένες της, χωρίς να περιμένει απάντηση. Ο Νικολάι τις ακολούθησε. Ο Βασίλι και η κουστωδία του πήγαν τελευταίοι, κρατώντας μια εύλογη απόσταση.
Μπραν
Η απογοήτευση που θα οδηγούσε σε ολοένα και χειρότερη αδημονία χτύπησε από νωρίς την ομάδα που είχαν σχηματίσει ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν. Την είδαν να επιβάλλεται από κάποιον ζωγράφο που κατοικούσε στον ουρανό και ο οποίος έβαφε με μικρές, απανωτές πινελιές τον καμβά του χωριού και των παρακείμενων δασικών εκτάσεων. Ένα έργο τέχνης που, ως συνήθως, το ξεκινούσε στην αρχή του χειμώνα μιας χρονιάς και που το παρατούσε ενίοτε για μια, δυο ή και περισσότερες μέρες, σαν να ήθελε να ξεκουραστεί και να εμπνευστεί, και έπειτα το ξανάπιανε από το σημείο που το είχε αφήσει. Ήταν μια πολύμηνη δουλειά που περιελάμβανε τη χρήση ενός και μόνου χρώματος. Του χρώματος εκείνου που αποτελούνταν από όλα τα χρώματα μαζί. Του λευκού, με το οποίο σημάδευε στον πίνακα όλα τα σημεία που ήθελε να καλύψει, σαν μαθητής που προσπαθεί αδέξια να σβήσει τα λάθη από το γραπτό του.
Η ομάδα που περιπολούσε για το χρονικό διάστημα τέσσερις με έξι το πρωί ήταν εκείνη που είδε πρώτη τα χιόνια να πέφτουν ξανά στο Μπραν, ύστερα από τρεις ώρες που είχε πάψει η χιονόπτωση. Μόλις είχαν περάσει την πύλη του κήπου της κατοικίας των Τσομπάνου, όταν ένιωσαν το απαλό χνούδι να αγγίζει τα ρούχα τους. Οι ντόπιοι που συνόδευαν τους Ούγγρους δεν έδωσαν σημασία, καθώς δεν ήταν κάτι πρωτοφανές και επιπροσθέτως ήθελαν να πάνε να ξαπλώσουν, αλλά οι σωματοφύλακες κατάλαβαν ότι δεν θα γινόταν σήμερα η επίθεση στο κάστρο. Ακόμα και αν πήγαιναν τις μεσημεριανές ώρες, που το κρύο θα περιοριζόταν κάπως, θα ήταν υπερβολικά κουραστικό για όλους, αν όχι και επικίνδυνο.
Οι ίδιοι οι πρώην στρατιωτικοί δεν είχαν πρόβλημα να περιμένουν, αλλά είχαν αντιληφθεί πως τα αφεντικά τους, όπως και οι ντόπιοι, ήθελαν να ξεμπερδέψουν άμεσα. Η όλη υπόθεση προκαλούσε ανησυχία σε όλους, αν και ο Ντράχοσλαβ με τον Βέλκαν είχαν έναν παραπάνω λόγο για να επιτεθούν στους υπαίτιους, με βασικότερους στόχους την Κόμισσα, που μάλλον ήταν η αρχηγός της σπείρας, και την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου, η οποία, άγνωστο πώς, είχε καταφέρει να σκοτώσει τα αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ και μετά να σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι των μικρών παιδιών του Βέλκαν και να τα τρομάξει, χωρίς να την αντιληφθεί κανείς. Αυτό, φυσικά, είχε εκνευρίσει και τους Ούγγρους, γιατί η άμυνα που είχαν στήσει δεν απέτρεψε την εισβολή στον περιβάλλοντα χώρο του σπιτιού. Είχαν εκτεθεί στα αφεντικά τους και στους ντόπιους, διότι οι Τσομπάνου είχαν εγγυηθεί για τις ικανότητες των Ούγγρων στην τέχνη του πολέμου, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η προστασία φρουρίων και άλλων περιουσιών του βασιλείου που υπηρετείς. Γι’ αυτό είχε γεμίσει και η οικία με κόσμο, επειδή θα ήταν ασφαλές. Αυτό είχαν τάξει οι Τσομπάνου. Τέσσερις πρώην στρατιωτικοί, συν πολλά όπλα και εκρηκτικά, συν τον Φέρκα και τον Σάντα που φυλούσαν τον κήπο. Συν την περίπολο που κάλυπτε τους δρόμους του Μπραν. Πραγματικά, τι θα μπορούσαν να φοβηθούν; Ποιος θα τολμούσε να τους επιτεθεί;
Κι όμως, παραλίγο να πάνε όλα κατά διαβόλου. Παραλίγο. Το ότι η Αντελίνα και η Λία δεν είχαν πάθει κανένα κακό, πέραν από το ότι φοβήθηκαν πολύ, αλλά και το ότι το σπίτι δεν είχε παραβιαστεί απ’ άκρη σ’ άκρη και δεν είχε πεθάνει ή τραυματιστεί κανένας ένοικος, ήταν κατ’ ουσίαν οι μόνοι λόγοι που οι Ούγγροι παρέμεναν στα πόστα τους και που η επιχείρηση της ομάδας κρούσης δεν είχε ακυρωθεί.
Αλλά η ουσία ήταν πως το σύστημα των στρατιωτικών δεν είχε δουλέψει και αυτό τους προβλημάτιζε. Τι είχε συμβεί; Πώς είχε καταφέρει εκείνη η καταραμένη να σκοτώσει τα σκυλιά και να σκαρφαλώσει ως το μπαλκόνι, μέσα στην κρύα νύχτα; Πώς γινόταν να μην τη δουν ή να μην την ακούσουν οι άντρες της περιπόλου; Απ’ όσο θυμούνταν, η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου ήταν απλά μια όμορφη κοπέλα που είχε χάσει τον πατέρα της και έμενε με την μάνα της. Μια τυπική, νεαρή αγρότισσα που, όπως όλες οι ντόπιες, περίμενε να παντρευτεί, να κάνει παιδιά και να ζήσει τη βουκολική της ζωούλα ως τα βαθιά γεράματα –αν τα κατάφερνε. Ούτε είχε εκπαιδευτεί, ούτε είχε συμμετάσχει σε πολέμους ή άλλες παρεμφερείς συρράξεις. Πώς τα είχε καταφέρει;
Και, επιπλέον, γιατί αυτή η σκύλα είχε αφήσει ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να εισβάλλει στο σπίτι; Αν είχε τις ικανότητες που υπονοούσαν τα χθεσινοβραδινά επιτεύγματά της, γιατί να μη σπάσει το τζάμι ή να μην παραβιάσει την κλειδαριά και να μπει στο δωμάτιο των κοριτσιών; Απ’ ό,τι είπε ο Βέλκαν, η μια του κόρη μίλησε με την Μπενγκέσκου και η τελευταία ζήτησε την άδεια της Λία, για να εισέλθει. Γιατί; Δεν το καταλάβαιναν οι πρώην στρατιωτικοί, παρόλο που είχαν ακούσει κάτι ψιθύρους για βρικόλακες. Βρικόλακες. Φυσικά, τι άλλο; Ήταν στην χώρα του Δράκουλα. Πολύς κόσμος νόμιζε ότι ο Κόμης ζούσε ακόμα κάπου στα Καρπάθια και κατά καιρούς επιτιθόταν σε ανυποψίαστους διαβάτες. Και οι Ούγγροι ήξεραν από μύθους περί βρικολάκων. Η κόμισσα Ελίζαμπεθ Μπάθορι ήταν από την Ουγγαρία. Απ’ ό,τι λεγόταν, έκανε μπάνιο με αίμα από νεαρές, για να παραμείνει και η ίδια νέα. Άλλοι έλεγαν πως οι βρικόλακες έπιναν ανθρώπινο αίμα ως τροφή, πως μεταμορφώνονταν σε λύκους ή νυχτερίδες, ότι κυκλοφορούσαν μόνο τη νύχτα και πως είχαν σκυλίσια δόντια. Ανοησίες. Παραμύθια. Αλλά ανοησίες και παραμύθια που εξυπηρετούσαν εν μέρει τον σκοπό των Ούγγρων. Ήταν η απάντηση στο πώς τα είχε καταφέρει η Μπενγκέσκου. Τα αφεντικά τους ήταν εξ αρχής δύσπιστα με την ύπαρξη βρικολάκων και της ίδιας της Κόμισσας που λέγανε οι ντόπιοι ότι ζει στο κάστρο του Μπραν, όμως η επίσκεψη της Μπενγκέσκου άλλαξε τον τρόπο σκέψης τους. Μετά την ανακάλυψη των νεκρών σκυλιών, είχε γίνει μια μικρή συνέλευση της ομάδας, όπου οι Τσομπάνου είχαν αποφασίσει να δεχτούν τη φήμη περί απέθαντης Κόμισσας που είχε πιάσει και μετατρέψει σε ομοίους της πέντε κατοίκους. Οπότε η Μπενγκέσκου, έχοντας αυτές τις δυνάμεις, κατάφερε να περάσει την άμυνα που είχαν στήσει οι Ούγγροι. Ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν δεν γινόταν να ρίξουν το φταίξιμο στους σωματοφύλακές τους, ειδικά από την στιγμή που οι μικρές ή κάποιος άλλος κάτοικος δεν είχαν πληγωθεί. Έτσι, οι τέσσερις πρώην στρατιωτικοί την είχαν γλιτώσει. Προς το παρόν, παρέμεναν στην υπηρεσία των Τσομπάνου.
Όμως, παρέμενε και το γεγονός ότι είχαν αποδειχτεί ανεπαρκείς για την περίσταση. Η Λία Τσομπάνου, «ένα μυξιάρικο δεκάχρονο», όπως την αποκάλεσε ένας εκ των Ούγγρων στην μεταξύ τους μυστική κουβέντα, είχε ενεργήσει πιο έξυπνα απ’ αυτούς, αν συνέκρινε κανείς τη μια περίπτωση με την άλλη. «Αλλά, ευτυχώς, αυτό δεν απασχόλησε τον Βέλκαν ή τον γέρο» σχολίασε άλλος Ούγγρος.
Μετά τις εξελίξεις, έπρεπε να αναθεωρήσουν για πολλά πράγματα. Όπως για το αν συνέφερε να κάνουν την επίθεση στο κάστρο. Αν δεν μπορούσαν να προστατεύσουν επαρκώς την οικία των αφεντικών τους, πώς θα οδηγούσαν μερικούς άσχετους χωριάτες εναντίον… βρικολάκων;
Βρικόλακες. Όσο το σκέφτονταν, τόσο αδιανόητο τους φαινόταν. Στις λίγες κουβέντες που είχαν ανταλλάξει γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα, δηλαδή μετά την συνάντηση με τα αφεντικά τους, δεν είχαν καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα για το τι έπρεπε να κάνουν ή για το αν οι ίδιοι θα δέχονταν ότι οι εχθροί τους ήταν όντως νεκροζώντανοι. Αυτό που είχαν σκεφτεί ήταν να προτείνουν την αναβολή της επίθεσης στο κάστρο, μέχρι να εξετάσουν καλύτερα την υπόθεση.
Και τώρα, οι δύο εξ αυτών έβλεπαν με ικανοποίηση το χιόνι να συνεχίζει να πέφτει στο Μπραν. Σίγουρα και οι συνάδελφοί τους θα χαίρονταν με αυτή την εξέλιξη, γιατί μπορεί να χιόνιζε ήπια αυτή τη στιγμή, όμως, όπως υπέθεταν από τόσες άλλες προηγούμενες φορές, σταδιακά θα άλλαζε το σκηνικό, θα έπεφτε ομίχλη και οι ριπές από τον ουρανό θα ήταν σαν να πυροβολούσαν ταυτόχρονα χιλιάδες στρατιώτες.
Δεν θα γινόταν καμιά επίθεση σήμερα. Πιθανώς, ούτε και αύριο.
Αυτό σκέφτονταν, ενώ εισέρχονταν στην κατοικία των Τσομπάνου.
Αν κάποιος ριψοκίνδυνος ταξιδιώτης περνούσε με αερόστατο από τα Καρπάθια Όρη γύρω στις δέκα το πρωί, αλλά και για πολλές ώρες αργότερα, με την ελπίδα να θαυμάσει με το τηλεσκόπιό του το χειμωνιάτικο, ορεινό τοπίο, τα λιγοστά ζώα που κυκλοφορούσαν στα δάση, τα μικρά σπίτια και τους κατοίκους με τις παραδοσιακές τους φορεσιές, θα μετάνιωνε για τα λεφτά που είχε δαπανήσει, καθώς θα αδυνατούσε να δει τι συνέβαινε στο έδαφος. Με το που θα κοιτούσε προς τα κάτω, θα νόμιζε με τη νοσηρή φαντασία του ότι είτε είχε χάσει την όρασή του και έβλεπε μια ατελείωτη θολούρα, είτε η πλάση και τα όντα της είχαν πεθάνει με βίαιο τρόπο, και, σαν να είχε ευσπλαχνιστεί ο Θεός τον ταξιδιώτη, είχε φροντίσει να καλύψει με το δικό Του τρόπο το σαδιστικό έγκλημα του Διαβόλου που είχε διαπραχθεί.
Σε περίπτωση που στεκόταν τυχερός ο ταξιδιώτης μας και κατάφερνε να ξεπεράσει τον εκνευρισμό του και, κυρίως, την έλλειψη καθαρού οπτικού πεδίου -η οποία προφανώς εμπόδιζε τον προσανατολισμό του και θα επαύξανε την ανησυχία του-, και έφτανε τελικά σε μια κατοικημένη περιοχή, θα γύριζε στην πατρίδα του το ταχύτερο δυνατό, μην έχοντας άλλη διάθεση για διακοπές. Στο σάκο του, θα είχε μερικά αναμνηστικά μπιχλιμπίδια από τη γηραιά κυρία, στην οποία ανήκε το ξενοδοχείο που είχε διαμείνει, ενώ στο στόμα του θα ερχόταν ενίοτε η γεύση των ντόπιων καυτερών φαγητών που είχε φάει, καθώς και της δυνατής βότκας που οι ντόπιοι συνδύαζαν με κάθε τι που έτρωγαν ή έπιναν. Όμως, δεν θα ήταν εφικτό να περιγράψει στους φίλους και τους συγγενείς του τις ομορφιές της ορεινής Τρανσυλβανίας, κι αυτό θα ήταν ένα φαινομενικά αιώνιο πλήγμα για τον εγωισμό του –και την τσέπη του, φυσικά. Αλλά θα το ξεπερνούσε. Με το που θα άρχιζε ξανά τη ρουτίνα της καθημερινότητας της μεγαλούπολης που ζούσε, το ταξίδι του θα γινόταν σιγά-σιγά μια αόριστη ανάμνηση, που, μετά από χρόνια, θα μπορούσε και να πιστέψει ο ταξιδιώτης μας ότι δεν είχε συμβεί κιόλας, αν δεν έβρισκε τυχαία καταχωνιασμένα σε ένα συρτάρι στην αποθήκη του σπιτιού τα ξύλινα και μάλλινα αντικείμενα που του είχε δώσει η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου.
Αυτό που δεν ήξερε ο ταξιδιώτης ήταν πως, στην πραγματικότητα, είχε σταθεί πολύ τυχερός. Όχι μόνο γιατί τις πρώτες εκείνες ώρες της 25ης Φεβρουαρίου του 1897 δεν συνέβη κάτι «σπουδαίο» στην ευρύτερη περιοχή, αλλά βασικά επειδή ο ίδιος θα ήθελε να μείνει κι άλλο εκεί, περισσότερες ώρες, μέρες, μπορεί και μόνιμα. Συμβαίνει συχνά αυτό: ένας «ανήσυχος» άνθρωπος, που του αρέσουν τα ταξίδια και έχει μεγαλώσει όλη του τη ζωή σε μια πόλη, έχει το διακαή πόθο να δει (και να περιηγηθεί σε) μιαν απέραντη έκταση βουνών, δασών και μικρών γραφικών χωριών –ή, αντίστοιχα, σε παραθαλάσσια μέρη.
Όμως, δεν θα ήταν καλή ιδέα. Γιατί εκείνος πιθανότατα θα ήθελε να περάσει ξέγνοιαστα, να κάνει βόλτες, να συναναστραφεί με τους ντόπιους, να δει πώς ζουν, να γλεντήσει μαζί τους. Αλλά αυτά δεν θα τα έβρισκε, σίγουρα όχι στο Μπραν. Όχι αυτή την περίοδο. Δεν ήταν μόνο οι καιρικές συνθήκες που δυσκόλευαν την οποιαδήποτε περιήγηση και το ότι οι άνθρωποι του χωριού δεν είχαν καμία διάθεση για γιορτές και ενασχόληση με οτιδήποτε (και οποιονδήποτε) άλλο, εκτός από τους δικούς τους και τις όποιες δουλειές είχαν να κάνουν. Στο Μπραν, είχε ξεκινήσει μια κατάσταση που ο ταξιδιώτης δεν θα καταλάβαινε, όχι στην ολότητά της, παρά σε ένα βασικό επίπεδο, αλλά και αυτό όταν θα ήταν πολύ αργά για να δραπετεύσει. Ένας εφιάλτης που χάρασσε την ψυχή κάθε άντρα, γυναίκας και παιδιού, και που όδευε προς την κλιμάκωσή του, η οποία δεν θα ήταν η ανακουφιστική αφύπνιση στο κρεβάτι του σπιτιού του ατόμου, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον κίνδυνο, αλλά μια αγωνιώδης προσπάθεια για λύτρωση.
Οι άρρενες Τσομπάνου, οι τέσσερις Ούγγροι, καθώς και οι δέκα άντρες που είχαν ταχθεί στο πλευρό τους μαζεύτηκαν στις δέκα και μισή το πρωί στο ισόγειο, κοντά στο τζάκι. Είχαν ζητήσει από τα παιδιά και τις μανάδες τους να πάνε σε άλλα δωμάτια του σπιτιού, «για να μη διασπάται η προσοχή των αντρών» όπως είπε ο Ντράχοσλαβ. Οι υπηρέτες τούς έφεραν καφέ, τσάι και φρέσκα γλυκίσματα για πρωινό, και μετά κρύφτηκαν στην κουζίνα. Το δάπεδο του σαλονιού, προσωρινά, είχε ξεγυμνωθεί από τις κουβέρτες, πάνω στις οποίες είχαν κοιμηθεί οι φιλοξενούμενοι.
Οι περισσότεροι από τους παρόντες κατοίκους του χωριού ήταν σε υπερένταση. Έκαναν νευρικές κινήσεις, έτριβαν τα χέρια και τα γόνατά τους. Ο λιγοστός και ταραχώδης ύπνος που είχαν κάνει φαινόταν και με το παραπάνω στο χασμουρητό και στα μισόκλειστα μάτια τους. Είχαν ανταλλάξει ελάχιστες κουβέντες από τη στιγμή που ξύπνησαν, μισόλογα χωρίς νόημα, χωρίς να νοιάζεται κανείς για το τι λέει ο συνομιλητής του, εφόσον δεν ήταν ο Βέλκαν, ο Ντράχοσλαβ ή κάποιος από τους δυσπρόσιτους Ούγγρους. Ό,τι κι αν είχε γίνει την προηγούμενη βραδιά δε φαινόταν να επηρέασε την εμπιστοσύνη των δέκα αντρών προς το πρόσωπο των ιδιοκτητών του σπιτιού και των σωματοφυλάκων τους. Όπως υπέθεταν οι πρώην στρατιωτικοί, ο λόγος ήταν ότι η παρολίγον εισβολή είχε γίνει από βρικόλακα, κάτι που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μάλλον κανένας.
Παραμύθια, σκέφτονταν οι Ούγγροι. Πιθανώς. Βασικά, ό,τι κι αν είναι εμάς μας βολεύει. Είχαν μιλήσει με τα αφεντικά τους πριν την τωρινή συνάντηση και τους είχαν εκφράσει τη δυσπιστία τους για το αν έπρεπε να γίνει η οποιαδήποτε επίθεση στο κάστρο. Όμως, οι Τσομπάνου δεν άλλαξαν γνώμη.
Ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν έβραζαν από θυμό και αγανάκτηση. Είχε πληγεί ο εγωισμός και η αξιοπιστία τους. Αν οι υπόλοιποι είχαν κοιμηθεί ελάχιστα, τότε οι δύο Τσομπάνου απλά είχαν κλείσει για λίγο τα μάτια τους, ίσα-ίσα για να επικεντρώσουν στους σκοτεινούς, φανταστικούς εχθρούς τους, εκείνα τα απροσδιόριστης μορφής τέρατα (ανθρωπόμορφα ή μη) που εμφανίζονται μόνο όταν έχεις ανάγκη λίγη ξεκούραση, το μένος που τους κατέτρωγε. Είχαν χάσει δύο σκυλιά, δύο αγαπημένα κατοικίδια και φύλακες του σπιτιού και των ενοίκων του. Για τον Ντράχοσλαβ, αυτό ήταν το χειρότερο που είχε συμβεί χθες. Τα εκτιμούσε πολύ αυτά τα ζωντανά. Ήταν δυνατό να του καταλογίσει κανείς οποιαδήποτε κατηγόρια, αλλά θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι υπήρχαν το λιγότερο δύο άλλα όντα -εκτός του εαυτού του και της συζύγου του, της Ιούλια- για τα οποία ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου έτρεφε αισθήματα αγάπης. Και χθες, κάποια του τα πήρε για πάντα. Ο ηλικιωμένος είχε μεγαλώσει με συγκεκριμένες αρχές, και μία από αυτές είχε να κάνει με την εκδίκηση. «Οφθαλμός αντί οφθαλμού», που θα έλεγε και ο πατήρ Στεφάν, σκέφτηκε με πικρία. Ο Θεός να του δώσει λίγη φώτιση, μπας και καταλάβει ποιο είναι το συμφέρον του Μπραν. Αλλά και να μη συνέβαινε αυτό, και να επέμενε ο ιερέας στην θέση του, ο Ντράχοσλαβ και η ομάδα του θα έκαναν το καθήκον τους. Το μόνο που λυπούσε τον ηλικιωμένο ήταν το γεγονός ότι δεν είχε τις δυνάμεις να συμμετέχει πιο ενεργά στην υπόθεση. Θα ήθελε ο ίδιος να βρεθεί απέναντι στην Μπενγκέσκου και να τη βασανίσει όπως της άρμοζε. Δεν είχε χρειαστεί να εφαρμόσει ποτέ σε συγχωριανό του τις βάναυσες αρχές του, παρά μόνο σε ορισμένους αντιπάλους του στο Μπρασώφ και το Σιμπίου. Η Μπενγκέσκου θα ήταν η πρώτη χωριάτισσα που θα την πάθαινε τόσο άσχημα από έναν Τσομπάνου. Κρίμα που δεν θα είμαι εγώ, αναστέναξε. Αλλά τον παρηγορούσε η σκέψη αφενός ότι βοηθούσε εμψυχώνοντας την ομάδα και αφετέρου πως υπήρχε ένας «εκπρόσωπος» της οικογένειας που θα αναλάμβανε αυτό το καθήκον.
Ο Βέλκαν, από τη δική του σκοπιά, ακολουθώντας ένα παράλληλο με του πατέρα του μονοπάτι, είχε μεν κατά νου ότι είχαν χάσει τον Φέρκα και τον Σάντα, αλλά η σκέψη ότι οι δύο του κόρες βρέθηκαν μια ανάσα από τον θάνατο, ή ό,τι άλλο χειρότερο περίμενε το θύμα ενός βρικόλακα, τον τρέλαινε. Κάτω από τα κλειστά βλέφαρά του, λίγες ώρες πριν, είχε δει την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να είναι δεμένη σε μια καρέκλα, γυμνή, όχι μόνο από ρούχα, αλλά και από την ίδια της τη σάρκα και από την νεανική της ομορφιά. Έφτυνε όσο αίμα είχε, όχι μόνο το δικό της, αλλά και όσο είχε πιει από τα άτυχα θύματά της. Ο ίδιος στεκόταν από πάνω της με ένα μαχαίρι και άκουγε με ευχαρίστηση τα παρακάλια της. Της φώναζε πώς της φαινόταν που είχε φανεί τόσο ηλίθια, ώστε να προκαλέσει την οργή του. Μόνο να την έπιανε στα χέρια του, αυτό ήθελε.
Ο καφές, το τσάι και τα γλυκά αρτοσκευάσματα άρχισαν να επιδρούν στον οργανισμό των παριστάμενων, ανανεώνοντας τις σκέψεις τους και τη διάθεσή τους, προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ο χώρος είχε γεμίσει από τις ευωδίες των λιχουδιών και των πιοτών.
Η συζήτηση ξεκίνησε μετά από πέντε λεπτά.
Μετά τα τυπικά, δηλαδή μια μικρή επανάληψη για τα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη νύχτα, ο Βέλκαν συνέχισε, λέγοντας «Όπως καταλαβαίνετε, αν η Μαγκνταλένα είναι βαμπίρ, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι έχουν γίνει και οι υπόλοιποι. Αυτό σημαίνει ότι, αν τους βρούμε, θα πρέπει να τους σκοτώσουμε και όχι να τους σώσουμε». Το σκέφτηκε καλύτερα και είπε «Αν και μπορούμε να πούμε ότι και αυτή είναι μια μορφή σωτηρίας. Δεν είναι πλέον άνθρωποι, αλλά τέρατα. Ουσιαστικά, χάρη θα τους κάνουμε».
Οι άλλοι άντρες κατένευσαν, με αναστεναγμούς λύπης και προβληματισμένη έκφραση στο πρόσωπό τους. Συμπαθούσαν τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου. Είχαν κλάψει για τον χαμό του Μιχαήλ, του πατέρα της Μαγκνταλένα και συζύγου της Μαριάννα. Με τον Νάντρου είχαν εργαστεί στα χωράφια, είχαν κυνηγήσει αγριογούρουνα δίπλα-δίπλα και είχαν μεθύσει στον Καφενέ. Το τελευταίο που θα μπορούσαν να σκεφτούν γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν να τους σκοτώσουν.
Αλλά δεν είναι άνθρωποι.
Θα έπρεπε να το θυμούνται αυτό.
«Όμως» είπε ο Βέλκαν, βγάζοντας τους πάντες από τις οδυνηρές σκέψεις τους, «απ’ ό,τι φαίνεται, θα πρέπει να αναβάλουμε για άλλη μέρα την επίθεσή μας. Όπως με ενημέρωσαν οι σωματοφύλακές μας, το χιόνι δεν θα βοηθήσει την αποστολή μας, αλλά μάλλον θα μας δυσκολέψει».
Έκανε νόημα σε έναν Ούγγρο κι αυτός πήρε το λόγο. Ίσιωσε το κορμί του και καθάρισε τη φωνή του. «Το κρύο είναι εχθρός μας. Τα άλογα θα ξεπαγιάσουν μέχρι να ανέβουν στην κορυφή του λόφου. Το οποίο πρόβλημα θα μπορούσαμε να το παρακάμψουμε, να πούμε ότι δεν μας νοιάζει για τα άλογα, αφού η ανάβαση είναι δύσκολη ενώ η κατάβαση όχι τόσο, αλλά πρέπει να σκεφτούμε την πιθανότητα μιας άτακτης φυγής. Τι θα γίνει αν χρειαστεί να φύγουμε γρήγορα και τα άλογα είναι νεκρά ή πολύ αδύναμα για να τρέξουν; Δεν μας συμφέρει να πάρουμε ένα τέτοιο ρίσκο. Η τοποθέτηση του δυναμίτη επίσης θα είναι δύσκολη και επικίνδυνη, αν δε βλέπουμε καθαρά –και η μέχρι τώρα ομίχλη δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια για παράλογα ρίσκα. Ένας λανθασμένος χειρισμός και θα ανατιναχτούμε όλοι». Κούνησε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, κοιτώντας όλους τους άλλους με σοβαρότητα. «Είναι και άλλα δύο πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε».
Κανείς δεν μίλησε.
«Το πρώτο» συνέχισε ο Ούγγρος «έχει να κάνει με τα μετόπισθεν. Με το δικό μας κάστρο». Έδειξε το χώρο γύρω του. «Θα μείνουν οι οικογένειές σας εδώ. Αν λείπουμε όλοι οι μάχιμοι άντρες, ποιος θα είναι στο σπίτι για να προστατεύσει τα γυναικόπαιδα; Γιατί κάποιος πρέπει να μείνει εδώ. Δυστυχώς, στη χθεσινή επίθεση χάσαμε και τα δύο σκυλιά-φύλακες».
Οι άλλοι αντάλλαξαν βλέμματα απορίας. Δεν το είχαν σκεφτεί αυτό και τώρα τους τρόμαζε η ιδέα ενός αφύλαχτου κάστρου, μέσα στο οποίο έμεναν προσωρινά οι δικοί τους άνθρωποι.
«Η ιδέα που είχαν οι καλοί μας σωματοφύλακες» είπε ο Ντράχοσλαβ, απευθυνόμενος στους άλλους δέκα συγχωριανούς του, «ήταν να φέρουμε άλλα σκυλιά στον κήπο. Δικά σας σκυλιά». Ήταν προφανές ότι τον ενοχλούσε η προοπτική αυτή. Έσφιγγε την μαγκούρα του, νιώθοντας τα χέρια του να μυρμηγκιάζουν. Ήθελε να χτυπήσει κάποιον. Κάποια. Την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Η καταραμένη! Τον είχε αναγκάσει να δει τα σκυλιά του σφαγμένα.
«Ακριβώς» συμφώνησε ο Ούγγρος. «Και όχι ένα ή δύο, αλλά τουλάχιστον έξι. Ιδανικά, θα θέλαμε σκυλιά που γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν θα αλληλοτρώγονται, αλλά θα προσέχουν το σπίτι. Ακόμα, πάνω στο θέμα της φύλαξης» έβηξε, νιώθοντας ανόητος με αυτό που ετοιμαζόταν να πει, «εφόσον μάλλον έχουμε να κάνουμε με… βρικόλακες… Εμ, θα βάλουμε στις πόρτες και στα παράθυρα σκόρδα και… σταυρούς. Αν έχετε, θα ήταν καλό να φέρετε». Ένιωθε το ειρωνικό βλέμμα των τριών συναδέλφων του, που, ήταν σίγουρος, κρυφογελούσαν –και όντως, αυτό έκαναν. Η ιδέα περί σταυρών και σκόρδων ήταν της Ιούλια Τσομπάνου, που την είχε αναφέρει πρωτύτερα.
Δεν χρειάστηκε να το ξαναπεί. Όλοι συμφώνησαν και προθυμοποιήθηκαν να φέρουν όλα τους τα σκυλιά και τους σταυρούς και ό,τι άλλο μπορεί να χρειαζόταν. «Όλα για τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γονείς μας» τόνισε ένας κάτοικος.
«Ωραία» σχολίασε ο Ούγγρος. «Το δεύτερο που πρέπει να συζητήσουμε. Έχει να κάνει με την προετοιμασία της ομάδας. Μια επίθεση σαν αυτή που θέλουμε να κάνουμε είναι ήδη πολύ επικίνδυνη. Οι εχθροί μας, δε, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι πολύ ισχυροί. Πρέπει να προσπαθήσουμε να γίνουμε κι εμείς όσο πιο ισχυροί μπορούμε».
Καμία αντίδραση. Περίμεναν να συνεχίσει.
«Εφόσον αναβλήθηκε η σημερινή επίθεση, με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή με το που θα βελτιωθεί ο καιρός, πάλι δεν θα επιτεθούμε, αλλά εγώ ή κάποιος από τους συναδέλφους μου θα εξετάσει το κατά πόσον μπορείτε να χειριστείτε τα όπλα που διαθέτουν ο κύριος Ντράχοσλαβ και ο κύριος Βέλκαν. Για εμάς τους πέντε -συμπεριλαμβάνω και τον κύριο Βέλκαν-, ξέρουμε ότι μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Πρέπει να δούμε, όμως, τι μπορείτε να κάνετε και εσείς».
«Αν δεν μπορούμε;» ρώτησε ένας.
«Το έχουμε σκεφτεί. Όλοι έχετε καραμπίνες ή μουσκέτα, σωστά;»
Κατένευσαν.
«Τότε θα τα έχετε μαζί σας, ανεξάρτητα του τι θα καταφέρετε με τα άλλα όπλα. Είναι βασικός κανόνας για έναν στρατιώτη, να χρησιμοποιεί το όπλο που ξέρει καλύτερα. Αλλά, αν τα πάτε καλά και με άλλο, θα το κουβαλήσετε και αυτό. Ο καθένας θα πρέπει να έχει σίγουρα ένα πυροβόλο, σφαίρες ή σκάγια και ένα μαχαίρι ή και σπαθί. Όσον αφορά το δυναμίτη, αυτόν θα τον αναλάβουμε εγώ και οι τρεις συνάδελφοί μου».
Κοίταξε τα αφεντικά του, νεύοντας πως είχε πει όσα ήθελε.
«Τα όπλα» ξεκίνησε κάποιος και όλοι τον κοίταξαν. «Θα… θα σκοτώσουν τους βρικόλακες; Γιατί, απ’ ό,τι έλεγαν οι παππούδες μας, χρειάζεσαι αγιασμό και ένα ξύλινο παλούκι, για να το καρφώσεις στην καρδιά του βρικόλακα. Επίσης, πρέπει να τον αποκεφαλίσεις. Δεν είχαν πει κάτι για μουσκέτα ή… οτιδήποτε άλλο».
Σωστά. Παραμύθια. Ο Ούγγρος κοίταξε τον τύπο. Πόσο να ’ταν, τριάντα πέντε χρονών; Σκέφτηκε πως, έτσι όπως είχε μαζευτεί ο ντόπιος και κοιτούσε με παρακλητικό ύφος, έμοιαζε με φοβισμένο κατσίκι που αγωνιά μην το πάνε για σφάξιμο. Κι είχε και δύο παιδιά. Ο Ούγγρος αναρωτήθηκε γιατί ο Θεός επέτρεπε σε τέτοια θλιβερά ανθρωπάκια να έχουν απογόνους. «Υποθέτω ότι ένα σπαθί ή μαχαίρι θα κάνει τη δουλειά» είπε. «Αν δεν κάνουν τίποτα τα πυροβόλα και ο δυναμίτης, δηλαδή».
«Α. Ναι, μάλλον».
«Άλλη ερώτηση;»
«Ναι» πετάχτηκε ο Σεραφείμ Καρατζιάλε. «Με τις περιπολίες τι θα γίνει;»
«Θα απαντήσω εγώ» είπε ο Ντράχοσλαβ και ο Ούγγρος επέστρεψε κοντά στους συναδέλφους του. «Θα τις συνεχίσουμε και σήμερα. Μήπως και δεήσουν και έρθουν και άλλοι στην ομάδα μας. Μπας και καταλάβουν ότι καμιά κυβερνητική μονάδα δεν θα έρθει και μόνο αν πάρουμε στα χέρια μας την κατάσταση θα έχουμε ελπίδες απέναντι στα τέρατα. Μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό, κύριοι. Ό,τι κάνουμε εμείς. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία δεν θα έρθει, όσα γράμματα κι αν στείλει ο πατήρ Στεφάν». Χτύπησε την μαγκούρα του με δύναμη στο χαλί. Ο γδούπος ήταν υπόκωφος, αμελητέος για κάποιον που μπορεί να καθόταν ακόμα και δίπλα του. Αλλά ο Ντράχοσλαβ ήξερε τι έκανε. Τον κοιτούσαν όλοι. Ήθελε να δουν την κίνηση, όχι να ακούσουν το χτύπημα. «Εμείς θα δώσουμε λύση στο πρόβλημα. Έχουμε τα όπλα και τους κατάλληλους ανθρώπους. Τα φρικιά θα πεθάνουν όπως τους αρμόζει: σαν άρρωστα γουρούνια. Θα ξεριζώσουμε μια για πάντα αυτό το Κακό που ταλαιπωρεί τον τόπο μας. Εμείς, οι γενναίοι άντρες του Μπραν, κανένας άλλος».
Πάλι συμφώνησαν όλοι.
Δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Το μόνο που έμενε ήταν μια μικρή πρόποση, για το ηθικό και την τόλμη των ανδρών που θα συμμετείχαν στην επίθεση. Έτσι, ύψωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν τον καφέ και το τσάι τους. Ο Βέλκαν συνειδητοποίησε ότι οι υπηρέτες δεν είχαν φέρει τη βότκα. Τους φώναξε και τους διέταξε να φέρουν αμέσως ένα μπουκάλι.
Σε λιγότερο από μισή ώρα, είχαν πιει και την τελευταία σταγόνα. Το περισσότερο το ήπιαν οι δύο Τσομπάνου. Υπήρχε μια πολύ δύσκολη υποχρέωση που έπρεπε να φέρουν εις πέρας. Είχαν χάσει δύο πιστούς φίλους και φύλακες. Και τώρα έπρεπε να τους θάψουν.
Την ώρα που στο σπίτι των Τσομπάνου γινόταν η σύσκεψη, η Ντανιέλα Οσμοκέσκου καθόταν στην κουζίνα του σπιτιού και παρακολουθούσε την νεαρή Στεφανία να φτιάχνει το φαγητό και το τσάι του πατέρα Στεφάν. Στο μικρό οίκημα επικρατούσε ησυχία, με εξαίρεση το βράσιμο της σούπας και τις μικρές μετακινήσεις της Στεφανία. Οι δύο γυναίκες είχαν ανταλλάξει λίγες κουβέντες απ’ όταν ήρθε η μικρή, γύρω στις εννιά. Όπως αποκάλυψε στην Ντανιέλα, οι γονείς της και ο αδερφός της δεν συμφωνούσαν με τους Τσομπάνου, αλλά με τον ιερέα. Τους φαινόταν πιο πιθανό να έχουν τη στήριξη των στρατιωτών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, παρά να τα καταφέρουν μόνοι τους.
«Μας ξέρει όλους ο μπαμπάς. Και η μαμά, εδώ που τα λέμε» τόνισε η Στεφανία. «Ξέρει ότι εμείς δεν κατέχουμε από μάχες. Αυτό που πρότεινε ο κύριος Ντράχοσλαβ είναι πάρα πολύ επικίνδυνο».
«Ναι, καλή μου, το ξέρω. Προσπάθησε να το εξηγήσει και ο Στεφάν, αλλά δεν τον άκουσαν. Δυστυχώς, δεν τον άκουσαν».
«Μμμ, ναι. Το βράδυ κυκλοφορούσαν μερικοί άνδρες στο χωριό. Το ξέρετε;»
«Όχι. Τι εννοείς, ποιοι άνδρες;»
«Απ’ ό,τι έμαθα, ήταν εκείνοι οι Ούγγροι, των Τσομπάνου. Κυκλοφορούσαν στους δρόμους του χωριού με τα όπλα τους. Είχαν μαζί και ντόπιους άντρες. Τους είδε ο αδερφός μου, ο Σάντου, όταν σηκώθηκε για να πιει νερό».
«Αλήθεια; Τι ήλπιζαν να πετύχουν με αυτό;» αναρωτήθηκε η Ντανιέλα.
«Δεν ξέρω. Ο μπαμπάς λέει ότι μάλλον θα ήταν μονάδα περιπολίας. Ότι προστάτευαν το Μπραν». Η Στεφανία ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως να έκαναν αυτό».
Η Ντανιέλα προσπάθησε να θυμηθεί αν το βράδυ είχε ακούσει γαβγίσματα σκυλιών. Ήταν πολύ κουρασμένη, αλλά θα έπαιρνε όρκο ότι δεν είχε αντιληφθεί κάτι δυσοίωνο. Δεν συνέβη κάτι. Άρα τι, το σχέδιο του Ντράχοσλαβ είχε αρχίσει να καρποφορεί από την πρώτη κιόλας νύχτα; Αν το έβλεπαν έτσι και οι άλλοι κάτοικοι, ίσως αποφάσιζαν να ταχθούν υπέρ του εξωφρενικού σκοπού του.
«Κάποιο άλλο νέο, Στεφανία; Χάθηκε κανείς ή;…»
«Όχι, τίποτα». Η νεαρή ξεροκατάπιε και ρούφηξε τη μύτη της. «Αλλά πάλι μπορεί και να έγινε κάτι. Όπως με τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου, που μάθαμε αργότερα ότι εξαφανίστηκαν».
«Πράγματι». Η Ντανιέλα κοίταξε την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και σιώπησε, αφήνοντας την Στεφανία στις δικές της σκέψεις. Μετά από κάνα δεκάλεπτο, η κόρη του Λούκα Βλαντιμιρέσκου πήγε το τσάι του πατέρα Στεφάν στο κρεβάτι, καθότι εκείνος ένιωθε εξάντληση και δεν είχε σηκωθεί.
Όταν επέστρεψε στην κουζίνα, η Ντανιέλα τής ζήτησε να πάει και να πει στους γονείς και στον αδερφό της να έρθουν στο σπίτι του ιερέα, γύρω στη μία το μεσημέρι. Ήθελε να συζητήσουν ένα πολύ σημαντικό θέμα.
«Απλά, θύμισέ μου, ο αδερφός σου είναι άτομο εμπιστοσύνης, σωστά;»
«Ναι» απάντησε η Στεφανία. Χαμογέλασε. «Θέλω να πω, συχνά φέρεται σαν πολύ μικρό παιδί, όπως κάνουν όλοι οι άντρες, απ’ ό,τι λέει η μαμά, αλλά τις δουλειές που του αναθέτουν τις κάνει σωστά».
Η Ντανιέλα ένευσε και η Στεφανία αποχώρισε.
Ο Στεφάν άκουσε την πόρτα που άνοιξε και έκλεισε και για μια στιγμή νόμισε πως κάποιος συγχωριανός, ίσως ο Νάντρου Μολντοβάνου, θα έμπαινε στο σπίτι φουριόζος και θα διατυμπάνιζε πως δεν υπήρχε κανένα κάστρο και καμιά Κόμισσα. Ότι όλοι οι κάτοικοι του Μπραν ήταν στις οικίες ή τις δουλειές τους και ότι εκείνος, ο ιερέας του χωριού, δεν είχε καμιά επείγουσα αποστολή εναντίον δεισιδαιμονιών ή πολεμοχαρών πλουσίων σαν τον Ντράχοσλαβ.
Αναστέναξε μέσα στο σκοτεινό του δωμάτιο. Αυτά δεν θα συνέβαιναν ποτέ στην πραγματικότητα, το γνώριζε πολύ καλά πια. Το βάρος που είχε επωμιστεί δεν θα λησμονιόταν τόσο εύκολα.
Τράβηξε τα σκεπάσματα ως το γενειοφόρο πιγούνι του. Είχε ζητήσει από την αγαπημένη του Ντανιέλα να αφήσουν κλειστά τα παράθυρα του δωματίου και να ανάψουν μόνο ένα κερί στο κομοδίνο δίπλα του. Ήθελε να νιώσει ξανά την παρουσία του Κυρίου. Χρειαζόταν λίγη απομόνωση και ξεκούραση, όπως συνήθιζε ανέκαθεν σε δύσκολες περιστάσεις, πόσο μάλλον τώρα που ήταν και ηλικιωμένος.
Δεν μισούσε τον Ντράχοσλαβ, ούτε τον Βέλκαν. Όσο και αν τον είχαν εκνευρίσει. Αυτή ήταν η πρώτη του σκέψη. Ο Βέλκαν ήταν ουσιαστικά υποχείριο του Ντράχοσλαβ, σχεδόν όπως και οι Ούγγροι σωματοφύλακές τους. Σίγουρα, είχε μια κάποια αυτονομία, αλλά ο γέρος τον ήλεγχε σαν σκυλί που το κρατάς από το λουρί. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα: αφού δεν μπορούσε ο γιος να πείσει τον πατέρα, πώς θα το κατάφερνε ο Στεφάν; Απλά, δεν γινόταν. Η ξεροκεφαλιά του Ντράχοσλαβ ήταν χειρότερη κι απ’ των Εβραίων, που δεν έλεγαν να καταλάβουν ότι ο Μεσσίας είχε έρθει στην Γη και είχε θυσιαστεί για τους ανθρώπους.
Αλλά δεν του κρατούσε κακία. Όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντια στις εντολές του Θεού, μα κυρίως επειδή ο γέρος Τσομπάνου ήθελε να βοηθήσει το Μπραν και τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε μεγαλώσει κι εκείνος με τον τρόμο που υποτίθεται πως ενέδρευε στο κάστρο. Ό,τι κι αν έλεγε, όσο δυναμικός κι αν ήθελε να φανεί, ο Ντράχοσλαβ κατά βάθος φοβόταν και αυτό ακριβώς ήθελε να αποτινάξει μια και καλή. Κι ο μόνος τρόπος που ήξερε ήταν ο πιο άμεσος και αυτός που εξυπηρετούσε τις προσωπικές του φιλοδοξίες, αγνοώντας όμως άλλες παραμέτρους, τις οποίες είχε τονίσει ο Στεφάν στην συνάντηση.
Οπότε τι έπρεπε να κάνει; Να τα παρατήσει ή να εμπιστευθεί το ένστικτο του Ντράχοσλαβ και να παροτρύνει και τους υπόλοιπους κατοίκους να συνδράμουν στην αποστολή του; Αυτές οι δύο φαίνονταν να είναι οι μόνες άλλες επιλογές που είχε, πέραν αυτής που είχε σκεφτεί ο ίδιος. Όμως, ούτε η μία ούτε η άλλη θα είχαν καλή κατάληξη, το ήξερε. Μέσα του, το ήξερε. Αν άφηνε το χωριό χωρίς καθοδήγηση, οι κάτοικοι δεν θα ήξεραν τι να κάνουν και θα έχαναν την πίστη τους στον Θεό και στον αγαπημένο τους ιερέα. Και χωρίς πίστη, δεν θα είχαν το σθένος να τα βάλουν με κανένα τέρας, όποια μορφή κι αν είχε.
Όσον αφορά τη δεύτερη λύση, δεν τη λάμβανε καν υπ’ όψιν του. Την είχε αναλύσει αρκετά, για να της δώσει περαιτέρω σημασία. Υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού του μεν, αλλά ήταν κλειδωμένη, δεμένη και φιμωμένη, σαν αμετανόητος φονιάς που τον κρατούν σ’ ένα υπόγειο, απομονωμένο κελί.
Τι έμενε, λοιπόν;
Ο στρατός. Η πολιτοφυλακή. Κάποιος από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, τέλος πάντων. Αλλά θα ερχόταν κανείς; Ο Ντράχοσλαβ δεν είχε τελείως άδικο όταν έλεγε ότι μάλλον δεν θα ενδιαφέρονταν για το Μπραν. Το πιο πιθανό ήταν να μην θυμούνταν καν την ύπαρξή του, παρότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα με τη Βλαχία. Αλλά, αφού πλήρωναν τους φόρους, δεν θα έπρεπε να νοιάζονται κιόλας;
Ο Στεφάν άκουσε τον άνεμο να σφυρίζει στους δρόμους του Μπραν, σαν ερωτευμένος νεαρός που καλεί την αγαπημένη του με το συνθηματικό τους. Γύρισε πλευρό προς τη μεριά του κεριού, σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο που γρονθοκόπησε τα κόκαλά του. Η μικρή κιτρινωπή φλόγα δημιουργούσε σκιές, οι οποίες κινούνταν γύρω της, σαν μέλισσες που συγκεντρώνονται πλησίον της βασίλισσας τους. Στο κέντρο των υγρών ματιών του ιερέα, καθρεφτιζόταν το φως του κεριού. Ζέσταινε το πρόσωπο του Στεφάν, κάνοντας το δέρμα του να αναρριγήσει και το μυαλό του να ταξιδέψει μακριά από το σήμερα, σαν έφηβος που μπαρκάρει με το πρώτο πλοίο που βρίσκει, χωρίς να πάρει την άδεια των γονιών του. Δίχως καμιά προειδοποίηση, ανοίχτηκαν διάφορα σεντούκια της μνήμης του ιερέα, μέσα στα οποία υπήρχαν πολλοί θησαυροί, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν ήταν μόνο δικοί του: στιγμές της πρότερης ζωής του, από τα μικράτα του ως την γνωριμία του με την Ντανιέλα, τον γάμο τους, τα ταξίδια τους, τα λουλούδια που έβρισκαν και μάζευαν. Τους χορούς που είχαν κάνει και τις ανομολόγητες στιγμές που είχαν μοιραστεί σαν ζευγάρι. Άλλα πρόσωπα πετάχτηκαν έξω από τα σεντούκια, μικρά, μεγάλα, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Πρόσωπα χαμογελαστά, χαρούμενα. Συνάνθρωποί του που είχε βοηθήσει και η θύμηση της ευτυχίας των οποίων ομόρφαινε και τη δική του ζωή.
Τότε ο Στεφάν κατάλαβε πως κάποιος δαίμονας προσπάθησε να ανοίξει και άλλα σεντούκια, με παλιότερες δυστυχίες που είχε κληθεί να αντιμετωπίσει, αλλά ο ιερέας τον εξόρκισε, επικαλούμενος τον Θεό.
Όμως, το κακό είχε γίνει. Η προσοχή του είχε επανέλθει στην πραγματικότητα, στο σκοτεινό δωμάτιο και την ησυχία που επικρατούσε εκεί. Η καλή του η Ντανιέλα θα ήταν μόνη της, με τις δικές της σκέψεις να την ταλανίζουν. Είχε την τύχη, ή την ατυχία, να βρίσκεται στο πλευρό του σε αυτόν τον αγώνα και να υπομένει τα τωρινά βάσανα που τους κατέτρεχαν. Χθες είχε καθίσει δίπλα του και τον είχε υποστηρίξει σε μια φιλονικία που δεν θα έπρεπε να συμβεί ποτέ. Αυτές τις δύσκολες ώρες θα έπρεπε να είναι όλοι μονιασμένοι και ενωμένοι, όχι παραταγμένοι σε δύο αντίπαλες ομάδες, ενώ ο εχθρός τους ήταν κοινός και τους απειλούσε.
Η φλόγα συνέχισε να σαλεύει μόλις μερικά εκατοστά από τον Στεφάν. Ο εχθρός, σκέφτηκε. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο εχθρός μας; Ήταν κάποιοι κακόβουλοι άνθρωποι, ο σκοπός των οποίων, μέχρι τώρα, ήταν άγνωστος στους κατοίκους του Μπραν; Ή μήπως ήταν ένας δαίμονας που «έπαιζε» μαζί τους το διαβολικό του παιχνίδι; Δεν μπορούσε να καταλήξει ποια εκδοχή ήταν η σωστή, αυτή δηλαδή που ίσχυε. Σαν υπηρέτης του Θεού, όφειλε να παραδεχτεί ότι υπήρχαν τέρατα, ψυχές που τις είχαν καταραστεί να τριγυρίζουν και να βασανίζουν τους ζώντες. Είχε δει και ακούσει για γυναίκες που επιτίθονταν με τα νύχια τους και παιδιά που έδιωχναν μετά μανίας τους ανθρώπους τους και σε πολλές περιπτώσεις είχαν φτάσει κοντά στο να βλάψουν χωρίς λόγο την μητέρα, τον πατέρα ή τα αδέρφια τους. Οι δαίμονες ήταν μια πραγματική απειλή για τους πιστούς, αλλά και για τους απίστους.
Όμως, εδώ στο Μπραν δεν είχε συναντήσει καμιά τέτοια περίπτωση. Οι άνθρωποι ήταν κατά βάση ήσυχοι και κοντά στην εκκλησία, ενώ τα παιδιά τους έρχονταν στο κατηχητικό. Εγκλήματα δεν είχαν γίνει, τουλάχιστον από τότε που είχαν έρθει με την Ντανιέλα –και απ’ όσο ήξεραν, φυσικά. Οι δαίμονες που θα περίμενε να αντιμετωπίσει δεν είχαν επισκεφτεί το χωριό.
Αλλά οι ερωτήσεις παρέμεναν άλυτες.
Ποιος είναι ο εχθρός; Τι μας απειλεί;
Και τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό;
Κάπου στον απέναντι τοίχο, ένιωσε το βλέμμα του Ιησού, που τον παρακολουθούσε από την εικόνα που είχε φτιάξει αγιογράφος της Μητρόπολης. Κάποτε θα ένιωθε δέος, θα εμπνεόταν από την ανώτερη εκείνη δύναμη που υπήρχε παντού γύρω του. Όμως, αυτές τις μέρες η πίστη του πληττόταν κάθε ώρα και στιγμή. Ο Ιησούς δε φαινόταν μέσα στο σκοτάδι, το φως του κεριού δεν έφτανε για να αποκαλύψει τη μορφή Του. Αλλά ήταν εκεί κι ο Στεφάν είχε ανάγκη να πιστέψει ξανά ότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν μονάχα ένα εικόνισμα στο δωμάτιό του.
Ο Στεφάν έκλεισε τα μάτια του, για να κυριευθεί από το δικό του σκοτάδι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με το δούλο Σου τον αμαρτωλό. Χρειάζομαι την καθοδήγησή Σου, Κύριε. Σε χρειαζόμαστε. Τώρα. Σε παρακαλώ».
Περίμενε. Μιαν απάντηση. Μια κουβέντα, μια κίνηση. Οτιδήποτε. Ο ίδιος δεν μιλούσε, δεν κουνιόταν, παρά το ότι είχε την παρόρμηση να σηκωθεί, να πιάσει το κερί, να πλησιάσει στην εικόνα, να γονατίσει και να προσευχηθεί. Αλλά παρέμεινε στην θέση του. Κοιτούσε προς την μεριά που ήξερε ότι ήταν η εικόνα. Περίμενε.
Αλλά η μόνη απόκριση που έλαβε ήταν της Ντανιέλα, που ήρθε περπατώντας αργά-αργά. «Πώς είσαι, Στεφάν μου;» τον ρώτησε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Αν υπήρχε περισσότερο φως στο δωμάτιο, ο Στεφάν δεν θα έβλεπε τον Ιησού, παρά μόνο αν έγερνε προς τα αριστερά ή τα δεξιά.
«Δεν ξέρω. Πονάω, όμως δεν είναι αυτό που με απασχολεί πια. Σκέφτομαι το Μπραν».
«Καταλαβαίνω».
«Πού είναι ο Θεός, Ντανιέλα; Γιατί δεν μας βοηθάει; Γιατί αγωνίζομαι τόσο πολύ να νιώσω ότι είναι δίπλα μας;»
«Δοκιμαζόμαστε, Στεφάν. Είναι δύσκολες οι ώρες που περνάμε. Αλλά δεν πρέπει να χάνουμε την πίστη μας. Ο Κύριος θα μας καθοδηγήσει».
«Το εύχομαι. Ειλικρινά, το εύχομαι όσο τίποτα άλλο».
Η Ντανιέλα άλλαξε θέμα, αναφέροντας στον Στεφάν όσα της είχε αποκαλύψει η νεαρή.
«Καλοσύνη του του Ντράχοσλαβ» σχολίασε ο ιερέας. Εκείνος προσπαθεί. Εγώ, όμως…
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να κάνουμε και εμείς κάτι για το Μπραν, παπά. Από σένα, ειδικά, περιμένουν τα πάντα».
«Το ξέρω. Μου τα είχε πει και ο επίτροπος όταν ήρθαμε. Αλλά τώρα τι μπορώ να κάνω; Κοίτα εδώ κατάσταση. Είμαι γέρος και αδύναμος. Τι μπορώ;…»
«Ζήτησα από την Στεφανία να φέρει τους δικούς της στο σπίτι μας, για να φάμε το μεσημέρι και να μιλήσουμε» τον διέκοψε η Ντανιέλα, μιλώντας με ήρεμο, αλλά και απόλυτο τόνο.
Ο Στεφάν κοίταξε το γερασμένο πρόσωπο της αγαπημένης του συζύγου. Υπό το φως του κεριού, το μοναδικό στο δωμάτιο, είχε αποκτήσει μια απόκοσμη μορφή. Αν δεν είχε γαλήνια έκφραση, χωρίς θυμό ή φονική διάθεση, θα μπορούσε να είναι πολύ τρομακτική. Ο Στεφάν, σαν παιδί, φοβόταν τους μισοσκότεινους ναούς. Δεν ήθελε να πηγαίνει βράδυ στην εκκλησία ή πολύ νωρίς το πρωί, πριν καν γεμίσει με κόσμο. Γιατί τα ελάχιστα κεριά στο μανουάλι έκαναν τις μορφές στις εικόνες να μοιάζουν με οτιδήποτε άλλο, εκτός από αγίους, αναγκάζοντας την μητέρα του μικρού Στεφάν να έχει τα χέρια της γύρω από τον γιο της. Ακόμα και ο παπάς που έβγαινε από το ιερό έμοιαζε σαν να ξεπηδούσε από κάποια σπηλιά. Είχαν χρειαστεί πολλές ώρες κατήχησης για να αποβάλει το φόβο του, το οποίο έγινε τελικά και τον βοήθησε μετέπειτα στο να μπορεί να διαχειριστεί τις αντίστοιχες παράλογες ανησυχίες άλλων παιδιών.
Αλλά με τους ενήλικες, δεν τα καταφέρνω και τόσο καλά, σκεφτόταν με πικρία κάθε μέρα που κάποιος κάτοικος του χωριού τού επαναλάμβανε τον τρόμο του για το κάστρο και την Κόμισσα, ενώ ο Στεφάν τού είχε εξηγήσει ξανά και ξανά ότι δεν είχε κάτι να φοβάται.
«Μπορείς να κάνεις κάτι, παπά» τον έβγαλε από τις σκέψεις του η Ντανιέλα. «Μαζί με τους Βλαντιμιρέσκου, εμένα και πάνω απ’ όλους τον Θεό, θα κάνεις κάτι για το Μπραν».
Όταν ο Λούκα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και ο ίδιος με τα μέλη της οικογένειάς του εισήλθαν, βρήκαν τους ηλικιωμένους να κάθονται στην κουζίνα, το τραπέζι να είναι στρωμένο και το φαγητό έτοιμο.
Στο Μπραν, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν ως συνήθως, παρά το κρύο και το χιόνι. Ο Καφενές άνοιξε κανονικά, οι άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια τους πήγαν στα χωράφια για όσες δουλειές μπορούσαν να κάνουν, ενώ οι γυναίκες έμειναν κατά βάση εντός των οικιών τους. Πριν η καμπάνα σημάνει εννιά, είχε περάσει και ο διανομέας της εφημερίδας του Μπρασώφ, της Gazeta Transilvaniei, που άφησε ένα αντίτυπο στο καφενείο, αλλά ο Λουσιάν Μαρτινέσκου που έριξε πρώτος μια ματιά σε όλα τα νέα, όπως πάντα, δε βρήκε κάποια είδηση που να τον ενδιαφέρει άμεσα -το πιο σοβαρό θέμα ήταν οι γενικές επιστρατεύσεις του Βασιλείου της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που, όπως έδειχναν τα πράγματα, οδηγούνταν σε πόλεμο- και παράτησε την εφημερίδα πάνω στον πάγκο, βλέποντας μερικούς γέροντες να εμφανίζονται στην πόρτα.
Ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια των κατοίκων να αναχαιτίσουν έστω και λίγο τη δυστυχία που απειλούσε να εξαπλωθεί και να μονιμοποιηθεί στο Μπραν. Δεν ξεχνούσαν τον τρόμο, μιας και το κάστρο έστεκε ακόμα στον κοντινό λόφο, στη διαδρομή ανάμεσα στο χωριό και την πόλη του Μπρασώφ, και τους υπενθύμιζε τους κακόφημους θρύλους που περιέβαλαν τα τείχη και τους πυργίσκους του. Ένιωθαν τη νεφελώδη παρουσία του και ανατρίχιαζαν σαν γάτες που μυρίζουν τον κίνδυνο και το τρίχωμά τους γίνεται φουντωτό.
Απλά δεν το κοιτούσαν. Όταν στρέφονταν προς το μέρος του, κατέβαζαν το κεφάλι και προχωρούσαν, μέχρι κάποιο σπίτι ή άλλο κτίσμα να το εξαφανίσει για μερικά μέτρα. Απελπιστική λύση, αλλά ήταν η μόνη που μπόρεσαν να σκεφτούν. Μόνο τα παιδιά το κοιτούσαν πού και πού, μη γνωρίζοντας ότι έπρεπε να το φοβούνται. Άλλωστε, έτσι όπως ορθωνόταν ψηλά, πάνω από το δάσος, έκανε μερικά από τα τέκνα του Μπραν να σκέφτονται ότι μπορεί και να άγγιζε τον ουρανό.
Κάτι που επίσης βοηθούσε στη μερική λησμονιά της Κόμισσας και της καταραμένης κατοικίας της ήταν και το γεγονός ότι το προηγούμενο βράδυ ήταν ήρεμο. Δεν είχε ακουστεί κανένα γάβγισμα. Είχαν καταφέρει να κοιμηθούν όλοι γαλήνια, ενώ δεν έλειπε ούτε ένας από τους εναπομείναντες κατοίκους, με τους δρόμους του χωριού να σφύζουν από ζωή κοντά στο μεσημέρι.
Μόνο κάποιοι που πέρασαν έξω από το σπίτι των Τσομπάνου είδαν να μπαινοβγαίνει κόσμος, τη στιγμή που ο κήπος είχε γεμίσει με σκυλιά. Αναγνώρισαν και τους ανθρώπους και τα ζώα και αναπόφευκτα σκέφτηκαν πως είχαν ταχθεί με το μέρος των πιο πλούσιων ανθρώπων του Μπραν. Άκουσαν από τα πάνω δωμάτια χαρούμενες φωνές παιδιών, πολλών παιδιών, αγοριών και κοριτσιών. Είδαν γυναίκες να πηγαίνουν στην οικία τους, να παίρνουν μερικά πράγματα και να επιστρέφουν στους Τσομπάνου, τη στιγμή που οι ένοπλοι Ούγγροι, μαζί με τα αφεντικά τους, κουβάλησαν δύο δεμάτια στο κάρο που είχε φέρει ο ένας εκ των σωματοφυλάκων. Δεν ήξεραν τι κρυβόταν μέσα στα δεμάτια, αλλά κατάλαβαν πως ήταν κάτι πολύ σημαντικό και μάλλον δυσάρεστο, αν έκριναν από την έκφραση του Βέλκαν και του Ντράχοσλαβ. Δε φαντάζονταν ότι πατέρας και γιος πήγαιναν να θάψουν σε ένα χωράφι τους τα σκυλιά τους. Τέλος, είδαν μέλη του υπηρετικού προσωπικού να κρεμάνε σταυρούς και σκόρδα από την μέσα πλευρά της θυρών και των παραθύρων.
Οι κάτοικοι του Μπραν που αντιλήφθηκαν όλα αυτά τα συζήτησαν αργότερα με τις οικογένειές τους. Χθες δεν είχαν καταφέρει να υποστηρίξουν τον Ντράχοσλαβ ή τον πατέρα Στεφάν. Αλλά σήμερα είχαν δει έστω τη μια πλευρά να δρα. Επίσης, όλοι γνώριζαν για τις νυχτερινές περιπολίες της ομάδας των Τσομπάνου και των λοιπών μελών της, κάτι που τι σήμαινε; Πως φρόντιζαν και για τους υπόλοιπους κατοίκους του Μπραν, χωρίς μάλιστα να περιμένουν από αυτούς να υποστηρίξουν την ομάδα τους. Πόσο μεγαλόψυχοι ήταν αυτοί οι Τσομπάνου!
Κι ο πατήρ Στεφάν… πού ήταν; Δεν είχαν κανένα νεώτερο από αυτόν. Τι θα έκανε τελικά; Είχε σκοπό να τρέξει για το Μπραν και τους πιστούς του; Κι αν ναι, πώς; Και πότε; Η Κόμισσα καραδοκούσε στο κάστρο. Διψούσε για αίμα. Είχαν χαθεί ήδη δύο οικογένειες. Οι κάτοικοι που είχαν απομείνει κινδύνευαν. Τα βράδια κοιμούνταν, παρακαλώντας τον Ύψιστο να μην τους βρει το Κακό. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο.
Και κάποιος έκανε κάτι. Για αυτούς. Δεν ήταν ο αγαπημένος τους ιερέας, αλλά ένας συγχωριανός τους που είχε ένα σχέδιο προστασίας και δράσης. Για το Μπραν. Γινόταν να μην σταθούν στο πλευρό του;
Όταν η καμπάνα σήμανε δύο το μεσημέρι, η χιονόπτωση είχε περιοριστεί, αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους του μικρού χωριού της Τρανσυλβανίας δεν είχε και μεγάλη σημασία, αφού βρίσκονταν στα σπίτια τους και έτρωγαν. Είχαν ελέγξει τα ζωντανά τους και τα χωράφια τους, είχαν προμηθευτεί λίγο ψωμί, τσάι και καφέ από το καφενείο και είχαν κρεμάσει σκόρδα και σταυρούς στα παράθυρα και τις πόρτες -κατά τα πρότυπα των Τσομπάνου-, επικαλούμενοι επανειλημμένως τον Θεό. Οι μανάδες και οι γιαγιάδες, τέλος, είχαν φροντίσει το σπιτικό και τα παιδιά, τη στιγμή που μερικοί γέροντες είχαν πιει τον καφέ και τη βότκα τους στο μαγαζί του Μαρτινέσκου. Και τώρα, μπορούσαν να είναι όλοι μαζί και να απολαύσουν το γεύμα τους.
Οι περισσότεροι. Όχι όλοι. Δύο οικογένειες του Μπραν δεν θα είχαν ποτέ ξανά αυτή την ευκαιρία. Η γνώση αυτή κυκλοφορούσε σαν φάντασμα στους χώρους κάθε κατοικίας, στοιχειώνοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα όνειρα των κατοίκων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν το ότι οι Μολντοβάνου και οι Μπενγκέσκου δεν είχαν μικρά παιδιά. Γιατί, αν είχαν, ο εφιάλτης των υπόλοιπων θα ήταν πολύ χειρότερος απ’ ό,τι τώρα.
Η ομάδα που είχαν σχηματίσει οι Τσομπάνου είχε προσωρινά διασπαστεί. Από το προηγούμενο βράδυ, όπου είχαν δειπνήσει έντεκα οικογένειες μαζί, είχε φανεί ότι η πολυκοσμία ήταν ενοχλητική. Μπορεί να καταλάμβαναν όλα τα δωμάτια του μεγάλου σπιτιού, όμως και πάλι υπήρχε διάχυτη δυσφορία: συγκρατημένα χαμόγελα, κουβέντες που ολοκληρώνονταν πριν καν φτάσουν σε σημείο που να έχουν κάποιο νόημα, αναστεναγμοί και ματιές δυσαρέσκειας για το τελευταίο κομμάτι από το κρέας που το πήρε άλλος. Ήταν ένα δίωρο μαρτύριο το χθεσινοβραδινό γεύμα. Βέβαια, όλα αυτά ίσχυαν για τους ενήλικες, γιατί τα παιδιά, αν και έτρωγαν κλεισμένα στα πάνω δωμάτια, είχαν την καλύτερη δυνατή διάθεση: γελούσαν με το παραμικρό, έπαιζαν με τα παιχνίδια τους, αφήνοντας στην άκρη τα πιάτα, για να επιστρέψουν αργότερα για μια μπουκιά –κυρίως, επειδή εμφανιζόταν ανά τακτά διαστήματα μια από τις υπηρέτριες και έλεγχε και, αν δεν είχαν φάει, τα μάλωνε. Αργότερα, όσοι είχαν κοιμηθεί στο δάπεδο του ισογείου, δηλαδή όλοι εκτός των ιδιοκτητών, αν και δεν θα το παραδέχονταν φωναχτά, δεν ευχαριστήθηκαν ούτε ένα λεπτό ύπνου με όλες εκείνες τις μυρωδιές και τα ροχαλητά. Όταν ξύπνησαν το πρωί, αναγκάστηκαν να ανοίξουν τα παράθυρα για λίγη ώρα. Είχαν κάνει τεράστια υπομονή, ελπίζοντας ότι θα ήταν για μία και μόνο βραδιά.
Αλλά, εφόσον τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως τα υπολόγιζαν, οι μεγάλοι τα είχαν κανονίσει και για σήμερα. Μέχρι τις έξι το απόγευμα, θα έμεναν χωριστά. Με το που θα έπεφτε η νύχτα, θα συγκεντρώνονταν πάραυτα στους Τσομπάνου. Όμως, όχι όλοι. Έπειτα από συμφωνία των δεκαεπτά οικογενειών -είχαν έρθει άλλοι έξι άνδρες, στο μεταξύ, και είχαν δηλώσει την προθυμία τους να ενταχθούν στην ομάδα-, οι ηλικιωμένοι συγγενείς θα παρέμεναν στα πατρικά τους. Δεν είχαν χρειαστεί περαιτέρω εξηγήσεις, οι λόγοι, αν και δυσάρεστοι, ήταν προφανείς και κατανοητοί. Σε περίπτωση, δε, που -ω μη γένοιτο- η υπόθεση τραβούσε κι άλλο, τότε γονείς και παιδιά θα περνούσαν τις νύχτες στην κατοικία των Ντράχοσλαβ και Βέλκαν. Τα πρωινά και μέχρι νωρίς το απόγευμα θα γυρνούσαν στα σπίτια τους, με τους άντρες να έχουν κατά νου ότι ανά πάσα ώρα θα έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα.
«Μην ανησυχείτε, κύριοι» είχε τονίσει ο Ντράχοσλαβ πριν χωρίσουν για μεσημέρι. «Θα ξεμπερδέψουμε σύντομα με τα φρικιά. Και θα είναι πιο απολαυστική μέρα πρώτα για εμάς και μετά για το Μπραν. Η γιορτή που θα κάνουμε όσο το κάστρο θα καίγεται δεν θα έχει προηγούμενο».
Όλοι τον σέβονταν, αυτό ήταν δεδομένο, αλλά εκείνες τις ώρες που ο καιρός κάπως είχε γαληνεύσει, ο ηλικιωμένος Τσομπάνου είχε σωριαστεί στον καναπέ, νιώθοντας το κεφάλι του βαρύ σαν κανόνι. Στο τραπέζι μπροστά του, βρισκόταν ένα άδειο μπουκάλι βότκα -από το οποίο δεν είχε πιει κανένας άλλος- και το ποτήρι του. Είχε μεθύσει. Οι περισσότεροι από τους παρευρισκόμενους δεν καταλάβαιναν γιατί είχε φτάσει σε αυτό το σημείο ο Ντράχοσλαβ. Ναι, είχαν πεθάνει τα σκυλιά του. Τόσο πολύ τον είχε πάρει από κάτω; Όλοι έχαναν κατά καιρούς αγαπημένα τους ζώα, αλλά δεν μεθούσαν και από καημό. Θα βρίσκονταν άλλα, και μάλιστα από φίλους συγχωριανούς τους, χωρίς έξοδα. Και τώρα, ένας σκληρός άνθρωπος σαν τον Ντράχοσλαβ είχε καταπέσει για δύο σκυλιά;
Παρ’ όλ’ αυτά, είχαν φύγει ενθουσιασμένοι για τις επόμενες τρεις με τέσσερις ώρες, οπότε και θα γυρνούσαν μετά των περισσότερων -ή και όλων- μελών των οικογενειών τους. Άφησαν τους υπηρέτες να συνεχίσουν τις δουλειές, τα δύο κορίτσια να παίζουν, την Ιούλια και την Εμιλιάνα να ασχολούνται με τα πλεχτά τους και τον Βέλκαν με τους δύο σωματοφύλακες -οι άλλοι δύο είχαν πάει στον Καφενέ για κάνα δίωρο- να βλέπουν τον Ντράχοσλαβ να χάνεται από την πραγματικότητα, ταξιδεύοντας πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν δεκαπέντε χρονών και ο πατέρας του του έλεγε τις ιστορίες για την Κόμισσα. Η οικογένειά τους υπήρχε στο Μπραν ακόμα και την εποχή που το κάστρο έσφυζε από κόσμο: τους ιδιοκτήτες, το υπηρετικό και στρατιωτικό προσωπικό. Απ’ όσα μάθαιναν οι ντόπιοι, σε εκείνο το κάστρο υπήρχε μια όμορφη Κόμισσα, η οποία όμως μαράζωνε στο πλευρό ενός άντρα που την απαξίωνε κάθε ώρα και στιγμή. Γονείς, πεθερικά, υπηρέτες, όλοι όσοι νοιάζονταν για το ζευγάρι περίμεναν με ανυπομονησία την είδηση της αναπόφευκτης εγκυμοσύνης –ο κόμης διέδιδε πως δεν «άφηνε σε χλωρό κλαρί» την γυναίκα του. Άπαξ και επέστρεφε στο κάστρο από το κυνήγι ή οπουδήποτε αλλού, την ήθελε στην κλίνη τους.
Αλλά, έλεγε ο πατέρας του Ντράχοσλαβ, επαναλαμβάνοντας όσα είχε μάθει από το δικό του πατέρα, η Κόμισσα δεν καρποφόρησε. Ποτέ. Δηλαδή, απ’ όσο ξέραμε. Για πολλά χρόνια, δεν την είδαμε, ούτε ακούσαμε γι’ αυτήν. Κατέβαινε στο Μπραν, ξέρεις. Με συνοδεία, αλλά ερχόταν. Φυσικά και θα ερχόταν, γιε μου. Και ο λόγος δεν ήταν μόνο πως ήθελε να ξεφύγει για λίγο από τη φυλακή της. Σε αυτό το σημείο ο πατέρας του σταματούσε και χαμογελούσε με θλίψη. Γιατί είχε συνοδεία τον αγαπημένο της. Έναν στρατιώτη. Τον μοναδικό άνθρωπο που ήθελε να βλέπει, να ακούει, να αγκαλιάζει, να πεθάνει μαζί του. Μόνο να φανταστώ μπορώ για τον καημό της. Για τον καημό τους. Ήταν αμοιβαία η αγάπη, όπως πρέπει να είναι κάθε αγάπη. Αλλά ήταν και απαγορευμένη. Αυτή κόμισσα, αυτός στρατιώτης. Καταλαβαίνεις. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί. Απαγορευόταν. Όμως, το επιδίωξαν. Αν και ήξεραν τι τους περίμενε, έτσι και μαθευόταν, το επιδίωξαν. Στοίχισε σε όλους αυτός ο έρωτας, Ντράχοσλαβ. Ο πατέρας του σταμάτησε ξανά. Απ’ όσο ξέρω, το Κακό που τριγυρνάει στο Μπραν ξεκίνησε με τον θάνατο ενός σκύλου. Εκείνο το άμοιρο ζώο ήταν το πρώτο θύμα. Δεν θα σου περιγράψω σε τι κατάσταση το βρήκαν τότε. Μου πήρε πολύ καιρό να κοιμηθώ ήρεμος, απ’ όταν το άκουσα για πρώτη φορά. Θα σου πω, όμως, σε ποιον ανήκε αυτό το ζώο.
Ο Ντράχοσλαβ δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά.
Ήταν δικό μας, μικρέ. Απ’ όλα τα σκυλιά που υπήρχαν στο Μπραν, επέλεξε αυτό που ανήκε στην οικογένειά μας. Όχι τελείως άδικα, αν θες την άποψή μου. Ο προπάππους σου έκανε ένα μοιραίο λάθος και κάποιος θα έπρεπε να λογοδοτήσει. Κάποιος δικός του. Ένα αγαπημένο του πρόσωπο. Εκείνος ο σκύλος, ο Φέρκα, ήταν αυτός που βρέθηκε στο διάβα της. Γιατί εκείνη ερχόταν για άλλον, πιθανώς για την προγιαγιά σου ή κάποιο από τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον προπάππου σου. Ο Φέρκα. Το πρώτο θύμα της κατάρας του Μπραν. Αν και για πολλούς το πρώτο θύμα ήταν ο στρατιώτης, για εμάς, για τους Τσομπάνου, το πρώτο θύμα ήταν ο Φέρκα.
Ο Ντράχοσλαβ είχε προσπαθήσει να αποβάλει από την ψυχή του τις δεισιδαιμονίες και να ξεχάσει τους μύθους που είχε ακούσει, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Κάθε φορά που πέθαινε σε νεαρή ηλικία ένα σκυλί της οικογενείας, οι Τσομπάνου τρομοκρατούνταν. Δεν είχε σημασία ο τρόπος που είχε πεθάνει, αλλά το ίδιο το γεγονός. Μετά την ταφή του, για πολύ καιρό, οι άντρες κυκλοφορούσαν ένοπλοι, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά κλείνονταν στο σπίτι, το οποίο κάλυπταν με σταυρούς και σκόρδα. Ελπίζοντας. Παρακαλώντας τον Θεό, τότε που ακόμα και ο Ντράχοσλαβ πίστευε εμπράκτως. Δεν ήθελαν να πεθάνουν ή να βασανιστούν. Ή χειρότερα, να γίνουν… τέρατα.
Γι’ αυτό, εκείνο το μεσημέρι του Φεβρουαρίου του 1897 ο Ντράχοσλαβ είχε μεθύσει. Γιατί είχε χάσει δύο σκυλιά. Εκ των οποίων, το ένα είχε το ίδιο όνομα με… με…
Τον Φέρκα.
Το πρώτο θύμα.
Μέσα στην παραζάλη του, ο ηλικιωμένος απευθύνθηκε ξανά στον Θεό του πατέρα Στεφάν. Του ζήτησε βοήθεια. Να ευλογήσει τους άντρες και τα όπλα. Χρειάζονταν τη βοήθειά Του, αν και ο Ντράχοσλαβ ήταν αισιόδοξος. Σε αντίθεση με τους προγόνους του, αυτός και οι σύμμαχοί του είχαν και το ηθικό και τους ικανούς στρατιώτες και τον απαραίτητο εξοπλισμό. Είχαν πολλές ελπίδες απέναντι στους βρικόλακες.
Έτσι πίστευε.
Έτσι ήθελε να πιστεύει.
Την ίδια ώρα, ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα πιότερο κοιτούσαν τους Βλαντιμιρέσκου, παρά έτρωγαν. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό και η ατμόσφαιρα στο σπίτι ζεστή, καθόλα οικεία και φιλική. Η οικογένεια της Στεφανία είχε ακούσει το αίτημα του ιερέα και της συζύγου του. Δεν το σκέφτηκαν ιδιαίτερα, συμφώνησαν αμέσως.
«Μόνο που θα πάω κι εγώ στο Μπρασώφ, μαζί με τον Σάντου» είπε η Κορνέλια. «Μαζί θα δώσουμε τα γράμματα στους Ούγγρους».
Ο Λούκα ζήτησε το λόγο για αυτό. Θα μπορούσε να πάει εκείνος, αντί της Κορνέλια.
«Όχι, θα πάω εγώ. Εσύ πρέπει να είσαι εδώ και να προστατεύεις την κόρη μας και τον πατέρα Στεφάν με την Ντανιέλα».
«Λούκα» είπε ο Στεφάν «δεν είναι κακή η ιδέα της συζύγου σου. Ο Σάντου είναι μεγάλος άντρας πια. Θα έχει μαζί ένα μουσκέτο και ένα μαχαίρι, για παν ενδεχόμενο. Η Στεφανία μπορεί να αναλάβει τα του σπιτιού, ενώ εσύ θα μπορείς να μας φυλάξεις σε περίπτωση που… έχουμε ανεπιθύμητες επισκέψεις. Είστε ευπρόσδεκτοι να κοιμηθείτε εδώ, στο σπίτι μας».
Ο Λούκα κοίταξε την γυναίκα του και μετά τον γιο του. Τους εμπιστευόταν, εννοείται, αλλά για ένα τέτοιο ταξίδι… μέσα από το δάσος… περνώντας κάτω από τον λόφο του κάστρου… Θα προτιμούσε να ήταν κι αυτός μαζί τους. Ή ίσως μόνο αυτός.
Αλλά κι ο πατήρ Στεφάν και η παπαδιά τι θα έκαναν; Αν χρειάζονταν βοήθεια, ποιον θα φώναζαν;
Αναστέναξε. «Εντάξει. Εντάξει, ας γίνει έτσι».
«Ωραία» σχολίασε η Ντανιέλα και μετά γύρισε προς την Στεφανία. «Καλή μου, όταν μπορέσεις, ειδοποίησε τους συγχωριανούς μας ότι αύριο θα μαζευτούμε στην εκκλησία, για να προσευχηθούμε. Αυτές τις δύσκολες ώρες πρέπει να παρακαλάμε τον Κύριο, να μας σώσει».
«Μάλιστα, κυρία Οσμοκέσκου».
«Μακάρι να μας βοηθήσει» είπε ο Λούκα. «Τώρα χρειαζόμαστε τον Θεό, την Παναγία, όλους τους αγίους. Να κρατήσουν μακριά τα τέρατα, πριν…»
«Θα είναι δίπλα μας. Όπως πάντα» είπε ο Στεφάν, νιώθοντας άσχημα που διέκοψε τον πατέρα της Στεφανία. Αλλά, αν τον άφηνε, η συζήτηση θα έπαιρνε μια τροπή που δεν χρειαζόταν κανένας τους αυτή τη στιγμή.
«Φυσικά» συμφώνησε η Ντανιέλα και συνέχισαν το γεύμα τους, σκεπτόμενοι την νύχτα και όσα θα έρχονταν μαζί της –Θεού θέλοντος, δεν θα ερχόταν τίποτα, πέραν από το επόμενο πρωί.
Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα
Η περίπολος περνούσε τώρα έξω από το σπίτι των Τσομπάνου, στο οποίο επικρατούσε νεκρική σιγή, όπως και σε όλα τα άλλα. Μπροστά οι δύο Ούγγροι, πίσω οι δύο ντόπιοι. Οι δαυλοί και τα φανάρια που κρατούσαν έσπαγαν το σκοτάδι σε μικρή απόσταση από αυτούς, ενώ οι ίδιοι περπατούσαν κοντά-κοντά, γιατί η χιονόπτωση και η ομίχλη απειλούσαν να χωρίσουν την ομάδα, σαν πολλαπλές διχόνοιες που αποκαλύπτονται την ίδια στιγμή. Αν και οι πρώην στρατιωτικοί δεν το θεωρούσαν σημαντικό, ωστόσο κάθε φορά που έφταναν στο σπίτι κάποιου ντόπιου της ομάδας, κοντοστέκονταν, όσο εκείνος έριχνε μια ματιά στους ηλικιωμένους συγγενείς του. Έπειτα, συνέχιζαν το έργο τους στο ίδιο αργό τέμπο.
Όπως και το προηγούμενο βράδυ, οι μεταξύ τους συζητήσεις ήταν μηδαμινές. Ούτε οι μεν, ούτε οι, απολάμβαναν την παρέα της άλλης πλευράς. Οι ντόπιοι σέβονταν τους Ούγγρους λόγω των ικανοτήτων τους στην τέχνη του πολέμου, αλλά ένιωθαν άβολα όσο ήταν κοντά τους. Αντιλαμβάνονταν την περιφρόνηση των άλλων, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπεράνω όλων των κατοίκων του Μπραν. Ήταν απόμακροι όπως και τα αφεντικά τους –ειδικά ο Ντράχοσλαβ. Ωστόσο, ήταν χρήσιμοι σε αυτό τον ψυχοφθόρο αγώνα κι αυτό αρκούσε στους ντόπιους για να τους ανέχονται.
Οι Ούγγροι, από τη μεριά τους, δεν είχαν αλλάξει ούτε στο ελάχιστο την συμπεριφορά ή την άποψή τους για τους γηγενείς. Τα νέα μέλη της ομάδας δεν αποτελούσαν εξαίρεση, ήταν ίδιοι με τους συγχωριανούς τους. Όμως, τους χρειάζονταν. Ακόμα κι αν δεν ήξεραν από μάχες, τους ήθελαν για υποστήριξη. Μερικές φορές, και οι άχρηστοι μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι, οι Ούγγροι το ήξεραν αυτό.
Με αυτές τις σκέψεις, λοιπόν, η μικρή μονάδα έστριψε δυτικά και μετά νότια, με σκοπό να ελέγξουν εκείνη την πλευρά των σπιτιών, καθώς και τα χωράφια με τα μαντριά και τους στάβλους που εκτείνονταν στα δεξιά τους. Πιο πέρα, ξεκινούσε το δάσος. Και ακόμα πιο μακριά, ο δρόμος και ο λόφος. Και το κάστρο. Αλλά η ορατότητα δεν έφτανε τόσο μακριά, οπότε μπορούσαν να παραστήσουν ότι δεν υπήρχε τίποτα πέραν από εκεί που έφτανε το μάτι –και αυτό έκαναν.
Πλησιάζοντας το σπίτι του Μαρτινέσκου, του ιδιοκτήτη του Καφενέ, άκουσαν κάτι παράταιρο. Ένα θρόισμα στα αριστερά τους, σαν να ξύνει κανείς μια πέτρα. Οι Ούγγροι σταμάτησαν και οι ντόπιοι πέτρωσαν στη θέση τους. Οι πρώην στρατιωτικοί έβγαλαν τα Μάνλιντσερ, τα όπλισαν και τα κράτησαν με το ένα χέρι, όπως είχαν συνηθίσει από παλιότερα.
«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ένας Ούγγρος και κούνησε το φανάρι που είχε προς την μεριά του ήχου.
Ο συνάδελφος του έκανε ένα βήμα μακριά από τον άλλο, για να μην υποστούν και οι δύο το οποιοδήποτε ενδεχόμενο χτύπημα, ενώ παράλληλα αναζητούσε κι αυτός τον πιθανό εχθρό.
Οι ντόπιοι δεν άρπαξαν τα μουσκέτα που είχαν, ενώ ακολούθησαν το βηματισμό του δεύτερου Ούγγρου. Μακριά από το θρόισμα. Ας έβγαζαν άκρη οι «ειδικοί». Έτσι σκέφτηκαν.
«Ποιος είναι εκεί;» ξαναρώτησε ο Ούγγρος. «Φανερώσου τώρα, γιατί θα πυροβολήσουμε».
Καμιά απάντηση.
Το σπίτι του Μαρτινέσκου, όσο διακρινόταν, ήταν άψυχο από κάθε φωτισμό.
Ο Ούγγρος ήταν έτοιμος να πει στον συνάδελφό του να πάει να ρίξει μια ματιά πιο κοντά, όταν ακούσανε κι άλλο θρόισμα. Αυτή τη φορά, φάνηκε να έρχεται από πίσω τους. Στράφηκαν όλοι, με τους σωματοφύλακες να αγανακτούν με την απερισκεψία των ντόπιων, που όχι μόνο δεν είχαν τραβήξει τα όπλα τους, αλλά τώρα εμπόδιζαν και τους ίδιους από το να έχουν καθαρό οπτικό πεδίο.
«Άκρη» διέταξαν με θυμό οι άντρες των Τσομπάνου και οι ντόπιοι παραμέρισαν. Ο δρόμος αποκαλύφτηκε. Απ’ όσο μπορούσαν να δουν, ήταν άδειος, πέραν από το χιόνι και την ομίχλη που αιωρούνταν. Κανένα φως, καμιά κίνηση, κανένα ύποπτο σημάδι.
«Μα τι γίνεται πια;» ρώτησε ένας ντόπιος.
«Μακάρι να ’ξερα» απάντησε ο άλλος.
«Πρώτον, τα όπλα σας ανά χείρας. Τώρα» απάντησε ο ένας Ούγγρος.
Οι ντόπιοι υπάκουσαν.
«Δεύτερον. Συνεχίζουμε» απάντησε και ο άλλος Ούγγρος. «Αυτό γίν…»
Τότε ακούστηκε ξανά το θρόισμα από το σπίτι του καφετζή και όλοι γύρισαν προς τα εκεί. Τέσσερα μακρύκαννα όπλα υψώθηκαν και σημάδεψαν τον αόρατο εχθρό, που πρέπει να κρυβόταν σε κάποια σκιώδη γωνία.
«Βγες έξω. Φανερώσου, όποιος κι αν είσαι, αλλιώς θα πυροβολήσουμε».
Καμιά απόκριση.
Μόνο ένα ακόμα θρόισμα.
Οι Ούγγροι αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ο ένας ένευσε. Και άρχισε να απομακρύνεται με αργά βήματα, κινούμενος από δεξιά, για να μην είναι κοντά στο πεδίο βολής των άλλων τριών, αλλά και για να προλάβει να δει ή να συλλάβει ή να σκοτώσει όποιον προσπαθούσε να διαφύγει. Οι άλλοι τον ακολούθησαν, με το δεύτερο Ούγγρο να προχωράει ευθεία και τους δύο ντόπιους να σέρνονται στο κατόπι του και να νομίζουν ότι το κρύο είχε γίνει πιο τσουχτερό από πριν.
Για μια στιγμή, ακούγονταν μόνο τα βαριά βήματα των αντρών, οι κοφτές ανάσες τους και ο αέρας που έγδερνε τα Καρπάθια.
Έπειτα, μια κραυγή.
Από τον Ούγγρο που είχε κινηθεί πρώτος.
Και μετά μια κίνηση από αυτόν.
Κι άλλη μία.
Οι άλλοι τρεις του φώναξαν να τους πει τι συμβαίνει.
Περίμεναν μερικά δευτερόλεπτα, έτοιμοι να βάλλουν με τα όπλα τους, ώσπου να τους πλησιάσει και να μπορέσουν να ησυχάσουν. Γιατί κρατούσε στη γροθιά του μια γάτα με άσπρο και μαύρο τρίχωμα. «Ιδού ο εχθρός» είπε με φανερό τον εκνευρισμό του. Είχε αρπάξει το ζωντανό από το σβέρκο, με τα μικρά σαν κλαράκια πόδια του να αιωρούνται και τα μάτια του να είναι μισόκλειστα. «Ήταν και δυο άλλες, αλλά εκείνες τις άφησα να φύγουν».
Η γάτα νιαούρισε, σαν να ομολογούσε το παράπτωμά της.
Οι ντόπιοι χαμογέλασαν.
Ο άλλος Ούγγρος είπε «Θα το πάρεις μαζί σου; Ε; Άντε, πέτα το κάτω, το ηλίθιο, για να συνεχίσουμε».
«Γιατί να μην το πάρω; Ξέρεις πόσο θα χαρούν τα σκυλιά αν την ρίξουμε στην αυλή;»
«Τι; Όχι!» διαμαρτυρήθηκε ο ένας ντόπιος. «Θα την κατασπαράξουν».
«Αλήθεια; Ούτε που το σκέφτηκα».
«Άκουσε εδώ» πετάχτηκε ο άλλος ντόπιος «αρκετά με τις βλακείες σας. Θα μας συμπεριφέρεστε σωστά. Δεν θα μας υποτιμάτε, τ’ ακούς; Και τώρα άφησε κάτω τη γάτα».
«Αλλιώς τι θα κάνεις, χωριάτη;» Ο Ούγγρος έσφιξε το δέρμα της γάτας. Εκείνη νιαούρισε από τον πόνο και προσπάθησε να χτυπήσει με τα νύχια της το χέρι του, αλλά δεν το μπόρεσε. «Ε; Τι θα κάνεις; Θες να φας καμιά αδέσποτη στο κεφάλι; Όχι ότι θα σου λείψει κιόλας».
«Σκασμός!» πετάχτηκε ο συνάδελφός του. «Σκάστε, όλοι σας. Είμαστε εδώ για να κάνουμε μια δουλειά. Είμαστε στην ίδια ομάδα. Άλλος είναι ο εχθρός, όχι εμείς. Και τώρα, συνεχίζουμε την περιπολία».
Ο Ούγγρος που κρατούσε τη γάτα ήταν έτοιμος να την πετάξει μακριά, όμως τότε εκείνη σύριξε, όχι με αγριάδα, αλλά με φόβο. Οι τέσσερις άντρες την κοίταξαν με απορία: το τρίχωμά της είχε ορθωθεί, τα αυτιά της είχαν χαμηλώσει και τα μάτια της είχαν καρφωθεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, πίσω από τους άντρες.
Ξαφνικά, το μύρισαν. Έναν αλλόκοτο συνδυασμό οσμών. Κάτι σαν λιβάνι και από κάτω, λες και κάποιος ήθελε να καλύψει άτσαλα τη βρομιά του, υπήρχε μια αψιά αποφορά, σαν ρούχα που είχαν μουλιάσει σε ένα λάκκο με περιττώματα και δεν είχαν καθαριστεί για χρόνια.
Η γάτα σύριξε ξανά και συσπάστηκε βίαια στο χέρι του Ούγγρου, ο οποίος την άφησε και την είδε να χάνεται στα χωράφια.
Σαν να έδωσε το σύνθημα, από κάθε πλευρά του Μπραν άρχισαν να ξεφωνίζουν όλα τα οικόσιτα ζώα: σκυλιά, γάτες, άλογα, πρόβατα…
Οι άντρες άκουσαν και ένα άλλο ζωώδες μούγκρισμα, πολύ διαφορετικό σε ένταση και σκοπό. Ξεκίνησε σε χαμηλό τόνο και το επόμενο δευτερόλεπτο έγινε απειλητικό σαν πολεμική κραυγή, τρομάζοντας όλους τους.
Στράφηκαν με τα φανάρια και τους δαυλούς να φέγγουν μες στην καταχνιά σαν μικροί ήλιοι.
Τι στο καλό; αναρωτήθηκαν οι Ούγγροι.
Ιησού Χριστέ! προσευχήθηκαν οι ντόπιοι, που ήταν και πιο κοντά στο ον.
Το νεανικό πρόσωπο που είδαν ήταν πιο άσπρο απ’ ό,τι έπρεπε για ένα ζωντανό πλάσμα. Τα δόντια που φαίνονταν από το ανοιχτό στόμα, από το οποίο έτρεχαν σάλια, έμοιαζαν σαν να είχαν αφαιρεθεί από λύκο και να είχαν αντικαταστήσει τα ανθρώπινα. Το γυναικείο κορμί κάτω από το σκονισμένο φόρεμα ήταν σχεδόν αποστεωμένο. Τα μάτια, σαν να είχαν βαφτεί με μαύρη μπογιά.
Κανείς δεν αναγνώρισε την Έλενα.
«Ακίνητη!» διέταξαν οι Ούγγροι και σήκωσαν τα όπλα τους.
Η νεκροζώντανη γυναίκα δεν τους υπάκουσε. Αντίθετα, ήρθε πιο κοντά στους ντόπιους, άπλωσε τα χέρια της, αδράχνοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού των αντρών και έπειτα τους χτύπησε μεταξύ τους, αφήνοντας στο τέλος να σωριαστούν αναίσθητοι, χωρίς καν να έχουν προλάβει να καταλάβουν τι συνέβαινε.
Οι Ούγγροι άφησαν από ένα ξεφωνητό ο καθένας και πίεσαν τη σκανδάλη των όπλων τους. Τα Μάνλιντσερ βρυχήθηκαν και άστραψαν για μια στιγμή. Η Έλενα μούγκρισε, έπεσε προς τα πίσω, στο χιονισμένο δρόμο, έχοντας δύο αιμορροούσες τρύπες στην κοιλιά της, και έμεινε εκεί, ασάλευτη.
Τότε άκουσαν ένα ακόμα μουγκρητό.
Οι πρώην στρατιωτικοί στράφηκαν και ήρθαν αντιμέτωποι με τον Βασίλι. Πάνω στη φούρια τους να ξεπαστρέψουν την άλλη, είχαν παραβλέψει πως η μπόχα είχε γίνει εντονότερη.
Βλέποντας πως ο άγνωστος είχε παρόμοια χαρακτηριστικά με την γυναίκα, άφησαν τα φανάρια να πέσουν, για να μπορέσουν να οπλίσουν.
Ο Βασίλι, όμως, τους πρόλαβε: έπιασε την κάννη του κάθε πυροβόλου και τους τα απέσπασε, εκτοξεύοντάς τους πολλά μέτρα πιο πέρα. Μακριά από τα σπίτια. Μακριά από το λιγοστό φως.
Οι άντρες βρέθηκαν στο κρύο χιόνι. Έβρισαν. Σηκώθηκαν, τραβώντας παράλληλα και τα πιστόλια τους. Αλλά δεν είχαν πού να σημαδέψουν πλέον. Ούτε μπορούσαν να πουν σε ποιο σημείο του χωριού βρίσκονταν. Παντού γύρω τους επικρατούσε το άγνωστο.
«Τι στο διάβολο; Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε ο ένας. «Λες να είναι βρικόλακες;»
Παραμύθια, θυμήθηκε ο άλλος. Έτσι έλεγαν αναμεταξύ τους, μέχρι το απόγευμα. Αλλά τώρα… «Δεν ξέρω» απάντησε. «Πάντως, είναι πολύ γρήγορα, τα καθίκια. Ευτυχώς, η πόρνη είναι νεκρή. Τώρα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τον άλλο».
«Οι χωριάτες, λες, να πέθαναν;»
«Μπορεί, πού να ξέρω;»
Περίμεναν, έχοντας ο ένας πλάτη τον άλλο. Έψαχναν για κάποιο σημάδι, κάποιο στοιχείο που να αναγνωρίσουν και να καταλάβουν πού ήταν. Όμως, δεν υπήρχαν ορατά σχήματα, αντικείμενα, δέντρα, χωράφια ή κτίσματα. Δεν έβλεπαν ούτε το προτεταμένο χέρι με το όπλο τους. Αλλά δεν είχαν και πού να σημαδέψουν. Κι αν ίσχυαν όσα έλεγαν οι κάτοικοι του Μπραν για τις απαγωγές και την Κόμισσα, τότε οι εχθροί τούς είχαν στο χέρι.
Είχαν πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Ήταν ευάλωτοι σε οποιαδήποτε επίθεση, και το ήξεραν. Η καρδιά του καθενός έπαιζε ένα γρήγορο ρυθμό, σαν καμπάνα που καλεί τους πιστούς στον ναό. Μπορεί να είχαν σκοτώσει ένα από τα φρικιά, όπως αποκαλούσε τους βρικόλακες ο Ντράχοσλαβ, αλλά κυκλοφορούσε άλλος ένας. Τουλάχιστον, άλλος ένας. Ο οποίος πιθανότατα χαμογελούσε με ικανοποίηση για την αυξανόμενη αγωνία τους και την ανικανότητά τους να αμυνθούν σωστά.
Αυτή η τελευταία συνειδητοποίηση έφερε στον νου τους ξανά την προηγούμενη φορά που τα είχαν κάνει μαντάρα και ένας θηλυκός βρικόλακας, η καταραμένη η Μπενγκέσκου, κόντεψε να εισβάλλει στο σπίτι των Τσομπάνου.
Δύο συνεχόμενες ήττες. Τα αφεντικά τους θα ήταν πολύ θυμωμένα μαζί τους, όταν θα επέστρεφαν στο σπίτι –αν επέστρεφαν, δηλαδή.
Τότε αντιλήφθηκαν κάτι άλλο. Τα δυνατά ουρλιαχτά των ζώων. Μια ελπίδα από την άβυσσο. Έφταναν στα αυτιά τους σαν κάλεσμα φάρου προς τα θαλασσοδαρμένα καράβια που γυρεύουν ένα λιμάνι.
Οι Ούγγροι αναθάρρησαν. Ξέχασαν προσωρινά τις αποτυχίες τους και εντόπισαν από πού ερχόταν η βοήθεια που χρειάζονταν. Δεν ήταν εύκολο εξ αρχής, μιας και οι ήχοι έμοιαζαν να έρχονται από παντού. Δεν μπορούσαν να τους συνδέσουν άμεσα με την αντίστοιχη εικόνα.
Αλλά τα ζώα, σαν να ένιωθαν πως οι Ούγγροι κινδύνευαν να χαθούν, δεν έλεγαν να σταματήσουν τα γαβγίσματα, τα μουγκρητά και τα βελάσματα.
«Από εδώ» είπε τελικά ένας από τους δύο και άρχισε να περπατάει προς μια κατεύθυνση. Ο σύντροφός του τον ακολούθησε.
Όταν είδαν το σπίτι του Μαρτινέσκου και στην απέναντι πλευρά αυτό των Γκούσα, χάρηκαν, αλλά συγκρατημένα. Δεν κατέβασαν τα όπλα τους, μήτε χαλάρωσαν. Γιατί, καθώς σήκωναν τα φανάρια τους, δεν είδαν τον τύπο που τους είχε επιτεθεί. Ή την πεσμένη γυναίκα. Ή τους δύο ντόπιους. Τα Μάνλιντσερ, δε, ήταν πεταμένα στο δρόμο. Κομμένα στη μέση, άχρηστα.
«Να πάρει» έβρισαν.
Εκείνη τη στιγμή, κάτι σχηματίστηκε στην ομίχλη, απέναντί τους. Διέκριναν μια φιγούρα. Ανθρώπινη. Με μαύρη ολόσωμη αμφίεση. Ήταν εκεί, και μετά δεν ήταν. Και έπειτα, ήταν, για να εξαφανιστεί δευτερόλεπτα αργότερα και να εμφανιστεί ξανά και ξανά να εξαφανιστεί, σαν φλόγα που αναβόσβηνε από τον αέρα.
Οι Ούγγροι δεν μίλησαν. Ο ένας από αυτούς γύρισε να φύγει, αλλά βρήκε άλλη μια φιγούρα, παρόμοια με εκείνη πίσω του. Ξεροκατάπιε. Η στασιμότητα ήταν εναντίον τους, καθώς συνέβαλε στο να παγώνει ο ιδρώτας στο μέτωπο και την πλάτη τους και να κρυώνουν, και να μένουν αναποφάσιστοι, έρμαια στις ορέξεις των απέθαντων τεράτων.
«Σταματήστε τις απερίσκεπτες πράξεις σας» ακούστηκε μια φωνή. Δεν ήξεραν σε ποια από τις δύο μορφές ανήκε, αλλά ανατρίχιασε κάθε πόρο του κορμιού τους. «Δεχτείτε τη μοίρα σας, σαν γνήσια θηράματα. Αλλιώς θα υποφέρετε στην ανυπαρξία. Πείτε το σε όλους. Η εντολή της Κόμισσας θα πραγματοποιηθεί, ό,τι κι αν κάνετε. Ο χρόνος για το Μπραν μετράει αντίστροφα. Όσοι βρεθείτε στο δρόμο μας, θα πεθάνετε με τους πιο φριχτούς τρόπους. Γι’ αυτό παραδοθείτε, και θα ζήσετε αιώνια».
Οι Ούγγροι αντάλλαξαν μια ματιά. Έπειτα, στράφηκαν προς τις μορφές, αλλά δεν τις είδαν ξανά. Όχι εκείνο το βράδυ. Καθώς μάζευαν τα διαλυμένα όπλα τους και γυρνούσαν προς το σπίτι των Τσομπάνου, σκέφτηκαν πως θα έπρεπε να εξετάσουν μια πιθανή διαφυγή τους από το Μπραν. Τώρα που είχαν δει με τι πραγματικά είχαν να κάνουν αμφέβαλλαν για το αν άξιζε να μείνουν έστω και ένα λεπτό ακόμα σε τούτο το χωριό. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες καταστάσεις, να πολεμούν όντα που γίνονται ένα με το σκοτάδι και να κινούνται τόσο γρήγορα όσο εκείνη γυναίκα ή να πετάνε μακριά με τέτοια δύναμη δύο σωματώδεις άντρες, όπως έκανε νωρίτερα ο τύπος που είχε εμφανιστεί πίσω τους.
Αυτό θα έλεγαν στους συναδέλφους τους. Να φύγουν όσο πιο μακριά γινόταν. Να φτάσουν ακόμα και στη Βουδαπέστη, στην πατρίδα τους. Τώρα, πριν γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Πριν χαθούν και οι ίδιοι όπως… όπως οι δύο ντόπιοι –άλλη μια αποτυχία τους, η τρίτη κατά σειρά μέσα σε δύο βραδιές. Ούτε που ήθελαν να σκέφτονται τι θα απογίνονταν αν έπεφταν στα χέρια αυτών των φρικιών.
Όσο προχωρούσαν, στα παράθυρα των σπιτιών γύρω τους εμφανίζονταν φοβισμένοι άνθρωποι και τους κοιτούσαν. Έβλεπαν δύο άντρες με σκυμμένο το κεφάλι και χαμηλωμένους ώμους να περπατάνε μες στην κρύα νύχτα σαν να προέρχονταν από ταξίδι ημερών που το είχαν κάνει μόνο με τα πόδια τους. Τους λυπόνταν, γιατί είχαν ζήσει κάτι αποτρόπαιο και τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την οργή του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, ο οποίος σίγουρα δεν θα ανεχόταν να δει τους σωματοφύλακές του σε τέτοια χάλια.
Οι Ούγγροι έφτασαν στο σπίτι του αφεντικού τους. Έξω στον κήπο τα σκυλιά συγκεντρώθηκαν στην εξώπορτα του κήπου, ενώ στην είσοδο της κατοικίας τούς περίμεναν οι δύο συνάδελφοί τους. Πιο πίσω, περίμεναν ο Ντράχοσλαβ, ο Βέλκαν και οι λοιποί ένοικοι.
Μια ώρα αρχύτερα, σκέφτηκαν. Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο.
Πέρασαν την πύλη, με τα σκυλιά να τους μυρίζουν και έπειτα να τους αφήνουν να συνεχίσουν. Μπήκαν στο σπίτι και κάθισαν στον καναπέ, περιτριγυρισμένοι από δεκάδες ανθρώπους. Δεν ένιωσαν ασφαλείς και υποπτεύονταν ότι δεν θα ήταν ποτέ, όσο κάθονταν στο Μπραν.
Περίπου την ίδια στιγμή που οι άρρενες Τσομπάνου ωρύονταν με τα νέα που έφερναν οι σωματοφύλακές τους, τα ζώα στα μαντριά, στους στάβλους και στους δρόμους του χωριού σταμάτησαν τις κραυγές τους, καθώς ένιωθαν και πάλι ασφαλή. Για σήμερα, δεν θα υπήρχε άλλη απειλή. Μπορούσαν να ξεκουραστούν, και αυτό έκαναν. Σε αντίθεση με τα αφεντικά τους, που ήξεραν ότι το μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

2 responses to “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”
Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.
Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.