Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.II

Προηγούμενο

Στο δρόμο προς τη Βουδαπέστη

Οι Ούγγροι πέρασαν κάτω από το κάστρο του Μπραν όπως είχαν περάσει οι Βλαντιμιρέσκου πρωτύτερα, αλλά, σε αντίθεση με τον Σάντου και την Κορνέλια, οι τέσσερις άντρες απέφυγαν να ρίξουν έστω και μια ματιά. Οι δύο που οδηγούσαν την άμαξα, που ήταν οι ίδιοι που είχαν έρθει αντιμέτωποι με τους βρικόλακες, κοιτούσαν το δρόμο, έχοντας τα όπλα παραμάσχαλα, σαν μέθυσοι που φοβούνται μην τους πάρουν το μπουκάλι τους. Οι άλλοι, στο εσωτερικό, έλεγαν για το τι θα έκαναν όταν θα έφταναν στην πατρίδα. Όλοι ήξεραν ότι στα αριστερά τους υπήρχε το φρούριο, στο οποίο, σαν κακόγουστο αστείο τούς φαινόταν τώρα, μέχρι δύο μέρες πριν σχεδίαζαν να εισβάλλουν και να επιτεθούν σε ό,τι κατοικούσε εντός του. Μαζί με μερικούς χωριάτες για υποστήριξη. Ήταν γελοίο.

  «Πρόσφατα ίχνη» σχολίασε ο ένας από τους οδηγούς. Έδειξε το λευκό χιόνι που είχε ποδοπατηθεί, καθώς και τις γραμμές που υποδήλωναν ότι κάποιο τροχοφόρο είχε ταξιδέψει πριν από αυτούς.

  «Μπορεί να μην είναι όλοι τους ηλίθιοι τελικά» είπε ο άλλος, σκεπτόμενος πως μάλλον κάποιος είχε φύγει από το Μπραν. Όμως, δεν το πίστευε. «Βέβαια, ενδέχεται και να ανήκουν σε κάποιον άλλο. Από άλλο χωριό κλπ. Πιο πιθανό αυτό».

  «Ναι. Αλλά ποιος νοιάζεται; Σίγουρα όχι εγώ». Γέλασε και έψαξε στην τσέπη του για τσιγάρο.

  «Ούτε εγώ. Προφανώς. Εμείς τελειώσαμε με το Μπραν, με τον Ντράχοσλαβ, τον Βέλκαν και όλους τους άλλους κόπανους και τις πουτάνες που ζουν εκεί. Μπορούν να πάνε στο διάβολο, να του πουν γεια, σαν ευγενικοί άνθρωποι που είναι -τρομάρα τους!-, και μετά να πέσουν οικειοθελώς στα καζάνια του, για να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους».

  Ο άλλος, που στο μεταξύ είχε βρει το τσιγάρο και το είχε ανάψει με ένα σπίρτο, τον κοίταξε σαστισμένος. Μετά, όμως, χαμογέλασε. «Καμία αντίρρηση από μένα». Πάντως, δεν τον είχε ακούσει ξανά τον συμπατριώτη του να μιλάει έτσι. Ή όπως είχε απειλήσει τον Ντράχοσλαβ πιο πριν. Νόμιζε πως τους είχε γραμμένους γενικά τους κατοίκους του Μπραν. Αλλά, όπως και να το έκανες, και οι τέσσερις είχαν εκνευριστεί (και φοβηθεί) μετά τα τελευταία γεγονότα, τόσο πολύ που, αν δεν έφευγαν, τότε ήταν εξαιρετικά πιθανό να σκοτώσουν κάποιον άνθρωπο.

  Το είχαν πάρει απόφαση ότι δεν θα ασχολούνταν ξανά με το χωριό, το κάστρο του, την Τρανσυλβανία, τον στρατό, τον Ντράχοσλαβ, τον Βέλκαν, τις μικρές Τσομπάνου, τα νεκρά σκυλιά, τους φοβητσιάρηδες χωριάτες, τις άσχημες χωριάτισσες και τα παιδαρέλια τους. Ας έκαναν ό,τι ήθελαν. Δική τους η μίζερη ζωή τους, ας την πετούσαν στα φρικιά. Εκείνοι είχαν τελειώσει οριστικά με δαύτους. Τώρα το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να πάνε στην Ουγγαρία και να κάνουν μια ακόμα καινούρια αρχή. Περίπου όπως σχεδίαζαν και η Ρεβέκκα με τους λοιπούς βρικόλακες, με τη διαφορά βέβαια πως οι τέσσερις Ούγγροι δεν θα σκότωναν και δεν θα έπιναν το αίμα κανενός –τουλάχιστον, όχι κυριολεκτικά. 

Μπραν, Τρανσυλβανία

Λίγο πριν τις έντεκα, η εκκλησία ήταν έτοιμη, καθαρή, με λίγα κεριά αναμμένα και τις καρέκλες στη θέση τους. Η Στεφανία, μετά το τελευταίο σπίτι που επισκέφτηκε, δηλαδή αυτό του Σεραφείμ Καρατζιάλε, ήρθε αμέσως στον ναό, όπως είχαν συμφωνήσει με τον πατέρα Στεφάν. Θυμόταν ότι κατά βάση δεν είχε να κάνει πολλές δουλειές, πέραν από το να σκουπίσει, να καθαρίσει τις εικόνες και να ανάψει τα καντήλια. Επίσης, άνοιξε και τα παράθυρα, για να φύγει η μυρωδιά κλεισούρας. Ο ναός είχε μείνει κλειστός και έρημος, χωρίς κανέναν πιστό, από την τελευταία συγκέντρωση, πριν δύο μέρες.

  Δεν σκεφτόταν. Απλά κινούνταν στο χώρο και έκανε τα δέοντα, σαν να ήταν μια καθημερινή μέρα στο σπίτι. Ένιωθε κάπου στο μυαλό της να παλεύουν να ελευθερωθούν τα θηρία που είχε κλειδαμπαρώσει πίσω από διάφορες πόρτες, που τις είχε καλύψει με βαριές ντουλάπες. Δυσάρεστες αναμνήσεις και σκοτεινοί συλλογισμοί και ένα εκατομμύριο διαφορετικές, αλλά εξίσου ανησυχητικές, υποθέσεις για το χωριό, για το σπίτι, για τους δικούς της και για την ίδια, προσπαθούσαν να ξεπορτίσουν και να την κατακλύσουν, σαν ποταμοί που ενώνονται σε έναν τεράστιο χείμαρρο και απειλούν την κοντινή κατοικημένη περιοχή. Η Στεφανία, στιγμές προτού βγει στο Μπραν για να διαδώσει τα νέα για την προσευχή, είχε αποφασίσει να ακούσει κατά γράμμα τη συμβουλή της Ντανιέλα και να μην σκεφτεί το παραμικρό πριν την προσευχή. Δεν θα βοηθούσε κανέναν, και κυρίως δεν θα βοηθούσε τον εαυτό της, αν αφηνόταν στις κακές στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος και στις οδυνηρά αόριστες εικόνες που θα την επισκέπτονταν τις επόμενες ημέρες (και, κυρίως, τις επόμενες βραδιές). Δεν είχε πει στους Οσμοκέσκου για τον εφιάλτη της, επειδή, αν και ήταν σαν καμένο δάσος, με λίγα σκόρπια δέντρα να υψώνονται ακόμα από το άγονο έδαφος, αφενός δεν ήθελε τον αναπολεί και αφετέρου δεν θα υπέβαλλε τον πατέρα της στο ίδιο μαρτύριο με εκείνη, να φαντάζεται όσα είχε δει η ίδια. Ίσως αργότερα να έλεγε κάτι, στον πατέρα Στεφάν ή στην Ντανιέλα. Αλλά όχι στον Λούκα.

  Έτσι, αδειάζοντας το μυαλό της από οτιδήποτε άλλο πέραν της αποστολής της, πήρε τους λίγους δρόμους που είχε το Μπραν και χτύπησε όλες τις πόρτες.

  Όλες. Αυτό δεν ήταν ακριβές. Δεν ήταν τόσο σωστό, έτσι; Φυσικά και δεν ήταν. Δεν θα είχε νόημα να πάει σε όλα τα οικήματα που είχαν ανεγερθεί με σκοπό να φιλοξενήσουν γενιές και γενιές ανθρώπων. Γιατί η Στεφανία ήξερε ότι δύο σπίτια ήταν άδεια. Οι Μολντοβάνου και οι Μπενγκέσκου δεν υπήρχαν πια. Σίγουρα όχι στο Μπραν.

  Λάθος, διόρθωσε τον εαυτό της. Δεν είναι στο χωριό, αλλά είναι στο κάστρο του. Στο κάστρο του Μπραν.

  Από την άλλη, δε, την ίδια μοίρα είχαν και ο Βαντίμ Πιτσούρκα με τον Ιονάταν Φερέσκου. Δηλαδή, η κυρία Κοβάτσι είχε πει ότι χάθηκαν την προηγούμενη νύχτα. Δεν είχε ξεκαθαρίσει πώς ακριβώς εξαφανίστηκαν, αλλά δε χρειαζόταν. Το σφιχταγκάλιασμα του Λούκα και οι φωνές από το σπίτι των Τσομπάνου και η αποχώρηση των Ούγγρων είχαν πείσει την Στεφανία για την κατάληξή τους.

  Η Κόμισσα. Η καταραμένη μάγισσα. Τι της είχαν κάνει και τους φερόταν με αυτό τον τρόπο; Ήταν δυνατόν να είναι τέρας, όπως λεγόταν;

  Γιατί να μην είναι; είχε σκεφτεί νωρίτερα η Στεφανία, όσο άκουγε τους Οσμοκέσκου να συζητάνε με τον πατέρα της. Οι δαίμονες υπάρχουν. Το λέει και στις Γραφές. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι έχουν καταληφθεί από δαιμόνιο… Κάτι τέτοιο θα είναι και η Κόμισσα.

  Η Κόμισσα. Η μορφή με τον μαύρο μανδύα, που προπορευόταν των άλλων και που κρατούσε στο ένα χέρι τον Σάντου και στο άλλο την Κορνέλια, λες και ήταν σακιά με κοπριά. Οι οποίοι είχαν χαμογελάσει σαν άρρωστα σκυλιά, έτοιμα να χιμήξουν με το που τα αποδέσμευε ο αφέντης τους. Δεν ήταν πια ο αδερφός της και η μάνα της, αλλά ήταν κάτι άλλο. Κάτι άλλο.

  Ήταν σαν την μάγισσα. Η Στεφανία είχε ανατριχιάσει και από τη θύμησή της πέρασε η πρότερη επιθυμία της να παραμείνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι του σπιτιού της, όπου ένιωθε ωραία, ότι ήταν ασφαλής. Της φάνηκε εντελώς χαζό. Σε εκείνο το κρεβάτι είχε δει τον εφιάλτη της. Ούτε το στρώμα, ούτε το μαξιλάρι, ούτε τα σκεπάσματα θα τη βοηθούσαν. Ήταν παιδιάστικη σκέψη. Το κρεβάτι δεν προστατεύει από κανένα τέρας. Χρειάζεσαι την προσευχή, τον Θεό και…

  «Ίσως δεχτεί να μας δώσει μερικά από τα όπλα του» είχε πει ο Στεφάν στον Λούκα και η Στεφανία ήπιε το τσάι της.

  «Το τελευταίο που θα ήθελες, ε, πάτερ;»

  «Από τα τελευταία πράγματα που θα ήθελα, σίγουρα. Εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω με τα όπλα, και επειδή θα ήταν ενάντιο προς τη συνείδησή μου, αλλά και γιατί είμαι γέρος και ανίδεος με αυτά».

  «Εσύ μπορείς να βοηθήσεις αλλιώς, παπά» είχε πεταχτεί η Ντανιέλα. «Σε λίγη ώρα, συγκεκριμένα, θα συνδράμεις το ποίμνιό σου όπως αρμόζει σε έναν ιερέα».

  Η κουβέντα είχε συνεχιστεί, αλλά η Στεφανία δεν παρακολούθησε τα πάντα. Κάποια στιγμή, η Ντανιέλα τής είχε απευθύνει τον λόγο, ρωτώντας την πώς ήταν και εκείνη είχε πει ότι φοβόταν και ότι το μυαλό της πήγαινε να σπάσει. Και τότε ήταν που η σύζυγος του Στεφάν έδωσε τη συμβουλή της, κάνοντας την Στεφανία να νεύσει και να βγει από το σπίτι με ελαφρώς αναπτερωμένο ηθικό.

  Η Στεφανία πήγε τελικά και στο σπίτι των Βαντίμ και των Φερέσκου, έπειτα από υπόδειξη των Οσμοκέσκου. Και στις δύο περιπτώσεις, εξέλαβε την ίδια απόκριση «Εντάξει. Ευχαριστούμε, καλή μου», με ένα τρεμάμενο, βιαστικό χαμόγελο στα χείλη των γυναικών. Από το εσωτερικό των κατοικιών, ακούγονταν αναφιλητά από παιδιά και ηλικιωμένους, τα οποία μεταδίδονταν σαν αρρώστια στην χήρα που στεκόταν στο κατώφλι, ρίχνοντας τις άμυνες της και η Στεφανία βρισκόταν στην δυσάρεστη θέση να πιέζεται να αφεθεί στα όσα συγκρατούσε κλειδαμπαρωμένα στο μυαλό της.

  Έφυγε και από τα δύο σπίτια μέσα σε δευτερόλεπτα από τη στιγμή που της άνοιγαν, πριν γίνει πιο άβολη η κατάσταση.

  Τώρα, ανάβοντας το τελευταίο καντήλι, αυτό της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ένιωσε ένα ελαφρύ μειδίαμα, οι τρίχες της πλάτης της ορθώθηκαν, σαν να την παρακολουθούσε κάποιος. Σταμάτησε το συγύρισμα. Γύρισε και είδε το μάτι πάνω από την Ωραία Πύλη. Μετά, σάρωσε το χώρο. Πολλές εικόνες αγίων. Πολλά ζευγάρια μάτια. Αλλά κανένας άνθρωπος τριγύρω. Όχι ακόμα. Τα πρόσωπα στις εικόνες και στις αγιογραφίες δε φαίνονταν να έχουν αλλάξει, ούτε στο πώς στέκονταν οι μορφές, ούτε στο βλέμμα ή στην έκφραση του προσώπου. Όλα ήταν ίδια και απαράλλαχτα. Όμως, η Στεφανία ένιωθε περίεργα –με την κακή έννοια. Σαν να περίμενε ότι κάποια τέρατα θα ορμούσαν από κάθε πόρτα και παράθυρο.

  Αλλά, σκέφτηκε, αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί. Κανένας υπήκοος του Διαβόλου δεν θα γινόταν δεκτός στο σπίτι του Θεού. Θα καιγόταν πριν καν πατήσει το πόδι του στην είσοδοή πριν πετάξει πάνω από το πάτωμα. Εδώ μέσα μόνο ασφάλεια μπορούσες να έχεις και αγαλλίαση. Αλίμονο αν κι ο ναός ήταν ένα μέρος σαν όλα τα άλλα. Δεν θα υπήρχε καμιά σωτηρία τότε κι αυτή ήταν μια ακόμα σκέψη που τρομοκρατούσε την Στεφανία.

  Μα τι με έπιασε; αναρωτήθηκε. Γιατί κάνω σαν παιδί;

  Έκανε, όμως, σαν παιδί; Η αλήθεια ήταν πως αυτή την αλλόκοτη αίσθηση δεν την ένιωθε μόνο λόγω των πρόσφατων γεγονότων ή μόνο όταν ακόμα ήταν πολύ μικρή. Όχι, από τα δώδεκα της περίπου αυτή η αίσθηση είχε αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική σημασία. Ο τρόπος που κοιτούσε κάποια αγόρια. Το ότι την ενοχλούσαν διάφορες καταστάσεις ή συμπεριφορές που μέχρι τότε δεν την πολύ-ένοιαζαν. Ο πόνος. Το αίμα ανάμεσα στα πόδια της, που την πρώτη φορά την ανάγκασε να βάλει τα κλάματα και είχε κάνει το πρόσωπό της να ασπρίσει σαν πανί. Ευτυχώς που εκείνη την ημέρα ήταν και η Κορνέλια στο σπίτι και τη βοήθησε και την παρηγόρησε και της εξήγησε τι συνέβαινε. Ωστόσο, η Στεφανία δεν είχε νιώσει πολύ άνετα έτσι μισόγυμνη που ήταν με την μητέρα της παρούσα –πάλι καλά που οι άντρες δεν ήταν εκεί και, απ’ όσο ήξερε, δεν το έμαθαν στο εγγύς μέλλον, με εξαίρεση τον πατέρα της που το πληροφορήθηκε πολύ καιρό μετά. Της άρεσε που μέχρι εκείνη τη χρονιά είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία της με την τουαλέτα και την περιποίησή της. Η περίοδος είχε έρθει ξαφνικά και παραλίγο να ανατρέψει τα πράγματα, αλλά, προς ανακούφιση της κοπέλας, δεν συνέβη κάτι τέτοιο, η μητέρα της απλά την ρωτούσε για τους επόμενους μήνες πώς τα πήγαινε ως προς αυτό, μέχρι που σταμάτησε, θεωρώντας πως η Στεφανία ήταν αρκετά μεγάλη για να μιλήσει όταν θα το έκρινε αναγκαίο.

  Κι η Κορνέλια είχε δίκιο, αλλά μόνο εν μέρει. Δηλαδή, όντως, η κόρη της ανέφερε οτιδήποτε την ανησυχούσε, όμως όχι τα πάντα. Κάποιες από τις αλλαγές που υφίσταντο το σώμα και το μυαλό της δεν ένιωθε καλά να τις πει. Πώς να της πει για την ενόχληση στο στομάχι της, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη που είχε νιώσει; Ή, καθώς πέρασαν δύο χρόνια, πώς να μιλήσει με μια κάποια άνεση για εκείνο το κάψιμο;…

  «Μα τι σκέφτεσαι τέτοια ώρα;» μονολόγησε και σκούπισε το μέτωπό της με το μανίκι του φορέματός της, καθώς αντιλήφθηκε ότι είχε ιδρώσει. Κοίταξε γύρω της. Ακόμα μόνη –αλλά όχι εντελώς, κυρία μου, μη ξεχνάς πού βρίσκεσαι. «Αμαρτία, Θεέ μου» ψέλλισε. «Συγχώρα με». Σαν η συνείδησή της να ήθελε να επιβεβαιώσει το λάθος της, της ήρθαν αναμνήσεις από μια εξομολόγηση που είχε κάνει με τον πατέρα Στεφάν, ο οποίος είχε ενημερωθεί από πιο πριν, από την Κορνέλια. Η Στεφανία του είχε πει για τις σκέψεις της για τα αγόρια και για το πώς αντιδρούσε το σώμα της ώρες-ώρες –χωρίς, όμως, να γίνει πολύ περιγραφική. Ο παπάς, έχοντας μιλήσει με δεκάδες νεαρές κοπέλες του χωριού, την είχε αφήσει να μιλήσει για ώρα, χωρίς να τη διακόψει. Έπειτα, της είχε δώσει τις συμβουλές του, που βασικά περιελάμβαναν προσευχή και εγκράτεια. «Οι αμαρτίες της σάρκας είναι πολύ ισχυρές, γι’ αυτό και ο Θεός έχει επιτρέψει να τις βιώνουμε σε συγκεκριμένες συνθήκες. Δηλαδή, όταν παντρευόμαστε. Και τότε, όμως, μέχρι ενός σημείου, μόνο για τεκνοποίηση. Όχι για καλοπέραση. Θα το δεις και όταν θα παντρευτείς, Στεφανία».

  Αλλά, όπως συνέβαινε και με την εξήγηση του Στεφάν σχετικά με την απορία της για το ότι ο Θεός δεν ανταποκρινόταν άμεσα στους ανθρώπους, η Στεφανία δεν είχε πειστεί εντελώς. Απλά άφησε το θέμα στην άκρη, καταχωνιάζοντάς το σε μια απόμερη γωνιά του μυαλού της –και προσπαθώντας να μην ενδώσει στις ορέξεις του κορμιού της. Το πρόβλημά της με τις συγκεκριμένες παραινέσεις του ιερέα, πέραν από την (παιδική αφέλεια) αδυναμία της να τις ενστερνιστεί, ήταν το ότι δεν θεωρούσε πιθανό πως θα παντρευόταν. Η μαμά της έλεγε ότι δεν πρέπει να τρώει πολύ. «Για να μη γίνεις σαν εμένα, καλή μου. Χοντρή και άσχημη. Δεν είναι πολλοί οι νεαροί που θέλουν για συζύγους τους χοντρές γυναίκες. Ο πατέρας σου είναι από τους λίγους». Αλλά η μαμά δεν ήταν άσχημη. Κι ο Σάντου είχε την ίδια άποψη. Άρα; Μήπως η μαμά δεν είχε δίκιο; Κι απ’ την άλλη, αν το πάχος δεν την ασχήμαινε, γιατί τα αγόρια του χωριού δεν της έδιναν τη σημασία που ήθελε;

  Η Στεφανία δεν ήξερε. Αυτό που ήξερε είναι πως έπρεπε να κάνει κάτι για το φαγητό. Γιατί δεν της άρεσε που φούσκωναν τα μάγουλά της και η κοιλιά της και τα πόδια της.

  Στην πόρτα του ναού, φάνηκαν ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα. Αν υπολόγιζε σωστά, χρειάζονταν ακόμα δέκα λεπτά για τις έντεκα. Τους είδε που προσκύνησαν, άναψαν το κερί τους, με τον ιερέα να πηγαίνει κατευθείαν στο ιερό, αφήνοντας τη σύζυγό του να έχει καθίσει με κόπο στη μεριά των γυναικών.

  Αποφάσισε να πάει να καθίσει δίπλα στην Ντανιέλα.

  Ο Στεφάν ξεκίνησε τις ετοιμασίες για την παράκληση του αγίου Φανουρίου. Άναψε τα κεριά στην Αγία Τράπεζα και το κάρβουνο στο θυμιατό. Το είχε συζητήσει με την Ντανιέλα και είχαν αποφασίσει πως θα ήταν καλύτερο να γίνει έτσι κι όχι απλώς μια προσευχή.

  Παραμέρισε την κουρτίνα της Ωραίας Πύλης τη στιγμή που οι πρώτοι πιστοί άρχισαν να έρχονται. Οι Σιμεονέσκου, οι Μιχάι, οι Βάντου. Η κυρία Κοβάτσι μετά του συζύγου, των παιδιών της και των οικογενειών τους. Η Κωνστάνσα Μαρτινέσκου, που για λίγο θα άφηνε το καφενείο στον άντρα της, μαζί με τον γιο της, τον Άντον. Οι ηλικιωμένοι Ιλιέσκου και Στεφόνιου, φίλοι αχώριστοι από παλιά. Συνέρρεαν στον ναό, ακολουθώντας την γνωστή διαδικασία, αν και αυτή τη φορά, καθώς άναβαν το κερί τους, ψιθύριζαν μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω από το συνηθισμένο, ενώ προσκυνούσαν τις εικόνες ακουμπώντας το κεφάλι τους σε αυτές, σαν να ήταν διψασμένοι που έσκυβαν στη βρύση για να πιουν νερό. Έπειτα, πλησίαζαν τον πατέρα Στεφάν, υποκλίνονταν, κάποιοι ζητούσαν να του φιλήσουν το χέρι και μετά κάθονταν είτε στη μία πλευρά της εκκλησίας, είτε στην άλλη. Δεν συζητούσαν μεταξύ τους, πέραν από ένα νεύμα κι ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

  Ο πενηνταπεντάρης Ντομίνικ Παβλένκο, που ήταν ο τωρινός επίτροπος και ψάλτης της εκκλησίας, έβγαλε το καπέλο του πριν μπει στον ναό και σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του, ακολουθώντας τους υπόλοιπους που προηγούνταν. Σε αντίθεση με τους άλλους, δεν πήγε να καθίσει, αλλά ρώτησε τον πατέρα Στεφάν αν ήταν ώρα να χτυπήσει την καμπάνα.

  Τότε ακούστηκε όντως η καμπάνα, τρομάζοντας τους δύο άντρες, αναγγέλλοντας ότι η ώρα είχε πάει έντεκα.

  «Σε δέκα λεπτά» απάντησε ο Στεφάν. Είχε δει πως η ουρά που σχηματίστηκε από τους πιστούς έφτανε στο τέλος της. Πρόωρα. Κάτι που σήμαινε πως δεν είχαν έρθει όλοι. Όλοι όσοι έχουν απομείνει, δηλαδή, σκέφτηκε με πικρία. Και δεν είχε στο μυαλό του τόσο τους Τσομπάνου, που (ήλπιζε) περίμενε πως θα έρχονταν αργότερα, όχι. Δεν έβλεπε τα νεαρότερα μέλη των Φερέσκου και Πιτσούρκα, τους Καρατζιάλε, τους Ραντακάνου ή τους Φιλιπέσκου, παρά μόνο τους ηλικιωμένους. Ήταν αρκετοί αυτοί που δεν περίμεναν τη σειρά τους. Για τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, το καταλάβαινε, αλλά οι οικογένειές τους; Οι σύζυγοι, τα παιδιά; Οι γέροντες; Αυτοί θα έπρεπε να έρθουν πρώτοι, να παρακαλέσουν τον Θεό, να λυπηθεί την ψυχή των αντρών που είχαν χαθεί.

  Οι άλλοι; Πού ήταν; Γιατί έλειπαν;

  Γιατί είναι στους Τσομπάνου. Έχουν ταχθεί με τον Ντράχοσλαβ. Θέλουν την εύνοιά του. Νομίζουν πως αυτός μόνος του θα τους προσφέρει όσα εκείνοι προσδοκούν για την παρούσα κατάσταση. Αλλά θα έρθουν. Όταν αν έρθει και ο Ντράχοσλαβ.

  Ο Στεφάν κοίταξε τον Ντομίνικ, που περίμενε. «Μου είπες κάτι άλλο;» τον ρώτησε.

  «Όχι, πάτερ. Απλά σκεφτόμουν». Χαμογέλασε, αλλά χωρίς κανένα ίχνος χαράς. Ήταν σαν να έπρεπε να το κάνει, παρά το ότι δεν το ένιωθε.

  «Θα βρούμε μια λύση, Ντομίνικ. Έχω πει στους Τσομπάνου να έρθουν, για να μιλήσουμε. Αλλά όχι όπως την τελευταία φορά. Γιατί τώρα δεν υπάρχει χρόνος για τσακωμούς και αλληλοκατηγορίες. Δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια».

  «Πάτερ, τον ξέρετε τον Ντράχοσλαβ. Και τον Βέλκαν, εδώ που τα λέμε. Τους είδατε πώς αντέδρασαν προχτές. Νομίζουν πως είναι οι κυρίαρχοι της Τρανσυλβανίας και μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με τα όπλα τους». Ο Ντομίνικ έτριψε το μουστάκι του, όπως συνήθιζε όταν αγχωνόταν ή όταν εκνευριζόταν.

  «Μετά από τα τελευταία συμβάντα, ίσως αλλάξουν ρότα».

  Ο Ντομίνικ ανασήκωσε τους ώμους του και απομακρύνθηκε. Πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο και πλησίασε το παγκάρι, όπου το γέμισε με κεριά.

  Ο πατήρ Στεφάν περίμενε δύο λεπτά ακόμα, χωρίς να φύγει από την Ωραία Πύλη. Έπειτα, μη βλέποντας άλλους να έρχονται και αντιλαμβανόμενος την ανησυχία του κόσμου, είπε «Αγαπητοί μου. Αγαπητές μου. Ήρθαμε σήμερα εδώ, για να προσευχηθούμε και να παρακαλέσουμε τον Ύψιστο και τους αγίους μας να μας δώσουν τη φώτιση και τη δύναμη να νικήσουμε το Κακό. Θα τελέσουμε την παράκληση του αγίου Φανουρίου, για να μας φανερώσει όσα επιθυμούμε».

  Τον κοιτούσαν. Κατένευαν, έκαναν το σταυρό τους. Υποκλίνονταν. Περίμεναν. Όσοι είχαν μικρά παιδιά, τα κρατούσαν κοντά τους και τους ψιθύριζαν τι να κάνουν –κυρίως, ησυχία. Δεν είχαν πάει στου Ντράχοσλαβ. Δεν πίστευαν πως η λύση θα δινόταν με τα όπλα και σίγουρα όχι από τους ίδιους.

  Αυτοί ήταν με το μέρος του.

  Όχι, μάλωσε τον εαυτό του. Όχι, όχι με το δικό μου μέρος. Δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι. Τώρα δεν έχει «δικοί μου» και «δικοί του». Πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, ενωμένοι. Ενωμένοι υπό τον Θεό.

  Έκανε το σταυρό του και ένευσε στον Ντομίνικ.

  Ήταν ώρα να αρχίσουν.

  Η καμπάνα σήμανε ξανά, λιγότερες φορές από πριν, διατυμπανίζοντας την έναρξη της παράκλησης. Οι παρευρισκόμενοι σηκώθηκαν όρθιοι και ο πατήρ Στεφάν διάβασε τις πρώτες ψαλμωδίες, συνοδεία του Ντομίνικ.

Περίπου μισή ώρα αργότερα, καθώς έβγαινε να πει το Ευαγγέλιο, ο πατήρ Στεφάν είδε τους Τσομπάνου, όλους τους, και όσους είχαν ταχθεί με το μέρος τους να μπαίνουν στον ναό, πίσω από τον Λούκα Βλαντιμιρέσκου.

  Αντάλλαξε μια ματιά με τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν και κατάλαβε πως ο Θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του.

Δώδεκα και δέκα ολοκληρώθηκε η παράκληση.

  Μετά το τέλος, ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί. Μερικοί έμειναν λίγο και συνομίλησαν μεταξύ τους. Ο Μιρόν Μπρεμπάν, ένας γεροδεμένος τριαντάρης, με κοντό μαύρο μαλλί, και μαχαίρι στη ζώνη του, πλησίασε τον κοντύτερό του κατά ένα κεφάλι, πατέρα Στεφάν. Ήταν αγχωμένος, ίδρωνε και κινούνταν νευρικά, σαν να είχε επείγουσα δουλειά και καθυστερούσε. Αφού ζήτησε την ευχή του παπά, τον ρώτησε «Πάτερ, λέτε, να φύγουν; Τα… τα τέρατα; Πιστεύετε ότι δεν θα ξανάρθουν;»

  Ο Στεφάν τον ήξερε, φυσικά. Ερχόταν για εξομολόγηση και σε κάθε Μυστήριο που έκαναν στον ναό. Είδε πως είχε φέρει μαζί του τους γονείς του, τον Ράζβαν και την Ρίλια, με τους οποίους έμενε στο ίδιο σπίτι. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, άκρη-άκρη, κρατώντας τις μαγκούρες τους και χαιρετώντας τους συγχωριανούς τους. Τον είχαν αποκτήσει σε μεγάλη ηλικία, κοντά στα πενήντα τους. Αλλά, έστω και αργά, είχαν κάνει ένα παιδί, σκέφτηκε ο Στεφάν με ζήλια.

  Γύρισε προς τον Μιρόν. Ήξερε ότι ο μικρός δεν έκανε ρούπι χωρίς να τους ρωτήσει. Έτρεμε μην του πάθουν το οτιδήποτε. Τους φρόντιζε με τη μέγιστη δυνατή αγάπη, αλλά έχοντας αφήσει παράμερα, σαν χαλασμένο κάρο, τον εαυτό του και τις όποιες επιδιώξεις μπορεί να είχε ως νέος άντρας. Κυνηγούσε ο ίδιος και έκανε όλες τις αγροτικές δουλειές της οικογένειας, αλλά και του σπιτιού. «Όχι, Μιρόν. Δεν το νομίζω. Αλλά το εύχομαι».

  «Α, ναι. Σωστά». Ο Μιρόν έξυσε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του, χωρίς να δίνει μεγάλη σημασία σε κάποιον άλλο, πέραν από τους γονείς του. Μετά, κοίταξε προς το ιερό, σαν να περίμενε να βγει ο ίδιος ο Χριστός και να χαιρετήσει τους πιστούς Του. «Ναι, βέβαια, κι εγώ το εύχομαι, πάτερ» είπε. Ο Μιρόν δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες επαφές με τους υπόλοιπους κατοίκους του Μπραν. Ακόμα και στις μεγάλες γιορτές και στις παραστάσεις που έδιναν κατά καιρούς περιφερόμενοι Ρομά, ο Μιρόν περνούσε απαρατήρητος. Υπήρχε, αλλά και δεν υπήρχε. Σαν να μην ταίριαζε με τους υπόλοιπους.

  Ο παπάς σήκωσε τα χέρια του και έπιασε τον νεαρό από τους ώμους, μια κίνηση που τον έκανε να μορφάσει λίγο από την προσπάθεια –λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι είχε σταθεί και μια ώρα όρθιος και πηγαινοερχόταν. «Άκουσέ με, Μιρόν. Θα κάνουμε την προσευχή μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Μόνο, μη χάσουμε την πίστη μας». Αυτό το τελευταίο δεν το έλεγε μόνο για τον νεαρό, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε και ο ίδιος να το ακούσει από το δικό του το στόμα.

  Ο Μιρόν ένευσε. Όπως έκανε και στις εξομολογήσεις, όταν του έδινε ο Στεφάν κάποια συμβουλή. Συνήθως, τις ακολουθούσε, αλλά με τον Μιρόν δεν μπορούσες να είσαι πάντα βέβαιος. Εκτός αν ήσουν ο Ράζβαν ή η Ρίλια. Αυτοί είχαν την μεγαλύτερη επίδραση στον Μιρόν. Ο Στεφάν, καμιά φορά, σκεφτόταν ότι άνθρωποι σαν τον εν λόγω νεαρό θα μπορούσαν να κάνουν πολλά περισσότερα, απ’ όσα έκαναν στην ζωή τους. Να σπουδάσουν και να φανούν χρήσιμα μέλη στην κοινωνία, ξεκινώντας από τους ίδιους, συνεχίζοντας με το να βρουν έναν αντίστοιχα καλοπροαίρετο άνθρωπο για να δημιουργήσουν μια οικογένεια και έπειτα με το να εργαστούν. Αλλά κάτι τους κρατούσε πίσω. Οι γονείς τους ή γενικότερα προσφιλή τους πρόσωπα; Ίσως. Ή μπορεί να ήταν κάποιος άλλος λόγος. Κάποιος φόβος, μια περίπλοκη ανησυχία… Όμως, ό,τι κι αν ίσχυε, ήταν κρίμα να μένουν στάσιμοι (και) αυτοί οι άνθρωποι.

  Ο Στεφάν είδε τους άρρενες Τσομπάνου να περιμένουν στην μπροστινή σειρά. Μόνοι, χωρίς τους σωματοφύλακές τους. Στην άλλη πλευρά, η Ιούλια, η Εμιλιάνα και οι μικρές συζητούσαν αναμεταξύ τους, με την Λία και την Αντελίνα να πειράζουν η μία την άλλη και να φωνάζουν, και την μάνα τους να γυρίζει και να τους ζητάει να κάνουν ησυχία.

  «Ντράχοσλαβ, Βέλκαν» τους είπε ο Στεφάν, «έρχομαι να τα πούμε».

  Του ένευσαν.

  Όπως το περίμενε ο παπάς, όσοι δεν είχαν ξεπορτίσει ακόμα, γύρισαν με ενδιαφέρον προς αυτόν και τους Τσομπάνου. Και μετά έφυγαν. Και σίγουρα θα το συζητούσαν με τους συγχωριανούς τους.

  Τα πράγματα έμπαιναν στην θέση τους και ο παπάς χαιρόταν λιγάκι.

  Εκείνος είπε στον νεαρό «Μιρόν, θα τα πούμε και άλλη στιγμή, εντάξει; Έχε πίστη και ο Θεός θα μας έχει καλά».

  Ο Μιρόν ανασήκωσε τους ώμους του και απομακρύνθηκε. Έφυγε μαζί με τους γονείς του. Χωρίς να φιλήσει το χέρι του ιερέα.

  Πρώτη φορά στα χρονικά.

  Πρώτη και τελευταία.

  Ο Στεφάν πλησίασε πρώτα την Ντανιέλα, την Στεφανία και τον Λούκα και τους είπε να προσεγγίσουν πρώτα αυτοί τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν και να καθίσουν κοντά τους. Μετά, πήγε στις Τσομπάνου, οι οποίες τον ενημέρωσαν για τον θάνατο του πατέρα της Εμιλιάνα και την κακή κατάσταση της μητέρας της.

  «Λυπάμαι πολύ» είπε. «Ο Θεός να τον αναπαύει και να δίνει δύναμη στην μητέρα σου και σε εσάς, Εμιλιάνα».

  «Ευχαριστώ, πάτερ».

  Τότε ήταν που η Λία πετάχτηκε, λέγοντας «Εγώ, παππούλη, είδα την Μαγκνταλένα. Ήρθε στο μπαλκόνι και ήθελε να μπει στο σπίτι μας, αλλά δεν την άφησα».

  «Λία, όχι τώρα» είπε η Ιούλια με αυστηρότητα.

  Ο Στεφάν κοίταξε την μικρή, παραξενεμένος. «Τη Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου;»

  «Ναι, ναι, αυτή. Πω, πω, πόσο με τρόμαξε. Και τις δύο μας τρόμαξε, και εμένα και την Αντελίνα».

  «Γιατί σας τρόμαξε;» ρώτησε ο Στεφάν, αν και κάτι μέσα του διαμαρτυρήθηκε έντονα. Ήθελε και δεν ήθελε να ξέρει τι είχε απογίνει η Μαγκνταλένα –και κατά συνέπεια, η Μαριάννα, οι Μολντοβάνου και οι Βαντίμ και Ιονάταν.

  Πριν προλάβει να απαντήσει η Λία, ακούστηκε ο Βέλκαν. «Εμιλιάνα, Ιούλια, πηγαίνετε σπίτι με τις μικρές. Τώρα».

  Οι γυναίκες υπάκουσαν. Πήραν την ευχή του Στεφάν και αποχώρισαν, αφήνοντάς τον να συλλογίζεται. Να προσπαθεί να ανακαλύψει τι ήταν αυτό που του διέφευγε και που τον άγχωνε τόσο πολύ σήμερα. Αυτό που είχε πει η Λία έκανε πιο έντονη την αίσθηση, αλλά ακόμα ήταν θολή, σαν κάτοπτρο που δεν έχει καθαριστεί επιμελώς.

  «Πάτερ; Θα έρθετε;»

  Ο Στεφάν πήγε και κάθισε ανάμεσα στον Λούκα και την Ντανιέλα και απέναντι στους Τσομπάνου. Ήταν μόνοι τους τώρα. Η πόρτα θα παρέμενε ανοιχτή, αφού δεν είχαν κάτι να κρύψουν. Συν ότι ο ιερέας επιδίωκε να ακούσουν και άλλοι τα όσα θα λέγονταν.

  Υπήρχε αμηχανία, η ατμόσφαιρα τεταμένη, λες και ήταν θεατές στην άδικη εκτέλεση κάποιου κατηγορουμένου. Κανείς δεν ξεκινούσε τη συζήτηση. Ο Ντράχοσλαβ κοιτούσε τη μαγκούρα του, ενώ ο Βέλκαν είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Η Ντανιέλα και η Στεφανία έμοιαζαν σαν να σκέφτονταν τι δουλειές είχαν αφήσει στο σπίτι. Ο Λούκα είχε τους ώμους γερτούς, αλλά τα μπράτσα σφιγμένα, σαν να ετοιμαζόταν για σοβαρή αντιπαράθεση. Κι ο Στεφάν δυσκολευόταν να πει μια από τις, ομολογουμένως, πιο ζόρικες λέξεις που μπορούσαν να ειπωθούν. Συγνώμη. Το έλεγε μέσα του, αλλά όχι φωναχτά. Πίστευε ότι όταν θα ερχόταν αυτή η στιγμή θα το ξεστόμιζε με περίσσια ευκολία, γιατί έπρεπε να το πει, όμως, όπως συμβαίνει συχνά, τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ακριβώς τα σχεδίαζε.

  Κάποιο εμπόδιο του Διαβόλου; αναρωτήθηκε. Αυτές τις μέρες, ο Σατανάς φαινόταν σαν να ήταν ένα άπιαστο θεριό με φτερά και πετούσε στο Μπραν, στους δρόμους του και μέσα στα σπίτια του, δίχως να βρίσκει αντίσταση. Λες και οι κάτοικοι, αντί να τον ξορκίζουν, τον καλούσαν να τους επισκεφτεί. Όχι άμεσα, αλλά με την αδύναμη ψυχή τους, που έχανε την πίστη της, μοιάζοντας με οίκημα που έχανε τη σκεπή του, ένα τούβλο κάθε νύχτα.

  Αλλά εδώ δεν έχει καμιά δουλειά, παπά. Όχι στον οίκο του Θεού. Στο σπίτι σου, μπορεί να εισβάλλει, και μάλλον ήδη το έχει κάνει, όμως εδώ είναι αδύνατο. Κακώς το σκέφτηκες.

  Δεν υπάρχει κανένας δαίμονας στον ναό.

  Κανένας δαίμονας.

  ΚΑΝΕΝΑΣ. ΔΑΙΜΟΝΑΣ.

  Ο Ντράχοσλαβ ξερόβηξε και ο Στεφάν βρήκε επιτέλους τη φωνή του.

  «Νομίζω πως μπορούμε να ξεκινήσουμε» είπε.

  «Ναι».

  «Πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, θέλω να ζητήσω συγνώμη, Ντράχοσλαβ. Κι από σένα, Βέλκαν. Έκανα λάθος. Δεν έπρεπε να είχα φερθεί…» Έκανε μια αόριστη κίνηση με το χέρι του. «Σαν να μάλωνα κάνα παιδί».

  Να τη πάλι! Αυτή η σκέψη που ερχόταν και έφευγε, πριν προλάβει να τη δει καθαρά, ξεπρόβαλλε από τη γωνιά της και κρύφτηκε ξανά.

  Ο Βέλκαν με τον πατέρα του απολογήθηκαν κι αυτοί, αναφέροντας πως είχαν φερθεί υπερβολικά απαξιωτικοί προς τον πατέρα Στεφάν. «Όλοι κάναμε λάθη» τόνισε ο Βέλκαν. «Εμείς ειδικά… Νομίσαμε πως θα είχαμε το πάνω χέρι με τα όπλα και τους Ούγγρους, αλλά δεν το σκεφτήκαμε πολύ καλά».

  Ο Ντράχοσλαβ δεν μίλησε.

  «Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα».

  «Χάσαμε δύο συγχωριανούς μας» συνέχισε ο Βέλκαν «χάσαμε τα σκυλιά μας, παραλίγο να χάσουμε την Λία και την Αντελίνα… Αν συνέβαινε και αυτό, πάτερ, πραγματικά δεν θα το άντεχα».

  «Τι έγινε με τις μικρές; Κάτι είπε η Λία για την Μαγκνταλένα».

  Ο Βέλκαν του είπε για εκείνο το βράδυ.

  «Χριστέ μου!» αναφώνησαν η Στεφανία και η Ντανιέλα, ενώ ο Λούκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

  «Ώστε ισχύει, λοιπόν» ψιθύρισε ο Στεφάν. «Υπάρχουν βρικόλακες».

  «Ναι. Τους είδαν και δύο Ούγγροι. Όταν περιπολούσαν με τον Ιονάταν και τον Βαντίμ. Είδαν μία γυναίκα και έναν άντρα. Πυροβόλησαν την γυναίκα με δύο Μάνλιντσερ, σχεδόν εξ επαφής. Μιλάμε για πολύ κοντινή απόσταση. Ένας άνθρωπος θα είχε πεθάνει και με μία μόνο βολή. Όμως, εκείνη… Εκείνη την τραυμάτισαν, μάτωσε, αλλά μετά δε βρήκαν το πτώμα της, ενώ ο άλλος μπόρεσε να τους αφοπλίσει πανεύκολα. Ήταν σαν να είναι ένα με τη νύχτα αυτοί οι δύο. Από το πουθενά εμφανίστηκαν και έπειτα, όταν τέλειωσαν για εκείνη τη βραδιά, χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Αλλά πρώτα απείλησαν τους Ούγγρους. Βασικά, τους άφησαν ένα μήνυμα για όλους μας».

  Ο Στεφάν τον κοίταξε. Μετά, κοίταξε και τους άλλους γύρω του. Κανείς τους δεν θα ρωτούσε. Ούτε ο ίδιος θα το έκανε, αλλά έπρεπε να μάθουν. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι καταλάβαινε, δεν θα γλίτωναν τα χειρότερα. Ένιωθε ότι η κατάσταση κορυφωνόταν. Τα τέρατα είχαν ξεκινήσει με σπίτια όπου δεν μπορούσαν να βρουν ουσιαστικά καμιά αντίσταση. Συνέχισαν –όχι, σκέφτηκε, η Μαγκνταλένα συνέχισε– με τα σκυλιά και τον εκφοβισμό δύο ανήλικων κοριτσιών, και πιθανώς μια ακόμα εισβολή –που ευτυχώς είχε αποτραπεί. Και χθες… Χθες αναμετρήθηκαν με μια ομάδα περιπολίας. Και νίκησαν.

  Είχαν αποθρασυνθεί. Ερχόντουσαν και έφευγαν, κάνοντας ό,τι ήθελαν. Επιτίθονταν σε λίγους, αλλά ποιος θα έπαιρνε όρκο ότι δεν θα το πήγαιναν ένα βήμα παρακάτω; Ή πολλά βήματα, αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα –πχ στις τρεις νύχτες; Μπορεί τις πρώτες φορές απλά να έπαιζαν με τους ανθρώπους. Να έπαιρναν την τροφή τους, όμως δίχως να εξαντλήσουν τα αποθέματα.

  Πάτερ, λέτε, να φύγουν; Τα… τα τέρατα; Πιστεύετε ότι δεν θα ξανάρθουν; τον είχε ρωτήσει ο Μιρόν. Ο Στεφάν είχε απαντήσει όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε, χωρίς να πει ψέματα. Αλλά μέσα του ήταν σίγουρος. Οι επισκέψεις δεν θα σταματούσαν. Δεν θα σταματούσαν μέχρι να μη μείνει ούτε ένας ζωντανός άνθρωπος.

  Ρώτησε «Τι μήνυμα άφησαν, Βέλκαν;»

  «Είπαν “Σταματήστε τις απερίσκεπτες πράξεις σας. Δεχτείτε τη μοίρα σας, σαν γνήσια θηράματα. Αλλιώς θα υποφέρετε στην ανυπαρξία. Πείτε το σε όλους. Η εντολή της Κόμισσας θα πραγματοποιηθεί, ό,τι κι αν κάνετε. Ο χρόνος για το Μπραν μετράει αντίστροφα. Όσοι βρεθείτε στο δρόμο μας, θα πεθάνετε με τους πιο φριχτούς τρόπους. Γι’ αυτό παραδοθείτε, και θα ζήσετε αιώνια.”».

  Ο Λούκα, η Στεφανία και η Ντανιέλα σταυροκοπήθηκαν. Το ίδιο έκανε και ο Στεφάν. Κοίταξαν γύρω τους, τις εικόνες, αναζητώντας για άλλη μια φορά τη βοήθεια του Θεού και των αγίων.

  Ο Βέλκαν έτριψε το κεφάλι του, νιώθοντας πως είναι έτοιμο να σπάσει σαν βάζο που το πετάς στο πάτωμα. Σκεφτόταν τις μικρές του. Σκεφτόταν την γυναίκα και την μάνα και τον πατέρα του. Σκεφτόταν όσα έχασαν και όσα θα μπορούσαν να χάσουν, αν έμεναν. «Δεν έχουμε ελπίδες απέναντί τους, πάτερ» είπε. «Αφού δεν τα κατάφεραν οι Ούγγροι…»

  «Αυτοί είναι άχρηστοι» πετάχτηκε ο Ντράχοσλαβ. Σχεδόν έφτυνε τις λέξεις. «Μας παράτησαν και έφυγαν, λες και δεν τους πληρώναμε. Τους δίναμε περισσότερα κι από την καταραμένη τη χώρα τους. Κι αυτοί μας παράτησαν. Έκαναν την γκάφα τους, χάσαμε δύο σκυλιά και δύο ντόπιους, και εκείνοι το ’σκασαν με την ουρά στα σκέλια. Οι αχρείοι. Και να ’ταν μόνο αυτό; Όχι, έπρεπε να μας κλέψουν κιόλας. Μας πήραν μερικά όπλα και μια άμαξα. Ούτε ιερό ούτε όσιο έχουν. Που να… να…» Φάνηκε να αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε ναό και συμμαζεύτηκε. Όσο λίγη πίστη κι αν είχε, όφειλε να σεβαστεί το χώρο. «Δεν είναι εμπιστοσύνης αυτοί, παπά. Κι εσείς οι άλλοι, ακούστε με. Μακριά οι Ούγγροι, μακριά η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Δεν αξίζουν μία. Έτσι και γίνει πόλεμος με καμιά μεγάλη δύναμη, όπως η Αγγλία, θα χάσουν ακόμα και τους μάγειρες τους. Αν δεν μπορεί ένα όπλο σαν το Μάνλιντσερ να σκοτώσει τα φρικιά, κι αν οι Ούγγροι φοβούνται τόσο εύκολα, τότε δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτούς. Με τίποτα. Το λέω κυρίως σε εσένα, παπά, που σκεφτόσουν να…»

  «Τα έστειλα» τον διέκοψε ο Στεφάν. «Δύο γράμματα. Ένα στην πολιτοφυλακή και ένα στο στρατό του Μπρασώφ. Μήπως κάποιος φερθεί όπως αρμόζει σε μια επίσημη Αρχή. Έχω μια ελπίδα ότι θα ανταποκριθούν. Κάποιος, κάπου θα δώσει την πρέπουσα σημασία. Πρέπει να δώσει σημασία. Θα αναρωτηθεί γιατί ένα φιλήσυχο χωριό σαν το Μπραν, που δεν τους έχει ενοχλήσει ποτέ, να ζητήσει τώρα την συνδρομή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Μήπως όντως συμβαίνει κάτι; Αν μη τι άλλο, κάποιος θα είναι περίεργος να μάθει». Ο Στεφάν πρώτα κατέβασε το κεφάλι και μετά στράφηκε ξανά προς τον άλλο και τον κοίταξε κατάματα. «Δύο γράμματα, Ντράχοσλαβ. Δύο. Τα μεταφέρουν αυτή την ώρα ο Σάντου και η Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου».

  Ο Λούκα και η Στεφανία αλληλοκοιτάχτηκαν. Ένιωσαν και οι δύο το σκίρτημα του φόβου που είχαν αφήσει στην άκρη να επανέρχεται.

  Η Ντανιέλα, ο Βέλκαν και ο Στεφάν, περίμεναν μια συγκεκριμένη αντίδραση από τον Ντράχοσλαβ. Περίμεναν να εξοργιστεί. Περίμεναν να σηκωθεί και να κουνήσει τη μαγκούρα του σαν γεροξεκούτης παππούς που φωνάζει στα εγγόνια του. Περίμεναν να αρχίσει άλλος ένας γύρος άκαρπων τσακωμών.

  Αλλά ο Ντράχοσλαβ δεν το έκανε. Δεν έκανε τίποτα από αυτά. Απλά αναστέναξε, σαν παραιτημένος αντίπαλος. «Δεν θα βγει κάτι, παπά. Δεν θα μας σώσουν. Να μου το θυμηθείς. Ειδικά αν τους είπες ποιον υποψιάζεσαι».

  Ο Στεφάν του είπε τι είχε γράψει. Και συμπλήρωσε «Ίσως εκείνοι να βρουν την άκρη. Τον τρόπο για να εξοντώσουν τους βρικόλακες. Υπάρχει. Σίγουρα θα υπάρχει».

  Ο Ντράχοσλαβ δεν μίλησε. Ανασήκωσε τους ώμους του και βούλιαξε στην καρέκλα του.

  «Καλά όλα αυτά» είπε ο Βέλκαν «δηλαδή, ελπίζω να μας βγουν σε καλό, αλλά τι γίνεται από δω και πέρα;» Υπάρχει κάτι να γίνει; Είχε σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλει. Και να φοβάται. Και να δεχτεί την συμβουλή του Ούγγρου περί φυγής ως τη μοναδική αξιόλογη λύση.

  «Αυτό ήθελα να συζητήσουμε όταν σας κάλεσα εδώ. Τι θα κάνουμε εμείς, σαν Μπραν. Οι Ούγγροι μπορεί να έρθουν, αλλά μπορεί και όχι. Αυτό μένει εντελώς μετέωρο για την ώρα. Οπότε πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε εμείς εδώ».

  «Δεν ξέρω, παπά. Δεν έχουμε πλέον κανέναν ανάμεσά μας που να είναι ικανός να τα βάλει με τα φρικιά. Έχουμε τα όπλα, ακόμα αρκούν για κάθε άντρα που δεν έχει ένα, όμως δε διαθέτουμε την εμπειρία και τις γνώσεις για να πολεμήσουμε».

  Μόνο, μη χάσουμε την πίστη μας. Έτσι είχε πει στον Μιρόν. Στον Μιρόν και στον εαυτό του. Ο ίδιος έπλεε προς το κέντρο μιας λίμνης, έχοντας φύγει από τη μία πλευρά που ήταν ο Θεός και πηγαίνοντας στην άλλη, στο… Τίποτα; Μάλλον. Δεν ήταν σίγουρος τι ήταν στην άλλη όχθη. Από παλιά, ανά διαστήματα χωρίς κάποια συχνότητα, έσπρωχνε τη βάρκα του σε αυτό το νοητό νερό, σκεπτόμενος να αφήσει την ακτή που ήξερε, γιατί ήταν απογοητευμένος και στενοχωρημένος και θυμωμένος με τον Θεό που δεν τον είχε αξιώσει να δει ένα δικό του παιδί. Δεν θα έπαιρνε τίποτα άλλο μαζί του, παρά μόνο τον εαυτό του. Ούτε τη Ντανιέλα. Θα ήταν ένα μοναχικό ταξίδι. Τον τρόμαζε η σκέψη να φύγει. Πώς θα ζούσε χωρίς τον Θεό και την Ντανιέλα; Τι θα έβρισκε εκεί, αν έβρισκε κάτι; Την ελευθερία; Την ελευθερία από τι; Από έναν Θεό που άφηνε τους ανθρώπους ελεύθερους να πράξουν κατά το δοκούν;

  Όμως, δεν το έπραττε. Έβγαζε και πάλι τη βάρκα από το νερό, την σκέπαζε με ένα πανί και την άφηνε στην αμμουδιά. Και γυρνούσε στο καλύβι που είχαν με την Ντανιέλα. Κάτι οι διδαχές, κάτι το καθήκον του, κάτι οι προσευχές του ιδίου και της γυναίκας του, συνέβαλαν στο να μην αποπλεύσει.

  Αλλά όχι και στο να το λησμονήσει. Το ανέβαλε και το ξαναθυμόταν μετά από καιρό. Και έπειτα, το ανέβαλε ξανά. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν κατά καιρούς. Ο πνευματικός του τον κατέκρινε φωνάζοντάς του, κάθε που ο Στεφάν του εκμυστηρευόταν την αμαρτία του. Δεν γινόταν ένας παπάς να έχει τόσο πολλές αμφιβολίες για την πίστη του. Ήταν αδιανόητο, μέγα σφάλμα.

  Κι ο Στεφάν το ήξερε. Γνώριζε πως ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Ζωής και θανάτου της ψυχής του. Αλλά πολλές μέρες, και ακόμα περισσότερες βραδιές, του ήταν ανυπόφορο να ξαπλώνει και να σκέφτεται ότι έχει μείνει άτεκνος, ενώ το σπίτι του ήταν γεμάτο εικόνες αγίων και του Τριαδικού Θεού και ο ίδιος κάθε μέρα υποστήριζε τον Θεό, φορώντας το ράσο και το πετραχήλι και τα άμφιά του, πίνοντας το αίμα του Κυρίου… και…

  Απλώς, του ήταν πολύ δύσκολο να το αποδεχθεί.

  Όμως, παρέμενε στην όχθη. Δεν έφευγε. Γιατί, εξαιρουμένων των δικών του προσδοκιών, οι συνάνθρωποι του ήταν καλά. Όσο καλύτερα μπορούσαν να είναι, δηλαδή. Και γνώριζε πως ο ίδιος τους βοηθούσε στο να είναι καλά. Όλους τους, μεγάλους και μικρούς.

  Αλλά πρόσφατα, αυτό είχε αρχίσει να ανατρέπεται σαν… Ναι, σαν βάρκα που τη σπρώχνει ένα θαλάσσιο τέρας. Οι δαίμονες είχαν ξυπνήσει από τον λήθαργό τους και το Μπραν είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο καπηλειό, όπου μπορούσαν να βρουν όποτε και ό,τι ήθελαν, για να χορτάσουν τις ορέξεις τους. Κι εκείνος, ο παπάς του χωριού, δεν είχε τη δύναμη να τους εκδιώξει. Να βοηθήσει τους άλλους χωριανούς και να αντισταθούν στους δαίμονες.

  Κανένας δαίμονας στον ναό, παπά. Αλλά το χωριό δεν ήταν ναός.

  Εκτός… εκτός αν κάνουμε το Μπραν το δικό μας ναό. Οπότε…

  Κανένας δαίμονας στο Μπραν, παπά. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Με οποιοδήποτε κόστος.

  ΚΑΝΕΝΑΣ. ΔΑΙΜΟΝΑΣ. ΣΤΟ. ΜΠΡΑΝ.

  ΜΕ. ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ. ΚΟΣΤΟΣ.

  «Κανένας δαίμονας στο Μπραν» είπε ο Στεφάν. Είδε που τον κοιτούσαν όλοι. «Καιρός να επανεξετάσουμε την κατάσταση. Αλλά θα έχουμε ένα πράγμα στο μυαλό μας. Θα κρατήσουμε τα τέρατα μακριά από το Μπραν. Θα τα πολεμήσουμε».

  «Με όλο το σεβασμό, παπά, με την προσευχή δεν θα καταφέρουμε το παραμικρό» είπε ο Βέλκαν. Με τίποτα δεν θα καταφέρουμε το παραμικρό, σκέφτηκε. Είναι μάταιο. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση πια. Πριν να χαθεί κάθε ευκαιρία. Μπας και σωθείτε, έτσι μας είπε ο Ούγγρος. Μήπως και οι μικρές έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό κάποια μέρα. Γιατί, αν μείνετε, η Λία και η Αντελίνα θα έχουν την μοίρα των άλλων που χάθηκαν.

  «Δεν νομίζω ότι μιλάει μόνο για προσευχή, γιε μου» είπε ο Ντράχοσλαβ.

  «Όπως είπα και στην αρχή» συνέχισε ο Στεφάν «έκανα κι εγώ λάθος. Και ίσως αυτό το λάθος να κόστισε τη ζωή του Ιονάταν και του Βαντίμ και των σκυλιών σας. Δεν θα το μάθουμε ποτέ, μάλλον. Αλλά μπορούμε να μάθουμε αν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε τα φρικιά. Εδώ, στο έδαφός μας. Με τα όπλα. Με κάθε όπλο που έχουμε».

  Η Ντανιέλα και η Στεφανία και ο Λούκα δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Δεν είχαν ακούσει ξανά τον Στεφάν να μιλάει έτσι. Ούτε ο ίδιος το πίστευε. Τις προάλλες, κόντεψε να πεθάνει από καρδιά με την ιδέα να συμβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη σταυροφορία των Τσομπάνου. Ενώ τώρα, άλλαζε εντελώς τη στάση του.

  «Ωραία τα λόγια σου, Στεφάν» είπε ο Ντράχοσλαβ «αλλά πας να κάνεις το ίδιο λάθος με εμάς. Βιάζεσαι. Θες να ξεμπερδεύεις. Το ίδιο θέλαμε και εμείς, όμως δεν τα καταφέραμε. Την πατήσαμε πολύ άσχημα».

  «Αλλά τότε δεν είχαμε κάνει μια παράκληση. Τα όπλα δεν είχαν τις ευλογίες του Θεού. Τώρα θα τα έχουμε. Και θα έχουμε και κάθε ετοιμοπόλεμο κάτοικο του Μπραν για υποστήριξη. Θα είναι μαζί μας, τώρα που θα μας δουν μονιασμένους. Θα χρησιμοποιήσουμε ό,τι διαθέτουμε, Ντράχοσλαβ. Κάθε μέσο. Κάθε όπλο. Κάτι θα έχει αποτέλεσμα. Οι βρικόλακες δεν είναι άτρωτοι. Δεν μπορεί να είναι άτρωτοι. Σωστά;»

  «Ναι» είπε ο Λούκα με ανεβασμένη διάθεση. «Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας έλεγαν ότι αυτά τα τέρατα πεθαίνουν. Ότι γίνεται να πεθάνουν, εννοώ, εντελώς, να μην ξανασηκωθούν από τους τάφους τους».

  Όλοι ένευσαν. Η Στεφανία φαντάστηκε τις μαυροντυμένες μορφές από τον εφιάλτη της και την μάγισσα-ηγέτη τους να πέφτουν στο χιονισμένο έδαφος και να μένουν εκεί, μέχρι να καούν από τις φλόγες που θα τους ρίξουν οι κάτοικοι του Μπραν. Φαντάστηκε την μητέρα και τον αδερφό της να ξαναβρίσκουν την ανθρώπινη φύση τους και να αγκαλιάζουν εκείνη και τον Λούκα.

  Της άρεσε σαν ιδέα.

  «Επίσης» είπε ο Στεφάν «δεν έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας. Πιστεύω ότι πρέπει να κινηθούμε άμεσα. Να προετοιμαστούμε, ει δυνατόν, από σήμερα κιόλας».

  «Γιατί, πάτερ;» ρώτησε ο Λούκα.

  «Έχω την αίσθηση ότι σύντομα θα κάνουν την τελειωτική τους επίθεση». Τους εξήγησε το σκεπτικό του, ότι κορυφώνουν τις κινήσεις τους βήμα προς βήμα.

  «Δεν έχεις και άδικο, πάτερ» είπε ο Βέλκαν, με σχεδόν τρεμάμενη φωνή.

  «Όμως είπε ο Ντράχοσλαβ «ακόμα κι αν βάλουμε τους νέους να πολεμήσουν, οι υπόλοιποι τι θα κάνουμε; Οι γέροι και τα μικρά παιδιά και οι γυναίκες; Κακά τα ψέματα, Στεφάν, δεν είμαστε όλοι ικανοί για τέτοια πράγματα».

  Επιτέλους! Να τι μου διέφευγε. Τα παιδιά. Κυρίως, τα παιδιά. Δεν πρέπει να μείνουν εδώ. Για κανένα λόγο. Δεν είναι ασφαλή. Πρέπει να τα διώξουμε. Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο. Ίσως και τους ηλικιωμένους, για να τα φροντίσουν, ενώ εμείς…

  Σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη του, ο Βέλκαν είπε «Μπορούμε να τους διώξουμε. Ή να φύγουμε από το Μπραν όλοι μας».

  Να το. Το είχε πει. Η συμβουλή του Ούγγρου είχε πέσει στο τραπέζι κι ο Βέλκαν δεν το μετάνιωνε.

  Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρόσθεσε «Είναι η καλύτερη λύση. Θα γλιτώσουμε. Ούτε μάχες, ούτε αγωνία για εμάς και τους δικούς μας. Φεύγουμε και αφήνουμε τους Ούγγρους του Μπρασώφ να κάνουν τη δουλειά τους». Αν την κάνουν, δηλαδή, συμπλήρωσε μέσα του.

  «Δεν νομίζω πως θα βοηθήσει, Βέλκαν» είπε ο Στεφάν. «Θα μας κυνηγήσουν όπου κι αν πάμε».

  «Πώς το ξέρεις αυτό, παπά;»

  «Η Κόμισσα» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Η Κόμισσα θέλει εκδίκηση». Όπως θέλω εγώ κι εσύ, Βέλκαν, να δούμε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να υποφέρει σαν ετοιμοθάνατο όρνιο. «Αυτό πιστεύαμε ανέκαθεν. Θέλει να μας εκδικηθεί για όσα της κάνανε οι πρόγονοι μας. Δεν θα ησυχάσει αν δεν μας εξαφανίσει».

  Τα παιδιά, παπά. Αυτά είναι η προτεραιότητά σας. Τα παιδιά και οι γέροι.

  Αλλά κι εγώ είμαι γέρος. Και ο Ντράχοσλαβ. Και δεν θέλουμε να φύγουμε.

  Ο Στεφάν είχε μια ιδέα για το τι μπορούσαν να κάνουν.

 

Μπρασώφ

Κοντά στις τέσσερις και μισή, πάνω από σχεδόν τρεις ώρες αφού ολοκληρώθηκε η συνάντηση στην εκκλησία του Μπραν, ο Σάντου και η Κορνέλια έφτασαν στο Πουάνα Μπρασώφ, έναν μικρό οικισμό χωμένο ανάμεσα σε δάση και πλαγιές γεμάτες χιόνι, που βρισκόταν κοντά στο Μπρασώφ. Στην κοινότητα υπήρχαν ήδη δύο ξενοδοχεία, ένα μικρότερο πανδοχείο-εστιατόριο και μερικά μαγαζιά, μιας και, απ’ όσο ήξεραν οι δύο Βλαντιμιρέσκου, εδώ έρχονταν τουρίστες από άλλες χώρες για να εξερευνήσουν ή να κάνουν κάποιο άθλημα στο χιόνι, «από αυτά που συνηθίζουν οι πλούσιοι», όπως έλεγε ο Λούκα καμιά φορά. Γενικά, έμοιαζε αρκετά με το Μπραν, αν και οι βουνοπλαγιές στο Πουάνα Μπρασώφ ήταν σαφώς πιο ελκυστικές, με διακλαδώσεις, χωρίς τα δέντρα να σχηματίζουν ένα πυκνό κουβάρι που θα εμπόδιζε κάθε δραστηριότητα. Οι ντόπιοι κάτοικοι, που είχαν μυριστεί χρήμα, είχαν φροντίσει όχι μόνο να δέχονται τους ξένους με ανοιχτές αγκάλες, αλλά και να τους παρέχουν ό,τι μπορεί να χρειάζονταν: από ενδύματα έως κυνηγετικά όπλα, αναμνηστικά μπιχλιμπίδια και ένα σωρό άλλα πράγματα. Η Gazeta Transilvaniei εξυμνούσε συχνά πυκνά το Πουάνα Μπρασώφ με άρθρα και, τα τελευταία πέντε χρόνια, με φωτογραφίες που αναδείκνυαν τον οικισμό μόνο του ή σε σχέση με την (ακόμα) αλώβητη από ανθρώπινη τεχνοτροπία φύση. Ή έδειχναν μόνο το δάσος και το χιόνι, υπό γωνίες (από ψηλά ή χαμηλά ή και από πλάγια) που άφηναν τον επίδοξο αναγνώστη να φαντάζεται τις δυνατότητες που παρείχε το μέρος. Η εφημερίδα διατυμπάνιζε με βαρύγδουπους τίτλους ότι πολλά από αυτά τα άρθρα δημοσιεύονταν και σε αντίστοιχα έντυπα του εξωτερικού, όπως στην La Croix της Γαλλίας, στους Times της Αγγλίας και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στους New York Times. Μάλιστα, κάποιος Άγγλος συγγραφέας ονόματι Τζον Μπάρλοου, γνωστός για την αγάπη του στο αλλόκοτο και τις σκοτεινές παραδόσεις των χωρών και τις υπερβολικές αναλύσεις σε θέματα που είχαν και δεν είχαν τόση πολλή σημασία για την εκάστοτε ιστορία του από αυτή που τους έδινε, είχε γράψει το 1887 μια ιστορία φρίκης που εκδόθηκε στο περιοδικό του, το Weird Literature, στον πρόλογο της οποίας ανέφερε ότι είχε επισκεφτεί ο ίδιος τον συγκεκριμένο τόπο και είχε «εκστασιαστεί από τους φιλόξενους χωρικούς και τις φοβερές διηγήσεις τους». Το διήγημα, με τον πιασάρικο τίτλο «Ο Δράκος του Λευκού Παραδείσου» (γιατί έτσι αποκαλούσε ο συγγραφέας το μέρος, Λευκό Παράδεισο), είχε να κάνει με μια τριμελή οικογένεια από τη Γαλλία που πήγε στο Πουάνα Μπρασώφ για διακοπές, αλλά το δεύτερο πρωινό χάθηκε στο δάσος, όταν είχε την ατυχία να έρθει αντιμέτωπη με τον δράκο Μπαλαούρ, που λεγόταν ότι κατοικεί σε εκείνα τα μέρη, αλλά που η οικογένεια, ειδικά ο πατέρας και η μάνα, δεν πίστεψαν ότι υπάρχει. Η ιστορία είχε αρέσει στο κοινό της Αγγλίας και η Gazeta Transilvaniei όχι απλά πλήρωσε και την αναδημοσίευσε, αλλά τη μετέφρασε κιόλας σχεδόν σε κάθε τοπική διάλεκτο της Τρανσυλβανίας, σημειώνοντας με κεφαλαία γράμματα την υπόσχεση του Τζον Μπάρλοου ότι θα επέστρεφε, καθότι ήθελε να μάθει και άλλα για τους τοπικούς θρύλους.

  Αυτό που δεν αναφέρθηκε σε καμιά από τις δημοσιεύσεις του διηγήματος ήταν πως ο συγγραφέας ήδη γνώριζε για τον Κόμη Δράκουλα και τις κτηνωδίες που είχε κάνει όσο ήταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς, αλλά και για τις φήμες ότι αυτός ή κάποιος συγγενής του ζει ακόμα σε ένα μέρος που λέγεται Μπραν ή κάπου εκεί γύρω. Ένας από τους πιο ομιλητικούς κατοίκους του Πουάνα Μπρασώφ είχε εκμυστηρευτεί στον Τζον Μπάρλοου, το τρίτο βράδυ που έμεινε στο πανδοχείο του οικισμού, για το φόβο που έζωνε «τους χωριάτες στα νότια». Είχε πολύ κρύο και εκείνο το βράδυ και κανένας από τους δυο τους δεν είχε όρεξη να κυκλοφορήσει έξω. Αλλά ο Τζον Μπάρλοου είχε πολλή όρεξη για φήμες που υπόσχονταν πιασάρικες ιστορίες στο περιοδικό του και ο ίδιος χρειαζόταν κάτι να γράψει –πόσες ιστορίες με μούμιες που το σκάνε από μουσεία ή με φαντάσματα στοιχειωμένων σπιτιών ή για θαλασσόλυκους που συναντάνε χταποδόμορφα τέρατα θα έφερναν παραδάκι πια; Έπρεπε να ανανεώνει όσο το δυνατόν πιο συχνά τα περιεχόμενα του Weird Literature, όπως και τους συγγραφείς που έστελναν τις ιστορίες τους σε αυτό, αλλιώς οι αναγνώστες θα βαριούνταν και το περιοδικό θα κινδύνευε να πάει άπατο. Επίσης, με εξαίρεση τον μπάρμαν, που κοιτούσε τη δουλειά του -δηλαδή, να κάθεται και να περιμένει να του ζητήσουν κάνα ποτό-, ήταν μόνοι τους στο υποφωτισμένο μπαρ του πανδοχείου με τα πέντε στρωμένα τραπέζια και τη μικρή βιβλιοθήκη –που, απ’ όσο είχε δει ο Άγγλος, είχε μόλις δέκα σκονισμένα βιβλία με φθαρμένη ράχη και με σελίδες που θα έπεφταν στην πρώτη απόπειρα για διάβασμα. Πάντως, δεν είχαν κάποιον για να τους διακόπτει κι αυτό είχε σημασία.

  Ο ντόπιος, ο Ματέι Ίλιτσα, ήταν ένας πενηντάρης, με λίγα δόντια, ακόμα λιγότερα άσπρα μαλλιά και λιγνό σώμα. Κατά κύριο λόγο, βοηθούσε στο καθάρισμα του πανδοχείου και έμενε σε μια αποθήκη με χαλασμένη σκεπή. «Λένε ότι κάτι ζει εκεί πέρα, αφεντικό» είχε πει στον Άγγλο, μετά από το δεύτερο μπουκάλι κρασί που τον κέρασε αυτός. «Το λένε και τρέμουν σαν τα φύλλα που τα κουνάει ο αέρας».

  «Ώστε έτσι;» Ο Τζον Μπάρλοου χαμογέλασε. Ήταν τριάντα πέντε τότε, ψηλός, με ξανθά μαλλιά και καταγωγή από το Λίβερπουλ. Ξεπερνούσε τον Ίλιτσα τουλάχιστον κατά είκοσι κιλά. Και ήταν πιο μπαγαπόντης από αυτόν, αν σκεφτεί κανείς ότι ήξερε ποιον και πώς να εκμεταλλευτεί και ότι το έκανε χωρίς κανένα ενδοιασμό.

  «Ναι, αφεντικό. Όπως στα λέω. Δεν ξέρω τι μέρα έχουμε και ποιος κυβερνά τούτο το ρημαδότοπο -ούτε έχει σημασία ποιος πλούσιος μπάσταρδος κυβερνάει από το παλάτι του και… Τι έλεγα; Α, ναι. Δεν έχει σημασία ποιος κυβερνάει, αφού ο λαουτζίκος πληρώνει τα σπασμένα-, αλλά εγώ ξέρω ότι έχω τα αυτιά μου ανοιχτά και τα μάτια μου τέσσερα. Δεν έχω πάει ποτέ στο Μπραν, ούτε το θέλω, ούτε με νοιάζει, όμως γνωρίζω πως εκεί κάτω τα κάνουν πάνω τους έτσι και τους πεις τη μαγική λέξη».

  «Μαγική λέξη; Μπα, δεν υπάρχουν τέτοιες λέξεις, φίλε μου Ματέι. Υπάρχουν ωραίες μεταφορές, παρομοιώσεις και τα ρέστα, για να γράφουμε εμείς οι συγγραφείς. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή».

  Ο Ίλιτσα άρπαξε τον άλλο και τον ταρακούνησε από τους ώμους. Ο μπάρμαν του πανδοχείου, που είχε προειδοποιήσει τον Τζον Μπάρλοου να μην παίρνει στα σοβαρά τον Ίλιτσα, είχε ρίξει μια αγριεμένη ματιά στον μονίμως άφραγκο μεσήλικα, αλλά ο Άγγλος έκανε ένα νεύμα ότι όλα είναι καλά. «Άκου με, τον τρελόγερο, αφεντικό. Εγώ ψέματα δεν λέω. Υπάρχει μαγική λέξη για το Μπραν. Για τους χωριάτες, τέλος πάντων. Τους καταρρακώνει έτσι και την πεις».

  «Και ποια είναι αυτή; Για πες τη μου κι εμένα, να δω αν είναι όντως μαγική».

  «Βαμπίρ, αφεντικό. Βρικόλακας. Και οι δύο το ίδιο κάμουν για εκείνους τους χριστιανούς. Ούτε εμάς εδώ μας αρέσει να τη λέμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται στα σκοτεινά».

  Ο Ίλιτσα σταυροκοπήθηκε και ξαναγύρισε στο πιοτό του. Είχε την ευκαιρία να πιει πολλά ποτήρια κρασί εκείνο το βράδυ, αγνοώντας πως είχε δείξει στον Τζον Μπάρλοου πού μπορούσε να βρει τη «Πανδώρα». Γιατί ο Άγγλος, ηθελημένα και μη, θα έπαιζε ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία που ξεκίνησε να εκτυλίσσεται μια δεκαετία αργότερα από την συγγραφή του διηγήματός του.

  Αλλά όλα αυτά δεν τα ήξεραν ο Σάντου και η Κορνέλια και οποιοσδήποτε άλλος ζούσε στο Μπραν, και όχι μόνο. Κάποιοι είχαν διαβάσει το διήγημα στην Gazeta Transilvaniei, αλλά ούτε είχαν εντυπωσιαστεί, ούτε κάθισαν να σκεφτούν περαιτέρω την περίπτωση του Τζον Μπάρλοου. Δεν φαντάστηκαν τι θα έκανε αυτός ο Άγγλος συγγραφέας από το Λίβερπουλ με το διακαή πόθο να βρίσκει και να πουλάει τις ιστορίες του σαν προδότης κατάσκοπος.

  Οι δύο Βλαντιμιρέσκου συνέχισαν το δρόμο τους, αφήνοντας πίσω την κοινότητα, άλλα πανδοχεία που υπήρχαν διάσπαρτα και ένα ιππικό κέντρο, και εισήλθαν στην πόλη, σε μια άλλη πραγματικότητα από αυτή που είχαν συνηθίσει, θα μπορούσε να πει κάποιος, όπου συνάντησαν σχολεία, μερικά από τα νοσοκομεία του Μπρασώφ, μικρά και μεγάλα μαγαζιά, κάποιες πολυκατοικίες που είχαν ανεγερθεί ή που χτίζονταν, άλλες άμαξες και καβαλάρηδες, πολίτες που περπατούσαν μόνοι ή με την οικογένειά τους ή ήταν συγκεντρωμένοι σε πηγαδάκια, αλλά και δέντρα που δεν είχαν κοπεί, περιποιημένους κήπους και γάτες και σκυλιά που βολτάριζαν, ώσπου έφτασαν στο Τσέντρουλ Τσιβίκ, στο κέντρο της πόλης και τελικά στον μεγάλο σταθμό της Βασιλικής Ουγγρικής Πολιτοφυλακής, ενός εκ των τριών στρατιωτικών σωμάτων που επιχειρούσαν στην γύρω περιοχή –τα άλλα ήταν τάγματα ορεινού πυροβολικού και μηχανικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένα μεγάλο γκρίζο κτίσμα από τούβλα, μεγαλύτερο από κάθε άποψη από το σπίτι των Τσομπάνου, με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και με πολλά παράθυρα, που κάλυπτε ένα οικοδομικό τετράγωνο στη βορειοανατολική πλευρά του πάρκου του Τσέντρουλ Τσιβίκ. Ο περιβάλλων χώρος καλυπτόταν από έναν μαντρότοιχο με κάγκελα και μέσα σε αυτόν έβλεπε κανείς άντρες με μπλε στολές και κράνη να περιφέρονται μόνοι ή ανά ομάδες. Δύο κανόνια υπήρχαν πίσω από καθεμία από τις δύο εισόδους. Ο Σάντου φαντάστηκε καμιά δεκαριά από δαύτα να είναι στημένα στο λόφο και να στοχεύουν προς το κάστρο του Μπραν και να το γκρεμίζουν συθέμελα. Ωραία εικόνα, γεμάτη φωτιές, ρήγματα, καπνό και ήχους που μπορούσαν να διαλύσουν την ακοή σου αν στεκόσουν κοντά στο σημείο απ’ όπου έπεφταν οι ομοβροντίες.

  «Επιτέλους, φτάσαμε» σχολίασε η Κορνέλια. Η αλήθεια ήταν πως είχε αρχίσει να κουράζεται με τόσες ώρες καθισιό. Όχι ότι στο Μπραν έτρεχε και δεν έφτανε, αλλά σίγουρα δεν έπαιρνε μια καρέκλα και στρογγυλοκαθόταν σαν να ’ταν καμιά ψηλομύτα βασίλισσα. Επίσης, από τη στιγμή που μπόρεσε να παραμερίσει στο νου της το Κακό που βασάνιζε το Μπραν, είχε αρχίσει να βαριέται κιόλας. Αν ήταν παιδούλα και το έλεγε στον πατέρα της, θα της άστραφτε μερικές μπατσιές.

  «Όντως, όντως» έκανε ο Σάντου με ανυπομονησία. Οδήγησε το άλογο κοντά στην μία πύλη και αμέσως οι δύο φρουροί τον κοίταξαν και στάθηκαν πίσω από τα κάγκελα με τα χέρια χαλαρά να κρέμονται στα πλάγια του σώματός τους, ακουμπώντας όμως στο σπαθί και στο πιστόλι που είχαν.

  «Γεια σας» τους χαιρέτισε η Κορνέλια με χαμόγελο.

  «Γεια σας, κυρά. Νεαρέ» απάντησε ένας εξ αυτών, χαιρετώντας τους στρατιωτικά. «Τι θέλετε;»

  «Είμαστε από το Μπραν. Θα θέλαμε να δούμε κάποιον ανώτερο. Εμ, κάποιον αξιωματικό».

  «Γιατί;»

  «Έχουμε ένα πρόβλημα στο χωριό και θα θέλαμε τη βοήθεια της πολιτοφυλακής. Αν δεν σας είναι δύσκολο, καλέ μου κύριε, μπορείτε να ενημερώσετε τον ανώτερό σας ότι θέλουμε να τον δούμε;»

  «Τι πρόβλημα μπορεί να έχετε εσείς στο Μπραν, κυρά;»

  Ο Σάντου κατσούφιασε και ήταν έτοιμος να απαντήσει με θυμό, αλλά η Κορνέλια τον πρόλαβε. «Κάτι συνέβη με συγχωριανούς μας. Κάτι κακό, φοβόμαστε. Έχουμε και ένα γράμμα για τον ανώτερό σας, από τον ιερέα του χωριού». Έδειξε το φάκελο.

  «Πώς ονομάζεστε;»

  Η Κορνέλια σύστησε πρώτα τον γιο της και μετά την ίδια.

  Οι δύο πολιτοφύλακες κάτι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και ο ένας αποχώρισε. Ο άλλος έμεινε σε ημιανάπαυση, κοιτώντας την πόλη που απλωνόταν πέρα από την πύλη. Η Κορνέλια με τον Σάντου διαπίστωσαν ότι μερικοί από τους άλλους πολιτοφύλακες, που ήταν βαθύτερα στον περιβάλλοντα χώρο, είχαν δει το κάρο και κοιτούσαν προς το μέρος του. Έβλεπαν μια μεσήλικη γυναίκα και έναν νεαρό άντρα με παραδοσιακή φορεσιά της Τρανσυλβανίας. Κανέναν εχθρό, δηλαδή. Φαινομενικά. Ήταν υποχρεωμένοι, όμως, να προσέχουν. Άλλωστε, όπως κατάλαβαν μάνα και γιος, ο κόσμος του Μπρασώφ κρατούσε αποστάσεις από το κτίριο και όσους πολιτοφύλακες περιπολούσαν στο δρόμο και στο πάρκο. Και ήταν πολλοί αυτοί που περιπολούσαν. Περισσότεροι απ’ όσοι βρίσκονταν εντός του τμήματος.

  Είναι ξένοι, θυμήθηκε η Κορνέλια και το άγχος της επέστρεψε. Της ήρθαν στη θύμηση τα λόγια του Ντράχοσλαβ, αλλά και της ιδίας, όταν την ρώτησε ο Σάντου γιατί να απευθυνθούν και σε άλλη μονάδα, πέραν της πολιτοφυλακής. Μπορεί και να μην ενδιαφερθούν για εμάς. Κάνε, Θεέ μου, να κάνουμε λάθος και να είναι καλοί. Σε παρακαλώ.

  Ο πολιτοφύλακας επέστρεψε μετά από δύο λεπτά. Περπατούσε με ταχύ βήμα, περνώντας ανάμεσα από συναδέλφους του -μερικοί εκ των οποίων κάτι του είπαν, και ο άλλος τους αποκρίθηκε με βιασύνη. Έφτασε στην πύλη και είπε «Ντούντας, άνοιξέ την. Μπορούν να μπουν».

  Ο Ντούντας το έκανε και η δίφυλλη πόρτα χωρίστηκε στη μέση και προς το εσωτερικό. Αν πριν ο Σάντου και η Κορνέλια είχαν τραβήξει μια φορά την προσοχή των αντρών με τις μπλε στολές, τώρα την είχαν δέκα φορές. Οι συνομιλίες είχαν περιοριστεί. Ήταν λες και όλοι εκεί μέσα ζούσαν απομονωμένοι για χρόνια και ξαφνικά μια μέρα είχαν επισκέψεις. Παρακολούθησαν το κάρο που έκανε όλη τη διαδρομή μέχρι την κεντρική είσοδο, με τους δύο Βλαντιμιρέσκου να τους χαιρετάνε και μερικοί από δαύτους να ανταποκρίνονται με τον συνήθη στρατιωτικό τρόπο τους.

  Δεν είναι όλοι ίδιοι, σκέφτηκε η Κορνέλια και μπόρεσε να επιβληθεί στην καρδιά της που αγκομαχούσε.

  Το ίδιο σκέφτηκε και ο Σάντου, αν και δεν ηρέμησε όπως η μητέρα του.

  «Αλτ!» έκανε ένας εκ των πολιτοφυλάκων και σήκωσε το χέρι του. Έδειξε με το άλλο ένα σημείο στα αριστερά του. «Μπορείτε να αφήσετε εκεί το κάρο σας».

  «Ευχαριστούμε» είπε η Κορνέλια.

  Κατέβηκαν και είδαν τον μαντατοφόρο πολιτοφύλακα να τους πλησιάζει και να τους λέει ότι πρώτα έπρεπε να τους κάνουν σωματική έρευνα. «Οι τελευταίες μέρες είναι δύσκολες για εμάς. Είχαμε μερικές ταραχές και είμαστε σε επιφυλακή» εξήγησε. Οι δύο Βλαντιμιρέσκου δεν είχαν πρόβλημα. Δηλαδή, δεν είχαν μεγάλο πρόβλημα, γιατί η Κορνέλια, παρότι ήξερε τι σόι έρευνα κάνουν αυτοί -θυμόταν την τελευταία φορά που είχαν επισκεφτεί το Μπραν στρατιώτες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας που αναζητούσαν ένα δραπέτη και είχαν ανακρίνει και τους ντόπιους-, δεν ένιωθε και πολύ καλά στη σκέψη ότι θα την άγγιζε ένας άλλος άντρας, πέραν του Λούκα. Αλλά σκεπτόμενη ότι σε μια πιθανή αντίδρασή της μπορεί να έψαχναν και το κάρο, όπου θα έβρισκαν το μουσκέτο, και αυτό μπορεί να τους έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση -αφού ενδέχεται να νόμιζαν ότι είχαν κάποια σχέση με τους ταραξίες-, δεν αντιμίλησε και υπέμεινε την έρευνά τους, που ήταν σαφώς πιο ήπια σε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της. Έπειτα, όταν ολοκλήρωσε το ψάξιμο, ο πολιτοφύλακας τους είπε να τον ακολουθήσουν. «Θα σας δει ο συνταγματάρχης Μίκλος» συμπλήρωσε.

  Το κτίριο μέσα ήταν το ίδιο γκρι με έξω, μόνο που είχε πολλές πόρτες και ανθρώπους με στολές να περιφέρονται, κρατώντας κάποιο έγγραφο ή κάποιον ύποπτο –αν έκρινε κανείς από τις χειροπέδες στους καρπούς μερικών. Ο χώρος, λόγω του συννεφιασμένου ουρανού που δεν προσέφερε επαρκή ορατότητα, φωτιζόταν από λάμπες πετρελαίου που είχαν βιδωθεί στους τοίχους. Μπορούσε κανείς να διακρίνει δύο βασικές διαλέκτους, την ουγγρική και κάποιες παραλλαγές της τρανσυλβανικής, αν και κυριαρχούσε η ουγγρική. Από κάποιες κλειστές πόρτες, έρχονταν θυμωμένες αντρικές φωνές. Από τα λίγα που καταλάβαιναν, όλοι ασχολούνταν με τις ταραχές, όσες έγιναν και όσες μπορεί να συνέβαιναν στο μέλλον. Είδαν ελάχιστους πολίτες και αυτό ενέτεινε την εντύπωσή τους για το ότι βρίσκονταν ανάμεσα σε ξένους, οι οποίοι, γενικά, δεν έδιναν πολλή σημασία στον Σάντου και την Κορνέλια, αν και μερικά χαμόγελα προς την γυναίκα -η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η μοναδική που κυκλοφορούσε στο κτίριο αυτή την ώρα- την έκαναν να θυμηθεί πικρόχολα σχόλια που άκουγε στα μικράτα της, για το βάρος της. Γι’ αυτό έλεγε στην Στεφανία να μην παχύνει, για να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει τέτοιες συμπεριφορές.

  Τελικά, έφτασαν έξω από μια πόρτα, όπου είχε ένα χειρόγραφο ταμπελάκι που έγραφε ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ. Ο πολιτοφύλακας χτύπησε τρεις φορές, αναγγέλλοντας ότι ήταν ο δεκανέας Χενρίκ και ότι είχε μαζί του τους δύο κατοίκους του Μπραν. Κάποιος φώναξε να περάσουν και ο Χενρίκ άνοιξε την πόρτα.

  Το γραφείο ήταν περίπου όπως και η μέση κουζίνα-καθιστικό ενός σπιτιού στο Μπραν. Σχετικά μικρό και χωρίς κάποια ιδιαίτερη διακόσμηση, πέραν από το γραφείο, μια βιβλιοθήκη γεμάτη φακέλους και δύο καρέκλες, πέραν αυτής που καθόταν ο αξιωματικός. Πάνω στο γραφείο, κάτι έγγραφα, ένα μολύβι, μια εικόνα του Χριστού, ένα κράνος, ένα γυάλινο σταχτοδοχείο, κάτι υπολείμματα από φαγητό και μια κούπα, στην εξωτερική πλευρά της οποίας είχε ξεραθεί λίγος καφές.

  Ο άντρας που σηκώθηκε ήταν πενήντα χρονών ή λίγο παραπάνω, ψηλός σαν τον Σάντου, αλλά παχύς σχεδόν σαν την Κορνέλια. Η μπλε στολή του ήταν καθαρή, όμως το ύφασμα ασφυκτιούσε και θα περίμενε κανείς πως τα κουμπιά θα εκτινάσσονταν ένα-ένα αν ανέπνεε αυτός. Είχε μουστάκι, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του, ενώ τα σκουρόχρωμα μάτια του εξέταζαν ήδη τους Βλαντιμιρέσκου.

  Ο δεκανέας βάρεσε προσοχή και επανέλαβε ποιους έφερε. «Κυρία, κύριε, ο συνταγματάρχης Μίκλος» ολοκλήρωσε.

  «Βιράγκ Μίκλος, στις υπηρεσίες σας» είπε με χαλαρή φωνή ο συνταγματάρχης και έδωσε εντολή στον Χενρίκ να φύγει. Εκείνος το έκανε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. «Παρακαλώ, καθίστε». Και όταν το έκαναν «Λοιπόν, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; Ο δεκανέας μού είπε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με συγχωριανούς σας, σωστά;»

  «Μάλιστα». Η Κορνέλια έβγαλε το ένα από τα δύο γράμματα. «Πρώτα απ’ όλα, σας ευχαριστούμε που δεχτείτε να μας δείτε».

  «Καθήκον μου, κυρία μου. Λοιπόν, περί τίνος πρόκειται;»

  Εκείνη του έδωσε το φάκελο του Στεφάν. Ο Μίκλος έβγαλε τα γυαλιά του από την τσέπη του σακακιού του, άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Παραξενεύτηκε. Έβγαλε και άναψε ένα τσιγάρο. Ήπιε λίγο από τον καφέ του, μορφάζοντας, πιθανώς γιατί δεν του τον είχαν φτιάξει όπως θα ήθελε. «Αν θέλετε μια συμβουλή μου, μην πιείτε ποτέ καφέ από κυλικείο κυβερνητικής υπηρεσίας. Είναι σαν κάτουρο» σχολίασε και χασκογέλασε.

  Ο Σάντου και η Κορνέλια αντάλλαξαν μια ματιά. Από το παράθυρο, πίσω από τον Μίκλος, φαινόταν η πόλη και ο μουντός ουρανός της. Κάπου εκεί έξω ήταν και η Σορίνα, με τον άντρα και τα παιδιά τους, τους οποίους θα επισκέπτονταν αργότερα.  Η Κορνέλια θυμήθηκε την Στεφανία που είχε αναρωτηθεί αν το Κακό θα μπορούσε να φτάσει στο Μπρασώφ. Δεν είναι τόσο μακριά, καλή μου. Όχι γι’ αυτό το Κακό. Αυτό της είχε πει ο Στεφάν και η Κορνέλια μάλλον θα συμφωνούσε μαζί του. Μάλλον. Δεν ήταν εντελώς σίγουρη. Γιατί εδώ υπήρχαν άνθρωποι να αντισταθούν με σθένος και πειθαρχία. Μπορεί να μην άφηναν καν να πλησιάσει το Κακό. Θα το αντιμετώπιζαν με τον καταλληλότερο τρόπο, αυτόν που είχαν εκπαιδευτεί να εφαρμόζουν.

  Στη σύντομη οπτική συνομιλία τους, γιος και μάνα ευχήθηκαν το ίδιο πράγμα. Να μη φύγουν με άδεια χέρια.

  «Μάλιστα» είπε ο Μίκλος. «Ώστε έχουν χαθεί πέντε άνθρωποι από το Μπραν. Όχι παιδιά, όμως, μόνο μεγάλοι».

  «Σωστά» είπε η Κορνέλια. «Δεν τους έχει δει κανένας μας. Ανησυχούμε πολύ γι’ αυτούς, κύριε συνταγματάρχη».

  «Ο…» κοίταξε την υπογραφή «… ο πατήρ Στεφάν Οσμοκέσκου λέει ότι φοβάται μην τους απήγαγαν». Στράφηκε προς τους άλλους. «Δεν ξεκαθαρίζει, όμως, ποιος μπορεί να τους απήγαγε. Μήπως έχετε εσείς κάποιον υπ’ όψιν σας;»

  Και οι δύο ανασήκωσαν τους ώμους. Ο Σάντου ήθελε πάρα πολύ να πει ότι, ναι, είχαν και παραείχαν κάποιον, κάποια, υπ’ όψιν τους, ότι ήταν σίγουροι για την μοίρα των άτυχων Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου, αλλά συγκρατήθηκε.

  «Όχι» απάντησε η Κορνέλια. «Δεν ξέρουμε. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο σε δικούς μας ανθρώπους. Δηλαδή, είμαστε φτωχοί αγρότες. Δεν έχουμε πειράξει κάποιον. Η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου είχαν χάσει πρόσφατα τον Μιχαήλ. Πενθούσαν. Και εμείς μαζί τους. Τι μπορεί να έκαναν, για να τους;…»

  «Συγνώμη, ποιος είναι ο Μιχαήλ;»

  «Ο σύζυγος της Μαριάννα και πατέρας της Μαγκνταλένα. Πολύ καλός άνθρωπος, από κάθε άποψη».

  «Από τι χάθηκε;»

  «Πέθανε. Δεν είμαστε σίγουροι από τι. Μάλλον από καρδιά».

  «Δεν είχε τίποτα τραυματισμούς;…»

  «Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Το σώμα του δεν είχε κανένα τραύμα».

  «Κανένα εξωτερικό τραύμα, εννοείτε. Μήπως, όμως, είχε κάποιο εσωτερικό τραύμα; Ή καμιά αρρώστια;»

  «Απ’ όσο ξέρουμε, όχι».

  «Μάλιστα. Οπότε έχουμε πέντε εξαφανισμένους ανθρώπους, τους οποίους δεν έχετε δει…» Έλεγξε τις ημερομηνίες. «… από τις 22 Φεβρουαρίου τις κυρίες Μαριάννα και Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου, μάνα και κόρη, και από τις 23 Φεβρουαρίου τους Αρσένιε, Νάντρου και Ροζάλια Μολντοβάνου, πατέρας και ζευγάρι».

  «Ακριβώς. Οι καημένοι. Ποιος ξέρει τι κακό τους βρήκε;»

  Ο Σάντου ένευσε, αλλά μόνο και μόνο για να ρίξει το βλέμμα του και να μη φανεί ότι δάγκωνε τα χείλη του.

  «Επίσης, έχουν χαθεί το καρό των Μπενγκέσκου και τα ζωντανά τους».

  «Ναι».

  «Αλλά όχι και των Μολντοβάνου».

  Οι Βλαντιμιρέσκου συμφώνησαν. Και περίμεναν.

  Ο Μίκλος έσβησε το τσιγάρο του και άναψε καινούριο. Μετά, κοίταξε το γράμμα, σούφρωσε τα χείλη του και μισόκλεισε τα μάτια του. «Υπάρχουν συγγενείς των εξαφανισμένων;» ρώτησε. «Στο Μπραν ή κάπου αλλού;»

  «Όχι».

  «Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να έφυγαν για να επισκεφτούν κάποιον;»

  «Μάλλον όχι. Αλλά και να το έκαναν, κάποιος από εμάς θα το ήξερε. Γνωριζόμαστε όλοι αρκετά καλά».

  «Αλήθεια;» Ο Μίκλος κοίταξε και τους δυο τους. Δεν τους άρεσε το βλέμμα του. Έμοιαζε σαν να ήταν μάγειρας που εξετάζει το κυνήγι που του έφεραν για βραδινό. «Τι σχέση είχατε εσείς με τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου;»

  «Καλές. Φιλικές, θα έλεγα» απάντησε η Κορνέλια και ο Σάντου κατένευσε. «Δεν είχαμε τσακωθεί ή κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα, μιλούσαμε, ανταλλάσσαμε πράγματα που μπορεί να χρειαζόμασταν. Παλιότερα, όταν τα παιδιά ήταν μικρότερα -εγώ έχω και μια κόρη-, τα κρατούσαμε εναλλάξ, αν υπήρχε κάποιος λόγος».

  «Μμμ. Μήπως κάποιος άλλος από το Μπραν είχε προηγούμενα με τους εν λόγω εξαφανισμένους ανθρώπους;»

  «Όχι, δεν νομίζω, κύριε συνταγματάρχη. Απ’ όσο ξέρουμε, όχι. Δεν είχαμε ακούσει τίποτα σχετικό».

  «Αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα, σωστά; Δεν μπορείτε να τα ξέρετε όλα για όλους, έτσι δεν είναι;» Χαμογέλασε, δείχνοντας τα κιτρινισμένα δόντια του, και αυτό ήταν το δεύτερο ανησυχητικό σημάδι ότι η κατάσταση ξέφευγε από τον σκοπό του πατέρα Στεφάν, της Ντανιέλα και τώρα των Βλαντιμιρέσκου. «Θέλω να πω, οι άνθρωποι έχουν τα μυστικά τους. Όσο καλοί γείτονες και αν είναι, ή, στην περίπτωσή μας, όσο καλοί συγχωριανοί και αν είναι, κάτι θα κρατήσουν για τον εαυτούλη τους. Διαφωνείτε σε αυτό;»

  Ο Σάντου και η Κορνέλια αλληλοκοιτάχτηκαν με ανησυχία. «Όχι» ψέλλισαν μαζί.

  «Ωραία. Χαίρομαι που συμφωνούμε. Πρέπει να καταλάβετε κάτι. Όταν έχουμε θανάτους ή και εξαφανισμένους ανθρώπους, οι πρώτοι που είναι ύποπτοι είναι οι οικείοι τους. Συγγενείς και φίλοι. Αυτοί έχουν τα κίνητρα για να τους βλάψουν. Οικονομικά, ερωτικά, τέτοια πράγματα. Αν δε βγει κάτι, αν δε βρεθούν στοιχεία δηλαδή που να ενοχοποιούν κάποιον απ’ αυτούς, τότε κοιτάμε προς άλλες κατευθύνσεις. Συναδέλφους, εργοδότες, μπεκρήδες με τους οποίους πιάστηκαν στα χέρια, περιφερόμενους μαχαιροβγάλτες, τρελούς, τσιγγάνους… Όλα αυτά τα “καλά παιδιά” και ακόμα περισσότερα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;»

  «Μάλιστα» είπαν.

  «Εξαιρετικά. Εσείς πάντως είστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει κάποιος στο Μπραν που να είχε έναν τέτοιο λόγο για να βλάψει τις οικογένειες αυτές, σωστά;»

  «Σωστά. Δεν έχουμε αντιπαλότητες». Η Κορνέλια σκέφτηκε τον πατέρα Στεφάν και τον Ντράχοσλαβ, το πώς είχαν αντιπαρατεθεί ο ένας στον άλλο, όμως δεν θεωρούσε ότι ήταν σχετικό με την υπόθεση.

  «Ούτε γνωρίζετε για άλλους, σε άλλες περιοχές;»

  «Όχι».

  Ο Μίκλος ένευσε και ξανακοίταξε το γράμμα. «Αυτός ο παπάς. Ο Οσμοκέσκου. Γιατί δεν έφερε αυτός το φάκελο;» Στράφηκε προς τους Βλαντιμιρέσκου. «Από περιέργεια ρωτάω».

  «Είναι ηλικιωμένος, δεν μπορούσε, καταλαβαίνετε».

  «Ναι. Υποθέτω ότι καταλαβαίνω». Αναστέναξε.

  Η Κορνέλια είπε «Κύριε συνταγματάρχη, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας. Μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν ξέρουμε από αυτά. Φτωχοί αγρότες είμαστε».

  Ο Μίκλος έσβησε και αυτό το τσιγάρο. «Από το Μπραν δεν είναι και ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου;»

  «Ε; Ναι».

  «Άρα, δεν είστε όλοι σας φτωχοί. Να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ο γερο-Ντράχοσλαβ κάνει δουλειές και εδώ, στο Μπρασώφ. Μόνο φτωχός δεν είναι».

  «Ναι, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τους εξαφανισμένους ανθρώπους».

  «Μπορεί. Αλλά μπορεί και να έχει». Χαμογέλασε ξανά. «Λοιπόν. Μέχρι να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση, οφείλω να σας ενημερώσω πως όλοι οι κάτοικοι του Μπραν είσαστε ύποπτοι, κυρία και νεαρέ Βλαντιμιρέσκου. Ξέρετε κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα. Που είναι λογικό, βέβαια, όπως είπαμε, αλλά δεν αναιρεί την πιθανότητα. Ακόμα, θεωρώ, και σύμφωνα με τα λεγόμενά σας, ότι είναι δύσκολο να επενέβη κάποιος άσχετος, που δεν είναι από το Μπραν. Επίσης, είστε οι πιο κοντινοί άνθρωποι στους Μολντοβάνου και στις Μπενγκέσκου. Τουλάχιστον, μέχρι να ψάξουμε καλύτερα την υπόθεση. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε από εσάς να είναι υπαίτιος για την εξαφάνιση των δύο οικογενειών –αν έχουν όντως εξαφανιστεί. Κάποια ζήλεια, κάποιος τσακωμός που ξέφυγε. Λίγη παραπάνω από το σύνηθες από την αγαπημένη σας βότκα και ο έλεγχος και οι φιλικές σχέσεις πάνε στράφι. Όταν το ξεψαχνίσουμε, μπορεί να βρούμε χίλια δυο πραγματάκια».

  Η Κορνέλια και ο Σάντου ήταν θορυβημένοι από τη λογοδιάρροια και τις συκοφαντίες του συνταγματάρχη. Δεν περίμεναν σε καμιά περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη. Ύποπτοι; Μα πώς ήταν δυνατόν να σκεφτεί αυτός ο άνθρωπος κάτι τόσο ανεκδιήγητο; Εκείνοι δεν είχαν κανένα λόγο για να κάνουν κακό στον οποιονδήποτε, πόσω μάλλον σε συγχωριανούς τους.

  Είναι ξένος, θυμήθηκε η Κορνέλια. Αλλά ίσως από τη δική του πλευρά, να πρέπει να σκεφτεί τα πάντα, κάθε ενδεχόμενο. Έτσι δεν είπε; Πρώτα οι συγγενείς και φίλοι και μετά οι άλλες κατευθύνσεις.

  Δεν της άρεσε. Όμως, δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό, πέραν από το να το δεχτεί.

  Ο Σάντου, που τόση ώρα δεν μιλούσε όπως ήθελε, ξέσπασε τελικά. «Μα τι ανοησίες λέτε; Εμείς δεν θα κάναμε ποτέ κάτι τόσο… τόσο κακό, ούτε στην Μαριάννα, ούτε στην Μαγκνταλένα, ούτε στον κύριο Αρσένιε, ούτε στον Νάντρου, ούτε στην Ροζάλια. Δεν θα κάναμε κακό σε κανέναν».

  «Τόσο κακό;» ρώτησε ο Μίκλος, βγάζοντας τα γυαλιά του. «Δηλαδή, σαν πόσο κακό, νεαρέ;»

  Η Κορνέλια πετάχτηκε «Εννοεί ότι δεν θα εξαφανίζαμε δικούς μας ανθρώπους. Μην τον ξεσυνερίζεστε, κύριε συνταγματάρχη, είναι νέος και αρπάζεται εύκολα». Κοίταξε τον Σάντου. «Αγόρι μου, ηρέμησε, σε παρακαλώ. Ο κύριος συνταγματάρχης προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του».

  «Μα δεν άκουσες τι είπε; Μας προσέβαλε».

  «Μάλλον εσύ δεν άκουσες τι είπα, νεαρέ» είπε με αυστηρότητα ο Μίκλος και έγειρε μπροστά, αναγκάζοντας την ξύλινη καρέκλα να βογκήξει σαν να πνιγόταν. Τώρα ήταν σοβαρός, καθόλα έτοιμος για καβγά. «Είστε ύποπτοι. Αυτό σημαίνει πως, αν το κρίνω απαραίτητο, σας χώνω στη στενή, μέχρι να λαλήσετε όσα ξέρετε και όσα μπορεί να κρύβετε. Θα το ήθελες αυτό, νεαρέ Σάντου Βλαντιμιρέσκου; Θέλεις να δεις πώς είναι μια φυλακή; Έχουμε πολλούς σαν και του ελόγου σου μέσα, αυτή τη στιγμή. Μπάσταρδα παιδαρέλια και εξυπνάκηδες που θέλουν να “ελευθερωθεί η χώρα τους”. Και άλλοι τόσοι ανακρίνονται και θα περάσουν κι αυτοί από το φτωχικό πανδοχείο μας. Νόμιζα πως αυτές τις μαλακίες τις είχα αφήσει στη Βουδαπέστη, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, παντού υπάρχουν ταραξίες».

  Ο Σάντου είχε σκοπό να πει κι άλλα. Ίσως τα πάντα. Αλλά φοβόταν. Αυτός ο συνταγματάρχης ήταν επικίνδυνος. Το οποίο θα έπρεπε να τον κάνει να θέλει πιο πολύ την συνδρομή του, όμως πλέον δεν ήταν τόσο σίγουρος. Ο τύπος νόμιζε ότι η εξαφάνιση των Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου ήταν άλλη μία τυπική περίπτωση και θα ακολουθούσε την πεπατημένη, μιας και ήταν η μοναδική οδός που γνώριζε.

  Αλλά αν μάθει; Για την Κόμισσα και το κάστρο; Για τα ουρλιαχτά των σκυλιών;

  Απέρριψε αμέσως την ιδέα. Γιατί τότε είναι που θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία συγχωριανοί του έλεγαν ότι οι Ούγγροι μπορεί να μην ενδιαφερθούν. Αλλά μπορεί και να ενδιαφέρονταν. Ο πατήρ Στεφάν και η κυρία Ντανιέλα είχαν βασιστεί πιότερο σε αυτό το δεύτερο μπορεί, παρά στο πρώτο. Το ίδιο και οι γονείς του. Θα αφήσεις εμένα να μιλήσω, εντάξει; Δεν θα με διακόψεις. Έτσι είχε πει η μητέρα του και τώρα ο Σάντου καταλάβαινε γιατί. Εκείνος, όχι με το που θα έμπαινε σε τούτο το γραφείο, αλλά και από την είσοδο, έξω από τα κάγκελα του μαντρότοιχου, θα ξεφούρνιζε ό,τι ήξερε και δεν ήξερε, αγνοώντας πώς θα το εκλάμβαναν οι Ούγγροι.

  Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχε και μεγάλη σημασία τι θα έλεγαν. Είχαν έρθει εδώ για βοήθεια και θα έφευγαν ως ύποπτοι. Οπότε όταν θα έρχονταν στο Μπραν, οι Ούγγροι θα τους ανέκριναν έναν-έναν, τη στιγμή που τα τέρατα θα γελούσαν από το φρούριό τους, ξέροντας ότι, με το που θα έφευγαν οι στρατιωτικοί, εκείνα θα είχαν ξανά το ελεύθερο να χιμήξουν στους άτυχους χωριανούς.

  «Σάντου;»

  Η μητέρα του.

  Την κοίταξε.

  «Ζήτα συγνώμη από τον συνταγματάρχη».

  Κοίταξε τον Μίκλος. Καθόταν με τα χέρια να αναπαύονται πάνω στο τεράστιο μαξιλάρι που είχε γίνει η κοιλιά του. Δε χαμογελούσε, παρά κάρφωνε με το βλέμμα του τον Σάντου. Περίμενε.

  Σε σένα βασιζόμαστε; σκέφτηκε ο Σάντου με ειρωνεία, αλλά και ανησυχία. Αλίμονο μας.

  «Σάντου;» επέμεινε η Κορνέλια.

  «Συγνώμη, κύριε συνταγματάρχη. Παραφέρθηκα».

  «Η απειλή της φυλάκισης πάντα πιάνει τελικά» είπε ονειροπόλα ο Μίκλος. «Τέλος πάντων. Δεκτή η συγνώμη, νεαρέ». Τώρα μίλησε στην Κορνέλια. «Τις προσεχείς μέρες θα πρέπει να παραμείνετε στο Μπραν. Όλοι οι κάτοικοι. Να το διαδώσετε. Κανείς δε φεύγει. Κι εσείς τώρα, να γυρίσετε πάραυτα στο Μπραν».

  Ο Σάντου δεν μίλησε.

  Η Κορνέλια είπε «Εντάξει, κύριε συνταγματάρχη».

  «Μπορείτε να πηγαίνετε. Καλό κατευόδιο».

  Πριν βγουν από την πόρτα, ο Μίκλος είπε «Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε».

  Γιατί τότε θα φοράτε βραχιολάκια.

  Δεν το είπε, αλλά ήταν ξεκάθαρο για τους δύο Βλαντιμιρέσκου.

  Μέχρι να βγουν από το κτίριο, δεν μίλησε κανένας τους. Στο προαύλιο, βρήκαν τους πολιτοφύλακες να είναι συγκεντρωμένοι στον μαντρότοιχο. Κρατούσαν τα σπαθιά τους, ενώ μερικοί είχαν ανά χείρας μεγάλα όπλα, σαν μουσκέτα. Από την άλλη πλευρά του τοίχου, από εκεί που ακούγονταν οι πιο πολλές φωνές, υπήρχε κόσμος που κουνούσε τα χέρια του. «ΚΑΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. ΚΑΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ ΟΙ ΞΕΝΟΙ. ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ, ΒΛΑΧΙΑ, ΜΟΛΔΑΒΙΑ ΕΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ».

  Αυτά ούρλιαζαν.

  «Μαμά; Τι κάνουμε τώρα;»

  Η Κορνέλια δεν ήξερε, αλλά είδε τον Χενρίκ να φεύγει από το πλήθος και να τους πλησιάζει. Ήταν ιδρωμένος και αγχωμένος. Δεν κρατούσε τη λαβή του σπαθιού του, κάτι που καθησύχασε κάπως την Κορνέλια και τον Σάντου.

  «Ανεβείτε στην άμαξα. Μην ανησυχείτε, θα περάσετε» τους είπε.

  Και όντως, πέρασαν. Το πλήθος, έπειτα από παράκληση του Χενρίκ, άνοιξε λίγο τον κλοιό και η άμαξα απομακρύνθηκε.

  Δεν κοίταξαν πίσω τους, αλλά ευχήθηκαν να μην πάθει κάτι ο δεκανέας.

  «Μαμά;» είπε ο Σάντου, ενόσω κατευθύνονταν προς το Εστ Ζίζιν και το ορεινό πυροβολικό σύνταγμα που υπήρχε εκεί. «Λυπάμαι που τα έκανα μαντάρα».

  «Όχι» τον διαβεβαίωσε και του χαμογέλασε. «Όχι, δεν έκανες κάτι τέτοιο. Ό,τι και να λέγαμε, πάλι σε αυτή τη θέση θα βρισκόμασταν».

  «Ακόμα και αν λέγαμε την αλήθεια;»

  «Όχι, καλέ μου. Τότε θα μας έπιαναν στο λεπτό. Ή δεν θα μας πίστευαν καθόλου και θα μας έδιωχναν».

  «Άρα… τώρα τι κάνουμε; Τι θα πούμε στους άλλους;»

  «Ό,τι μας είπε ο συνταγματάρχης. Όλοι είμαστε ύποπτοι. Δε φεύγει κανείς από το Μπραν». Όχι ότι το είχαμε σκοπό, δηλαδή. Η Κόμισσα θα μας κυνηγήσει όπου κι αν πάμε. Δεν έχει νόημα να φύγουμε. Άσε που, αν το πράτταμε, θα φέρναμε το Κακό και σε άλλους.

  «Μας είπε να γυρίσουμε πίσω. Αλλά εμείς…»

  «Θα παραδώσουμε το δεύτερο γράμμα κανονικά. Μην ανησυχείς, ο συνταγματάρχης θα είναι απασχολημένος για σήμερα». Ελπίζω μόνο για σήμερα. «Δεν θα μάθει ότι δεν ακολουθήσαμε κάθε διαταγή του, παρά μόνο όταν θα είναι αργά».

  «Τι εννοείς;»

  Η Κορνέλια δεν μίλησε. Τι εννοούσε, όντως; Μήπως πήγαιναν να μπλέξουν χειρότερα; Αν ανακάτευαν και άλλους στρατιωτικούς, μπορεί ο Μίκλος να τσαντιζόταν και να διέταζε να συλλάβουν έτσι κι αλλιώς την Κορνέλια και τον Σάντου. Μπορεί και κάποιον άλλο. Όπως τον πατέρα Στεφάν, ας πούμε, ένεκα που αυτός είχε γράψει τα γράμματα και είχε ζητήσει στους Βλαντιμιρέσκου να έρθουν και στις δύο μονάδες του Μπρασώφ.

  Άρα, τα παρατάμε και γυρίζουμε στο Μπραν;

  Αλλά μιας που φτάσαμε ως εδώ, γιατί να μην το πάμε μέχρι τέλους;

  Καλύτερα να υπερβάλλουμε, παρά να γυρίσουμε με άδεια χέρια. Έτσι είχε πει στον γιο της όταν απομακρύνθηκαν από το κάστρο της Κόμισσας. Τότε, βέβαια, έμοιαζε με καλή ιδέα. Τότε δεν είχαν συναντήσει έναν ηλίθιο συνταγματάρχη, που είχε τη φαεινή ιδέα να τους κατηγορήσει και σχεδόν να τους συλλάβει επί τόπου. Έκανε τη δουλειά του, φυσικά, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έπεφτε τόσο έξω…

  Κι από την άλλη έχουμε τον δεκανέα Χενρίκ. Η άλλη πλευρά του νομίσματος. Αυτός που θέλει να βοηθήσει.

  Μην παίρνεις και όρκο. Αν του έλεγε ο Μίκλος, «Συνέλαβε τους», τι νομίζεις ότι θα έκανε ο δεκανέας; Ή αν αραδιάζετε την ιστορία σας στον Χενρίκ, πιστεύεις ειλικρινά ότι θα έκανε κάτι διαφορετικό, από αυτό που έκανε ο Μίκλος;

  Η Κορνέλια το ήλπιζε, αλλά εν τέλει δεν μπορούσε να το υποσχεθεί ούτε στον εαυτό της. Γιατί δεν ήξερε. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνουν πια και ποιους ήταν σωστό να ενημερώσουν για την κατάσταση στο Μπραν και τι συνέπειες θα είχαν οι πράξεις τους. Δεν ήξερε τι να πει στον Σάντου. Ούτε είχε τη διάθεση να αναζητήσει τη φιλοσοφική αλήθεια πίσω από την μεταφορά με το νόμισμα. Είχε απογοητευτεί με τον Μίκλος (Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε) και την πιθανότητα να τον φορτωθούν στην πλάτη τους τις επόμενες μέρες. Αυτό που ήθελε πια ήταν να ξεμπερδεύουν και με τους άλλους στρατιωτικούς και να πάνε στης Σορίνα, να ξαποστάσουν. Ήταν κουρασμένη, ψυχή τε και σώματι.

  Οπότε το μόνο που ψέλλισε, καθώς περνούσαν έξω από μαγαζιά και μικρά και μεγάλα σπίτια και άφηναν πίσω τους μικρές ομάδες ανθρώπων που συνωμοτούσαν, ήταν «Θα δούμε».

  Και, τελικά, είδαν πως ο Μίκλος θα μπορούσε να είναι το μικρότερο από τα μελλοντικά προβλήματα που θα τους τυραννούσαν, όπως θα έγραφε ο Τζον Μπάρλοου αν είχε σκαρφιστεί αυτή την ιστορία.

 

Αργότερα, το απόγευμα, ενώ η Κορνέλια και ο Σάντου ήταν στο μεγάλο σπίτι της αδερφής του Λούκα, στο γραφείο του συνταγματάρχη Μίκλος ήρθε ένας άλλος στρατιωτικός, ο εξηντάρης αντισυνταγματάρχης Νίμετ Σιλάρ, του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με φαρδιούς ώμους και κοντοκουρεμένα άσπρα μαλλιά, με τη γκρίζα και μπλε στολή του να είναι σε άψογη κατάσταση και τα παράσημά του να λάμπουν στο στήθος του. Έβγαλε το παλτό του και κάθισε απέναντι από τον Μίκλος και άναψε τσιγάρο. Κρατούσε στο χέρι του ένα γράμμα από κάποιον Τρανσυλβανό παπά, ονόματι Στεφάν Οσμοκέσκου. Ο Σιλάρ ενημέρωσε εν τάχει τον Μίκλος για την επίσκεψη που είχε δεχθεί από δύο κατοίκους του Μπραν, οι οποίοι του είπαν ότι είχαν χάσει πέντε συγχωριανούς τους και πως ήθελαν επειγόντως τη βοήθειά του.

  «Τι; Γιατί ήρθαν σε σένα;» ρώτησε ο Μίκλος. «Πιο πριν είχαν έρθει σε εμένα».

  «Δεν έχω ιδέα, συνάδελφε». Οι Ούγγροι που υπηρετούσαν στον Κοινό Στρατό ήταν οι μόνοι που είχαν το ελεύθερο να προσφωνούν έτσι τους πατριώτες τους των Στρατιωτικών Σωμάτων της Ουγγαρίας. Οι Αυστριακοί αντιμετωπίζονταν με μεγάλη επιφύλαξη γενικά. Το αυτό ίσχυε και αντιστρόφως. Βασικά, αν ρωτούσε κάποιος τυχαία χίλιους Ούγγρους και χίλιους Αυστριακούς στρατιώτες, οποιασδήποτε βαθμίδας, θα του ήταν σαφές ότι ούτε οι μεν ούτε οι δεν πολύ-ήθελαν την αναγκαστική συνεργασία που τους είχαν επιβάλλει. «Καλά, χωριάτες είναι. Δεν ξέρουν πώς πάει το πράγμα».

  «Δεν θα έπαιρνα όρκο γι’ αυτό. Για το ότι δεν ξέρουν».

  «Τι, λες να είναι τίποτα πονηροί;»

  «Η χοντρή, σίγουρα. Τα μάσαγε τα λόγια της».

  «Κι όχι μόνο τα λόγια της, έτσι;»

  Γέλασαν.

  «Πάντως» σχολίασε ο Σιλάρ «μου φάνηκε περίεργο που ήρθαν σε εμάς και για ένα δεύτερο λόγο. Θυμάσαι που κυνηγούσαμε εκείνον τον δραπέτη, τον Έγκετ Ρούντολφ;»

  «Ναι».

  «Είχαμε πάει στο Μπραν, έπειτα από διαταγή από τα ανώτερα κλιμάκια. Μας είχαν στείλει έναν Αυστριακό του Evidenzbureau να επιβλέπει, επειδή ο Ρούντολφ είχε πάρε δώσε με Μολδαβούς στο παρελθόν. Τον βρήκαμε, βέβαια, αλλά πολύ πιο μακριά. Όμως, οφείλαμε να πάμε και στο Μπραν, “για παν ενδεχόμενο”. Έτσι είπε ο Αυστριακός. Εγώ, όμως, είχα στο νου μου μην τον είχε κρύψει καμιά ντόπια πουτάνα που ήθελε να δει λίγη χαρά στα σκέλια της, γιατί αν περιμένει από τους χωριάτες…» Ο Σιλάρ γέλασε και τον έπιασε τσιγαρόβηχας.

  «Και λοιπόν;» ρώτησε ο Μίκλος. Θυμόταν την περίπτωση. Θυμόταν συγκεκριμένα πόσο είχε εκνευριστεί ο ανώτερός του, ο αντιστράτηγος Ζαλάν, που δεν είχαν δώσει την υπόθεση στην πολιτοφυλακή. Αλλά όταν έμαθε ότι έστειλαν και έναν της αντικατασκοπείας, και μάλιστα Αυστριακό, μαζεύτηκε και ευχαρίστησε την τύχη του που δεν του φόρτωσαν την υπόθεση.

  «Ε, είχαμε ανακρίνει τους ντόπιους. Και, ας πούμε, δείξαμε υπερβάλλοντα ζήλο».

  Ο Μίκλος φαντάστηκε τους άντρες του Σιλάρ να χτυπάνε τις πόρτες και να ουρλιάζουν στους χωριάτες, με τους τελευταίους να έχουν χεστεί από την τρομάρα τους. Μπορεί να κάνουμε κι εμείς τα ίδια, σκέφτηκε. Ναι, ήταν πολύ πιθανό. Γιατί δεν θα ήταν μόνο αυτή η χοντρή, η Βλαντιμιρέσκου, που έλεγε μισόλογα. Θα ήταν κι άλλοι. Και η πολιτοφυλακή θα έπρεπε να τους αποσπάσει την αλήθεια με κάθε μέσο –όχι ότι θα τους κακόπεφτε, δηλαδή, να κατατρομάξουν μερικούς χωριάτες.

  «Μάλιστα» είπε ο Μίκλος.

  «Τους είδα πολύ απογοητευμένους, ρε συ. Τη χοντρή και τον μικρό, εννοώ. Τι τους είπες;»

  «Ότι είναι ύποπτοι. Όπως όλοι στο Μπραν. Είναι οι μόνοι που ξέρουμε ότι έχουν κάποια σχέση με τους εξαφανισμένους. Τουλάχιστον, αυτό συμπεραίνω απ’ όσα είπαν».

  «Ωχ, κατάλαβα. Γι’ αυτό τα ’καναν πάνω τους».

  «Αλλά τους είπα και να γυρίσουν αμέσως στο Μπραν. Και δεν το έκαναν».

  «Όντως. Μου φορτώθηκαν εμένα. Τι θα κάνεις, θα τους συλλάβεις;»

  Ο Μίκλος άναψε τσιγάρο και ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται. Είχε δύο ώρες που είχε φάει. Πεινούσε. «Μπα, όχι. Όχι για την ώρα, δηλαδή».

  «Κατάλαβα. Θα στείλεις δικούς σου στο Μπραν;»

  Ο Μίκλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτό θα το αποφασίσει ο Ζαλάν. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει, να στείλουμε κάποιους, να δουν τι συμβαίνει».

  «Θέλετε καμιά βοήθεια;»

  «Πλάκα κάνεις; Γιατί να θέλουμε; Θα στείλουμε μερικούς ένοπλους και θα τους τα κάνουν γυαλιά καρφιά εκεί κάτω».

  «Όπως κάναμε εμείς».

  «Περίπου, ναι. Μόνο που αυτή τη φορά οι κάτοικοι του Μπραν θα είναι οι πιθανοί Έγκετ Ρούντολφ της υπόθεσης». Γέλασε. «Και επίσης, δεν θα έχουμε κάποιον κόπανο του Evidenzbureau να στέκεται πάνω από το κεφάλι μας, επειδή το θέλει ο μαλάκας, ο αυτοκράτορας». Ήταν γνωστό ότι το Evidenzbureau, γνωστό και ως Γραφείο, που είχε την έδρα του στη Βιέννη, έδινε αναφορά πρώτα στον Υπουργό Εξωτερικών και ανά βδομάδα στον αυτοκράτορα Φρανζ Ζοζέφ τον Πρώτο. Αν και υποβαθμισμένο -η χρηματοδότηση που του έδιναν (ειδικά οι Ούγγροι) ήταν για γέλια, ενώ το προσωπικό του αριθμούσε με το ζόρι τους εξήντα κατώτερους και τριάντα ανώτερους στρατιωτικούς πράκτορες- σε σχέση με τις αρμοδιότητές του, που περιλάμβαναν εισχώρηση σε ξένες υπηρεσίες, παρακολούθηση, συλλογή στρατιωτικών και πολιτικών πληροφοριών από πολλές διαφορετικές μεριές κ.ά., το Evidenzbureau μπορούσε να προκαλέσει μπελάδες, αν δε συνεργαζόσουν μαζί του.

  «Μακριά από εμάς οι Αυστριακοί. Και δεν μου λες, πότε θα αποφασίσει ο Ζαλάν να στείλετε τους δικούς σας στο Μπραν;»

  «Δεν ξέρω. Θα του αφήσω την καταγγελία και το γράμμα του παπά στο γραφείο του, πριν φύγω. Προσωπικά, δεν νομίζω να κάνει κάτι αύριο ή μεθαύριο. Γιατί έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα. Έχουμε τους εδώ ντόπιους που προκαλούν την τύχη τους».

  Ο Σιλάρ ένευσε. Αν ήταν έξω, στο δρόμο, θα έφτυνε. Τους μισούσε τους επαναστάτες. Δεν καταλάβαιναν πόσο τυχεροί ήταν που ανήκαν στην Ουγγαρία και που είχαν για προστάτες τους Ούγγρους στρατιωτικούς. Ήταν αχάριστοι. «Αν θέλει, πάντως, στέλνω κάνα κανόνι και τους βάζουμε στη θέση τους».

  «Θα το δούμε». Αν και οι δύο τους ήξεραν ότι ούτε ο Ζαλάν ούτε ο Μίκλος θα ζητούσαν τη βοήθειά του, όχι άμεσα, δηλαδή. Ο Ζαλάν γιατί δεν ήθελε άλλους να μπλέκονται με τις υποθέσεις του και ο Μίκλος γιατί δεν ήθελε να χάσει τη θέση του. Ο Ζαλάν καραδοκούσε, και ήταν πάντα περήφανος σαν τράγος που έχει γαμήσει όλες τις προβατίνες στο μαντρί. Αν κάποιος υφιστάμενός του έπαιρνε πρωτοβουλία να ζητήσει βοήθεια από αλλού, και μάλιστα χωρίς να τον ρωτήσει, θα τσαντιζόταν, θα ξήλωνε τον κατώτερο και μετά θα πάθαινε εγκεφαλικό. Επειδή δεν ήταν δυνατόν η πολιτοφυλακή να αδυνατεί να διαχειριστεί μοναχή της μερικούς Τρανσυλβανούς. «Άσε που, αν έχουν όντως εξαφανιστεί εκείνοι οι πέντε και αν δεν έχει εμπλακεί κάνας χωριάτης, τότε σιγά μην τους βρούμε, και μάλιστα ζωντανούς».

  «Ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει; Τίποτα τσιγγάνοι; Κυκλοφορούν πολλά καραβάνια από δαύτους στα πέριξ».

  «Μπορεί, αλλά πιο πιθανό να αλληλοσκοτώθηκαν μεταξύ τους».

  «Άκου με που σου λέω, τσιγγάνοι θα το έκαναν. Λες και δεν τους ξέρουμε τι παλαβοί μαχαιροβγάλτες είναι».

  Ο Σιλάρ άρχισε πάλι το παραλήρημά του, αλλά ο Μίκλος δεν τον άκουγε. Σκεφτόταν τι να είχε φτιάξει η γυναίκα του για βραδινό. Αλλά σιγά μην περίμενε να πάει στο σπίτι, για να φάει. Θα έστελνε κάποιον να του φέρει από το μαγειρείο ή από κάποιο εστιατόριο. Καλύτερα από έξω, συλλογίστηκε. Ό,τι φτιάχνουν εδώ είναι προτιμότερο να το δώσουμε σε ποντίκια, μπας και ψοφολογήσουν. Ο γιατρός του του έλεγε να προσέχει, να μην τρώει πέραν των απολύτως σημαντικών γευμάτων, αλλά στην τελική τι ήξερε κι αυτός; Πάντως, όχι όλα.

  Η συνάντησή τους έληξε δέκα λεπτά μετά, με τον Σιλάρ να αποχωρεί διατυμπανίζοντας πως επιτέλους τέλειωνε η βάρδιά του και θα ξεκουραζόταν και τον Μίκλος να αδιαφορεί αν ο άλλος πήγαινε ακόμα και να σαλτάρει στον Δούναβη για ένα χειμωνιάτικο μπανάκι θανάτου.

  Δεν ξαναβρέθηκαν, παρά μόνο μετά από μέρες, και είχαν μια πολύ διαφορετική κουβέντα για το Μπραν και όχι μόνο.

 

Συνεχίζεται…

4 responses to “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.II”

  1. Περιμένω με αγωνία την συνέχεια!!!

    • Γεια σας! Η συνέχεια θα δημοσιευθεί το συντομότερο δυνατόν. Πιθανώς, στις αρχές του Ιουνίου.

  2. Ξεκίνησα να διαβάζω το εν λόγω μυθιστόρημα από περιέργεια….. Μου ήταν αδύνατο να σταματήσω να “ρουφάω” τις σελίδες μία προς μία με τη περιέργεια και την αγωνία μου να κορυφώνονται…. Ανυπομονώ για τη συνέχεια του….

    • Σας ευχαριστώ! Σύντομα, θα δημοσιεύσω το 3ο υποκεφάλαιο.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading