Με νέκρωση ισχίου, ανάπηρη από το αριστερό πόδι, από τον 7ο μήνα κύησης, παραμονή της αναγκαστικής προγραμματισμένης καισαρικής, μου ανακοινώνουν ότι λόγω φαρμακευτικής αγωγής θα κάνω ολική νάρκωση και όχι επισκληρίδιο. Κλαίω ώρες. Αλλιώς τα είχα υπολογίσει. Εγώ κοιλοπόνεσα, εγώ σακατεύτηκα και δεν θα ακούσω, δεν θα αντικρίσω πρώτη τον γιό μου; Αφήνω όλες αυτές τις μικροπρέπειες να με δηλητηριάζουν, να κλαίω γοερά, μια νύχτα πριν την γέννηση του πρώτου μου παιδιού. Νόμιζα δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ. Και τελικά καλύτερα θα ήταν. Ξαφνικά βρίσκομαι στο χειρουργικό κρεβάτι. Έχει κρύο. Τουρτουρίζω. Τους το λέω. Δεν μου δίνουν σημασία. Ένας νοσοκόμος άγαρμπα και δυνατά ανοίγει τα πόδια μου. Το ουρλιαχτό μου δεν ξέρω αν ακούστηκε πάνω στον άντρα μου, στη μανούλα μου και στην αδερφή μου που περίμεναν. Το νεκρό μου ισχίο, σκέφτηκα, μετά από αυτό, δεν θα επανέλθει ποτέ. Και ξαφνικά ακούω ψιθύρους.
-Δεν ναρκώνεται με τίποτα!
-Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό!
-Θα την ανοίξουμε έτσι…
Και ένα φως εκτυφλωτικό έπεσε πάνω μου. Ένα φως που με έκανε να κλείσω τα μάτια. Προσπαθούσα να τα ανοίξω. Δυσκολευόμουν. Ήταν ανατριχιαστικό. Απόκοσμο. Ψυχρό. Άνοιξα τα μάτια, μπόρεσα. Ψύχρα παντού. Κυρίως μέσα μου. Γυρνούσα το βλέμμα μου αλλού, το κεφάλι μου αλλού και το φως ήταν εκεί. Τριγύρω μου. Σα να με καλούσε. Σα να το έβλεπα μόνο εγώ. Φώναζα στο γιατρό, στον αναισθησιολόγο, “πάρτε το από πάνω μου, γιατί είναι αυτό το φως επάνω μου;” Κανείς δεν απαντούσε. Δεν με άκουγαν. “Είναι το τέλος μου; Πεθαίνω; ” φώναζα. Το φως μου δημιουργούσε την εντύπωση ότι παίζει μαζί μου και ήταν εκνευριστικό. Άρχισα να κουνάω τα χέρια μου να το διώξω. Φυσούσα να το εξαφανίσω. Και τελικά μέσα στον πανικό μου, αισθάνθηκα ένα χέρι στο χέρι μου. Γύρισα το κεφάλι μου και ήταν ο άντρας μου.
-Μην ανησυχείς αγάπη μου, όλα καλά θα πάνε. Εφιάλτη έβλεπες;
-Παναγιά μου καλή. Ήταν ένα φως. Τρομαχτικό!
– Από το χθεσινό κλάμα και την αγωνία ήταν. Έλα να ετοιμαστείς. Πλησιάζει η ώρα.
-Αγάπη μου…
Χρυσούλα Καμτσίκη
