Από παιδί θα έλεγε κανείς πως ήταν σαν να έχω ένα πεινασμένο λυκάκι μέσα μου, που δεν χόρταινε ποτέ. Ήμουν πάντοτε το παχουλό, λαχταριστό μωρό, με τα ροδαλά μάγουλα και τα τσουπωτά μπουτάκια. Όσο μεγάλωνα, τα μπουτάκια και τα μαγουλάκια παρέμεναν τσουπωτά. Και πάντα είχα την ίδια αίσθηση μη πλήρωσης στομάχου. Είχα και την γιαγιά αρωγό της προσπάθειας αυτής, που έλεγε και ξανάλεγε στην μάνα μου “Δηλαδή δεν θα δώσω στο παιδί φαγητό; Τι θέλεις πια, να γίνει ασθενικό, χτικιάρικο που θα το παίρνει ο άνεμος σε ένα φύσημα;”. Με μπούκωνε όταν δεν έβλεπε η μάνα μου, η οποία αναρωτιόταν μετά πώς και με άφησε νηστική η γιαγιά μου. Γιατί παρόλο που είχα φάει του σκασμού, το μικρό λυκάκι δεν χόρταινε ποτέ, όσο και να του έδινες, ήθελε πάντα παραπάνω. Τι και αν μεγάλωσα και ψήλωσα (γιατί ως συνήθως το φαΐ, μπόι θα γίνει καλέ, δεν θα μείνει στα μπουτάκια και τα μπρατσάκια και την κοιλίτσα!), τσουπωτό παρέμεινα.
Κάποια στιγμή στην εφηβεία, αποφάσισα πως το λυκάκι ήθελε δίαιτα, πως ήταν καιρός να μάθει να τρέφεται σωστά, με μικρότερες ποσότητες και πιο υγιεινά. Γιατί είχαμε και έναν εγωισμό, δεν γίνεται να είμαστε έρμαια στις ορέξεις του! Τι και αν εγώ έτρωγα σαλατούλες νόστιμες, κρεατάκι ψητό χωρίς σαλτσούλες και είχα περιορίσει τα γλυκάκια, αυτό προσπαθούσε να με παρασύρει στην ακολασία. Βρε κακό μπελά που βρήκαμε, σκεφτόμουν. Βρε άσε με ήσυχη να του λέω, δεν θέλω σουβλάκια στις 9, ούτε βάφλα στις 11 το βράδυ, θέλω να φάω ήσυχα ήσυχα το γιαουρτάκι μου. Η συζήτηση αυτή γινόταν καθημερινά, με το λυκάκι να επιμένει πως δεν χόρτασε και ‘γω να το ποτίζω νερό, μπας και πνιγεί και ησυχάσουμε. Μα εκείνο πεισματάρικο, εκεί στην κόντρα. Όσο το πότιζα εγώ, τόσο πείναγε αυτό. Και έκανε και ανήθικες προτάσεις το άτιμο! Περνούσαμε από ζαχαροπλαστείο και πρότεινε τις κολασμένες σοκολατίνες, για μετά το φιλετάκι και την σαλατούλα, που ήξερε πως λάτρευα, μα το αγνοούσα παραδειγματικά. Και όσο του αρνιόμουν, τόσο πιο ανήθικες γίνονταν οι προτάσεις του. Χαζεύαμε ταινία και πρότεινε να φάμε πίτσα που ταίριαζε τόσο πολύ με την φάση. Βρε φύγε σατανά από δω, εγώ θα φάω το γιαουρτάκι μου, άσε τις πίτσες κατά μέρους. Όσο μάλιστα έβλεπε πως μίκραινε η δύναμή του, τόσο πιο επίμονο γινόταν. Γκρίνιαζε συνεχώς πως το στομαχάκι του γουργούριζε και μόνο με μπέργκερ θα σταματούσε το γρου γρου. Πάλευα μαζί του για μέρες, για μήνες, για χρόνια. Όσο εγώ προσπαθούσα να το αγνοήσω, γιατί είχα πετύχει να μην έχω πολύ τσουπωτά μπουτάκια, ένεκα που ο γιατρός είχε πει θα έκανε καλό στην προβληματική καρδούλα μου, τόσο εκείνο φώναζε και ούρλιαζε πως θέλει να φάει ό,τι πιο λαχταριστό και αμαρτωλό συνάμα υπήρχε.
Έτσι, όντας πια ενήλικες και οι δύο για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε, επισκεφθήκαμε έναν ειδικό υγείας και έναν διατροφής. Μας εξήγησαν και οι δύο λεπτομερώς πώς θα μπορούσε αυτή η συνύπαρξη να είναι αρμονική. Επέπληξαν και λίγο το λυκάκι που ήταν τόσο επίμονο και πεισματάρικο, μου έδωσαν και μένα δύναμη και τον τρόπο να μάθω να το επιπλήττω.
Μετά από αρκετό καιρό, με υποχωρήσεις και από τους δυο μας, καταφέραμε η συμβίωση μέσα στο σώμα μου να είναι λιγότερο επίπονη και δύσκολη. Βρήκαμε τρόπους και να γίνεται εκείνο χαρούμενο, αλλά και εγώ να διατηρώ την ισορροπία που ήθελα. Βέβαια είναι στιγμές που ξεφεύγει το γλυκό μου και γκρινιάζει πιο πολύ, αλλά με λίγη επίπληξη επανέρχεται. Έμαθα με το πέρασμα του χρόνου να το αγαπώ το λυκάκι αυτό, που αν και αχόρταγο με βοήθησε να βρω όχι μόνο τις διατροφικές μου ισορροπίες, αλλά και την ισορροπία της ψυχής μου.
Αθηναΐδα Κ.
