Κόκκινη Κλωστή – 9 & 10

Προηγούμενο

Ο Νίκος κάθισε σκεπτικός στην πολυθρόνα απέναντι απ’ τη Ανθή. Η Ανθή τον κοιτούσε προβληματισμένη. Έδειχναν κι οι δυο σαν να θέλουν κάτι να πουν, αλλά δεν τολμούσαν. Την αμηχανία διέκοψε η Ανθή, που σηκώθηκε, πήρε τα φλιτζάνια του καφέ και πήγε στην κουζίνα.

Ο Νίκος αναστέναξε κι άναψε ένα τσιγάρο. Το μυαλό του ήταν κολλημένο σ’ όλα όσα τους είπε η Μαρίνα. Σήμερα για πρώτη φορά είδε στα μάτια της, το πόσο μεγάλη ανάγκη είχε να μάθει για τον πατέρα της. Το παιδί αυτό, που το μεγάλωσαν με τόση αγάπη, απαιτούσε να ξέρει όσα μπορούσαν εκείνοι να της πουν για τους βιολογικούς της γονείς. Η ζωή της στέρησε από πολύ μικρή την μητέρα της και τώρα στα μάτια της, ήταν εκείνοι που της στερούσαν και τον πατέρα της! Ο Νίκος ήταν σίγουρος πως αργά ή γρήγορα, η Μαρίνα θα σιγουρευόταν πως της λένε λιγότερα απ’ όσα ξέρουν και θα τους μισούσε. Κι αυτό δεν θα το άντεχε! Δεν θα άντεχε να χάσει και τη Μαρίνα. Την λάτρευε! Η Μαρίνα είχε δικαίωμα να γνωρίζει την αλήθεια, μια αλήθεια όμως, που θα τράνταζε τα θεμέλια της ζωής της τόσο δυνατά, που φοβόταν μήπως της έκανε κακό… και σε εκείνη, αλλά και σε όλους. Ένιωθε μόνος σ’ όλο αυτό. Όσα έκρυβε μέσα του τόσα χρόνια, έγιναν κόμπος στο λαιμό του. Ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει με κάποιον. Δεν άντεχε άλλο να τα κρατάει όλα μέσα του!

Η Ανθή άφησε τα φλιτζάνια στο νεροχύτη κι ακούμπησε την πλάτη της στο ψυγείο. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια της και το σκούπισε βιαστικά με το χέρι της. Η Μαρίνα ήθελε να μάθει την αλήθεια. Για πρώτη φορά έδειχνε να το θέλει τόσο πολύ! Η Ανθή την ήξερε καλά, δεν θα εγκατέλειπε τις προσπάθειες. Αφού αποφάσισε πως θα βρει την αλήθεια, θα γυρνούσε τον κόσμο ανάποδα μέχρι να τα καταφέρει! Η Ανθή για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, άρχισε να νιώθει τον κλοιό να σφίγγει γύρω της. Απ’ την μια, δεν άντεχε να βλέπει την κόρη της να στεναχωριέται κι απ’ την άλλη φοβόταν πως η αποκάλυψη της αλήθειας θα διέλυε τα πάντα! Για χρόνια ήλπιζε πως η αγάπη που της έδιναν, θα κάλυπτε το κενό και πως μεγαλώνοντας δεν θα ένιωθε την ανάγκη να μάθει για τον πατέρα της. Την είχε ρωτήσει πολλές φορές για εκείνον και πάντα καλυπτόταν με τα “δεν ξέρω” της Ανθής. Τι την είχε πιάσει τώρα; Γιατί επέμενε τόσο; Η Ανθή φοβόταν… φοβόταν την αποκάλυψη όλων των μυστικών που τόσα χρόνια έμεναν καλά κρυμμένα.

Ο Νίκος στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και κοίταξε τη γυναίκα του. Με αργά βήματα κάθισε σε μια καρέκλα. Η Ανθή τον κοιτούσε ανέκφραστη.

-Κάθισε. Πρέπει να μιλήσουμε… της είπε

Η Ανθή δίστασε για μια στιγμή, αλλά τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του. Τον κοίταξε στα μάτια και περίμενε ν’ ακούσει τι είχε να της πει.

-Θέλω να σου μιλήσω. Πρέπει να σου αποκαλύψω κάποια πράγματα… Υποσχέσου μου ότι δεν θα με διακόψεις μέχρι να τελειώσω και μετά πες μου ό,τι θες…

Η Ανθή παρέμεινε ανέκφραστη και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Ο Νίκος άναψε τσιγάρο…

-Όταν σε γνώρισα, μου άρεσες απ’ την πρώτη στιγμή! Με γοήτευσες! Μ’ έκανες να περνάω όμορφα, να γελάω, περνούσα καλά μαζί σου! Ήσουν όμορφη, έξυπνη, γελαστή… η ψυχή της παρέας! Ούτε κι εγώ ξέρω πώς έγινε… 

-Ποιο Νίκο; τον ρώτησε με σοβαρό ύφος

-Θα σου πω… Όλα θα στα πω! Έστω και τώρα… Δεν αντέχω άλλο να τα κρατάω μέσα μου! Πνίγομαι! Ανθή, ήσουν η κοπέλα που όλοι ήθελαν να έχουν κι όμως εσύ είχες μάτια μόνο για μένα. Γίναμε ζευγάρι κι όλα έμοιαζαν τέλεια, μέχρι που… μέχρι που γνώρισα τη Βασιλική. Ήταν τόσο διαφορετική από σένα, λιγομίλητη, απρόσιτη, μαζεμένη… Έτρεμα μήπως το καταλάβεις, γιατί δεν ήθελα να σε πληγώσω, αλλά πραγματικά ήταν πάνω από μένα! Την Βασιλική την ερωτεύτηκα… με τον καιρό την ερωτεύτηκα δυνατά! Ήταν τόσο διαφορετική απ’ όλες τις γυναίκες που είχα γνωρίσει ως τότε! Δεν σου κρύβω πως την προσέγγισα πολλές φορές, την πλησίασα, την φλέρταρα… εκείνη όμως πιστή στη φίλη της, πάντα με κρατούσε σε απόσταση. Δύο χρόνια! Δύο ολόκληρα χρόνια με απέρριπτε! Για δύο χρόνια κι ενώ ήμουν μαζί σου, έκανα τα πάντα για να καταφέρω να την κάνω να με δει διαφορετικά… 

Η Ανθή δεν είπε λέξη. Ο Νίκος ήξερε πόσο εκρηκτικός χαρακτήρας ήταν η γυναίκα του και δεν περίμενε να αντιμετωπίσει αυτή την αποκάλυψη με σιωπή.

-Δεν έχεις κάτι να πεις; την ρώτησε χαμηλόφωνα

-Συνέχισε… του ψιθύρισε

-Με την Βασιλική κάναμε σχέση.

-Πόσο καιρό γινόταν αυτό πίσω απ’ την πλάτη μου;

-Ανθή… ζήσαμε μαζί μια ζωή και ξέρω πως μ’ αυτά που σου λέω τώρα, ρισκάρω να…

-Πόσο καιρό Νίκο; τον ρώτησε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της

Ο Νίκος έσβησε το τσιγάρο του κι άναψε ένα ακόμη. Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. Τα γαλάζια όμορφα μάτια της ήταν ήδη υγρά, υγρά και θυμωμένα…

-Θα μου τα πεις όλα! Απ’ την αρχή! Με κάθε λεπτομέρεια!

Ένα μεσημέρι, πήγα έξω απ’ το φούρνο του πατέρα της και την περίμενα να σχολάσει. Όταν την είδα να βγαίνει, την ακολούθησα και σ’ ένα στενό την πλησίασα. Την έπιασα απ’ το χέρι και την τράβηξα στην άκρη του δρόμου. Της εξομολογήθηκα ότι είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί της και την φίλησα. Έτσι ξεκίνησαν όλα… Για ένα χρόνο διατηρούσαμε σχέση κρυφά απ’ όλους. Ήταν κι εκείνη ερωτευμένη μαζί μου, αλλά σ’ αγαπούσε κι εσένα πολύ. Κι εγώ σ’ αγαπούσα! Δεν θέλαμε να σε πληγώσουμε! Όταν ήρθε η στιγμή να φύγουμε απ’ τη σχολή, της ζήτησα να έρθει μαζί μου. Της είπα ότι θα χωρίσω μαζί σου και θα την παντρευτώ. Αρνήθηκε. Μου ζήτησε να μην με ξαναδεί και μου είπε να μείνω μαζί σου. Πήγαμε στη Θεσσαλονίκη, παντρευτήκαμε, κάναμε τη Φανή μας… εγώ όμως, όσο κι αν προσπάθησα, την σκεφτόμουν ακόμη. Γι’ αυτό και πάντα έβρισκα ευκαιρίες να πηγαίνω να την βλέπω. Άλλες φορές μόνος κι άλλες μαζί σου.

Ο Νίκος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τη Ανθή. Παρέμενε ανέκφραστη, αν και δάκρυα κυλούσαν ποτάμι απ’ τα μάτια της. Έκανε να σηκωθεί να την πλησιάσει, αλλά του έκανε νεύμα να καθίσει στη θέση του.

-Συνέχισε… του ψιθύρισε

-Όταν μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι είναι έγκυος τρελάθηκα! Η Βασιλική ήταν έγκυος στο παιδί μου! Γιατί η Μαρίνα είναι δικό μου παιδί Ανθή! Είναι κόρη μου!

Η Ανθή κράτησε το βλέμμα της κολλημένο στο δικό του. Έμοιαζε θαρρείς κι είχε δεχτεί μαχαιριά στην καρδιά, αλλά το πείσμα της ήταν τόσο, που δεν άφηνε τον εαυτό της να λυγίσει.

-Έψαχνα τρόπους να κατέβω στα Χανιά να την δω, αλλά δεν τα κατάφερνα. Τότε ήταν που σας πήρα με τη Φανούλα και πήγαμε μαζί. Ειλικρινά ήμουν σε αδιέξοδο! Η Φανούλα μας ήταν μωράκι ακόμη κι η Βασιλική είχε στην κοιλιά της το παιδί μας! Δεν κατάφερε να το κρύψει από σένα. Στο είπε και αποφάσισες να την πάρουμε μαζί μας στη Θεσσαλονίκη. Ένιωθα πιο ήσυχος που ήταν κοντά μου, αλλά οι τύψεις για σένα με κατέτρωγαν… το ίδιο κι εκείνη. Εσύ μ’ αγαπούσες και μεγάλωνες το παιδί μας κι εκείνη την φρόντιζες καλύτερα από αδερφή! Απ’ την αρχή, η Βασιλική ήθελε να φύγει. Της ζητούσα χρόνο, ήθελα να είμαι μαζί της, αλλά αγαπούσα κι εσένα και τη Φανή μας.

Ο Νίκος έκλαιγε με κατεβασμένο το κεφάλι.

-Μια μέρα πριν το τροχαίο, είχα πάει στο σπίτι της. Της ανακοίνωσα ότι θα σου ζητήσω διαζύγιο κι ότι θέλω να την παντρευτώ. Μαλώσαμε. Όλο αυτό που συνέβαινε μεταξύ μας τόσα χρόνια ήταν λάθος και το ξέραμε κι οι δυο. Η Βασιλική με έδιωξε. Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Την επομένη μετά τη δουλειά, πέρασα απ’ το σπίτι της. Την είδα να βάζει την Μαρίνα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου της και να πετάει ένα σακ βουαγιάζ στο πορτ μπαγκάζ. Της φώναξα. Γύρισε και με κοίταξε. Μπήκε βιαστικά στη θέση του οδηγού και πάτησε γκάζι. Την ακολούθησα. Έτρεχα πίσω της κι εκείνη όλο κι ανέπτυσσε ταχύτητα! Και τότε, πάνω σε μια στροφή έχασε τον έλεγχο και βγήκε στο αντίθετο ρεύμα. Το μπαμ που άκουσα ήταν πολύ δυνατό, έγιναν όλα μπροστά στα μάτια μου! Σταμάτησα βιαστικά κι έτρεξα κατά κει. Την είδα με το κεφάλι στο τιμόνι. Ακίνητη. Αιμορραγούσε. Πήγα απ’ την πλευρά του οδηγού και προσπάθησα ν’ ανοίξω! Η πόρτα είχε φρακάρει. Κοίταξα πίσω τη Μαρίνα. Ήταν δεμένη ακόμη με τη ζώνη της κι έκλαιγε γοερά! Μαζεύτηκε κόσμος, ήρθαν ασθενοφόρα, αστυνομία… Κάθισα στο δρόμο με τα χέρια μου στο πρόσωπό μου κι έκλαιγα ασταμάτητα όσο προσπαθούσαν να την απεγκλωβίσουν. “Δεν έχει σφυγμό!” άκουσα κάποιον να λέει. Μετά έγιναν όλα τόσο γρήγορα…

Σήκωσε ξανά το κεφάλι του και την κοίταξε. Η Ανθή έκλαιγε, έκλαιγε και τα μάτια της έμοιαζαν με πληγωμένου αετού. Πόνος και θυμός μαζί, ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της. Ήταν λογικό, ο επί 35 περίπου χρόνια άντρας της, μόλις της είχε ανακοινώσει ότι για χρόνια την απατούσε με την καλύτερή της φίλη, ότι ήταν παντρεμένος μαζί της και η καρδιά του ανήκε σε εκείνη, ότι έκανε μαζί της ένα παιδί, που μετά το θάνατό της, το μεγάλωσε η ίδια. Ήταν λογικό να νιώθει, πληγωμένη… αδικημένη… σακατεμένη…

-Εγώ έφταιγα για το ατύχημα! Αν δεν την είχα κυνηγήσει, δεν θα είχε συμβεί τίποτα! Εγώ την σκότωσα! Αυτό το βάρος, δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου! Μετά απ’ όσα έγιναν, το να μείνει η Μαρίνα μαζί μου, ήταν πια το κύριο μέλημά μου. Σχεδόν ανακουφίστηκα όταν τηλεφώνησα στα Χανιά και μου είπαν πως ο πατέρας της Βασιλικής δεν ζούσε πια. Εν αγνοία σου, μεγάλωσες την κόρη μου σαν κόρη σου. Τόσα χρόνια σ’ άφησα να ζεις σ’ ένα ψέμα! Υπήρξα ανάξιος σύζυγος Ανθή… Τη στιγμή που εσύ στάθηκες πλάι μου σε όλα. Δεν μπορώ να επανορθώσω πια, αλλά ό,τι κι αν κάνεις από εδώ και πέρα δεν θα σε αδικήσω. Δεν φτάνει μια συγνώμη! Δεν φτάνει…

Η Ανθή συνέχισε να τον κοιτάζει για λίγο. Ο Νίκος είχε τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της. Περίμενε την αντίδρασή της, περίμενε την ετυμηγορία της. Η Ανθή σηκώθηκε ήρεμα, σκούπισε τα μάτια της και βγήκε με αργά βήματα απ’ την κουζίνα…

*****

Η Μαρίνα περίμενε με ανυπομονησία να σχολάσει απ’ τη γκαλερί την επόμενη μέρα. Είχε πάρει μαζί της τα κλειδιά του σπιτιού της Περαίας κι είχε γράψει σ’ ένα χαρτάκι τη διεύθυνση, όπως την είδε στους παλιούς λογαριασμούς που υπήρχαν στον φάκελο. Πλέον ήταν απόλυτα πεπεισμένη πως οι γονείς της, της έκρυβαν πράγματα απ’ το παρελθόν. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι γνώριζαν ποιος ήταν ο βιολογικός της πατέρας, αλλά για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν της το αποκάλυπταν. Οι μέχρι τώρα προσπάθειές της να ανακαλύψει την αλήθεια, είχαν πέσει στο κενό. Δεν είχε βρει τίποτα ουσιαστικό ούτε στην Κρήτη, αλλά ούτε και στην Εύβοια που είχε ψάξει. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να βρει κάτι στο σπίτι στην Περαία, αλλά ήταν το μόνο στοιχείο που είχε πια. Δεν έχανε τίποτα να κάνει μια ακόμη προσπάθεια…

Μετά τη δουλειά, έφυγε κατευθείαν με το αμάξι της για την Περαία. Σ’ όλη τη διαδρομή, ένιωθε πολύ περίεργα. Είχε να πατήσει σ’ αυτό το σπίτι σχεδόν 30 χρόνια. Δεν θυμόταν καν πού βρισκόταν. Δεν θυμόταν απολύτως τίποτα. Είχε ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του, μέχρι που έπεσαν στα χέρια της αυτά τα κλειδιά. Στη διαδρομή, της τηλεφώνησε ο Άρης να την ρωτήσει αν θα περνούσε καθόλου απ’ το εστιατόριο να την δει. Του είπε μια δικαιολογία και κανόνισαν να βρεθούν την Τετάρτη. Δεν ήθελε να του πει τίποτα γι’ αυτή την ιστορία, όχι ακόμη τουλάχιστον.

Δεν δυσκολεύτηκε πολύ να βρει το σπίτι. Ήταν μια παλιά μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα, σχετικά απομονωμένη απ’ τα υπόλοιπα σπίτια. Η περιοχή φαινόταν αρκετά ήσυχη και την ώρα εκείνη δεν περνούσε ψυχή. Κοίταξε το σπίτι, ήταν ερειπωμένο. Τα παντζούρια ήταν κλειστά κι η αυλόπορτα κλειδωμένη με λουκέτο. Η αυλή ήταν γεμάτη με αγριόχορτα. Προς στιγμήν σκέφτηκε πως ίσως να μην ήταν καλή ιδέα να έρθει μόνη της εδώ. Ίσως έπρεπε να πει στη Φανή να έρθει μαζί της. Δεν ήξερε όμως πώς θα αντιδρούσε η αδερφή της, αν της έλεγε πως πήρε κρυφά τα κλειδιά απ’ τους γονείς τους. Ίσως έπρεπε να πει στον Άρη, αλλά και πάλι… τι να του έλεγε;

Έβγαλε τα κλειδιά απ’ την τσάντα της και προσπάθησε να βρει το κλειδί που άνοιγε το λουκέτο. Στο μπρελόκ υπήρχαν δύο κλειδιά. Βρήκε το σωστό με τη δεύτερη προσπάθεια. Μάλλον είχε πολλά χρόνια να ανοιχτεί αυτή η κλειδαριά, δυσκολεύτηκε πολύ να γυρίσει το κλειδί. Μπαίνοντας στην αυλή, κοίταξε γύρω της. Δεν θυμόταν καθόλου αυτό το χώρο. Ήταν πολύ μικρή όταν έφυγε από εδώ, ήταν λογικό, ήλπιζε όμως να μπορούσε να θυμηθεί κάτι όταν έβλεπε το εσωτερικό του σπιτιού. Περπάτησε με αργά βήματα προς στην εξώπορτα. Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά, έσπρωξε την πόρτα και κοίταξε μέσα. Μια έντονη μυρωδιά από κλεισούρα και μούχλα γέμισε τα ρουθούνια της. “Ήταν πολύ κακή ιδέα τελικά να έρθω μόνη” σκέφτηκε. Στη θέα του σκοτεινού εσωτερικού, ένιωσε φόβο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε στο σπίτι.

Μπροστά της ήταν ένας μεγάλος χώρος, που λογικά κάποτε ήταν το καθιστικό. Με γρήγορες κινήσεις, άνοιξε τα παράθυρα για να γλιτώσει όσο γίνεται απ’ την άσχημη μυρωδιά και για να βλέπει καλύτερα. Στο χώρο δεν υπήρχε τίποτα. Μια παλιά πλαστική καρέκλα μόνο, κοντά στο παράθυρο. Στα αριστερά της υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα. Ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα, είδε πως στην άκρη υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι με τέσσερις καρέκλες. Κοίταξε τα παλιά ντουλάπια της κουζίνας και τα άνοιξε ένα ένα. Ήταν όλα άδεια, εκτός από ένα που είχε μέσα κάποια νεροπότηρα και μια γυάλινη κανάτα. Τίποτα κι εδώ… “Άδικα ήρθα! Τα έχουν πάρει όλα!” σκέφτηκε και βγήκε απ’ την κουζίνα. Έριξε μια ματιά στο μπάνιο που βρισκόταν απέναντι, αλλά κι εκεί δεν υπήρχε απολύτως τίποτα.

Στον μακρύ διάδρομο που υπήρχε μπροστά της, είχε άλλες τρεις πόρτες. Άνοιξε την πρώτη. Το δωμάτιο ήταν εντελώς άδειο. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε γύρω της. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Προχώρησε στην επόμενη πόρτα. Ένα παλιό ξύλινο μονό κρεβάτι χωρίς στρώμα, υπήρχε στη γωνία. Δίπλα του είχε ένα κομοδίνο και στη δεξιά πλευρά μια μεγάλη τετράφυλλη ντουλάπα. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα για να μπορεί να δει καλύτερα. Είχε ήδη αρχίσει να συνηθίζει την βαριά μυρωδιά του χώρου. Άνοιξε τα συρτάρια του κομοδίνου. Άδεια… Πήγε στην ντουλάπα. Άνοιξε τα φύλλα και κοίταξε μέσα. Λίγες ξύλινες κρεμάστρες ήταν κρεμασμένες. Άδειες… Στο κάτω μέρος της ντουλάπας υπήρχε μια κούτα. Η Μαρίνα έσκυψε και την άνοιξε. Πινέλα, παλέτες και κουτιά με ξεραμένα χρώματα. Έσμιξε τα φρύδια της, ποιανού να ήταν αυτά; Απ’ όσο γνώριζε, μόνο εκείνη ζωγράφιζε στην οικογένεια. Τα ξαναέβαλε στη θέση τους κι έκλεισε την ντουλάπα.

Έσπρωξε και την τελευταία πόρτα. Ένα παλιό, διπλό, ξύλινο κρεβάτι ήταν στη μέση του δωματίου, με δυο κομοδίνα δίπλα του. Άνοιξε το παράθυρο. Απέναντι απ’ το κρεβάτι υπήρχε μια τρίφυλλη ντουλάπα. Κοίταξε στα κομοδίνα και το μόνο που βρήκε μέσα σ’ ένα συρτάρι, ήταν μια μικρή εικονίτσα της Παναγίας. “Αυτή είναι η τελευταία μου ελπίδα” σκέφτηκε πριν ανοίξει τη ντουλάπα. Ήταν εντελώς άδεια. Της ήρθε να βάλει τα κλάματα! Σ’ αυτό το σπίτι είχε εναποθέσει τις τελευταίες της ελπίδες. Βρισκόταν πάλι σε αδιέξοδο. Τις σκέψεις της διέκοψε ο ήχος του κινητού της. Κοίταξε την οθόνη που αναβόσβηνε το όνομα του Άρη.

-Άρη…

-Τι κάνεις κορίτσι μου;

-Καλά… να, σε λίγο φεύγω απ’ τη δουλειά που σου έλεγα. Σε καμιά ώρα θα είμαι σπίτι.

-Θες να περάσεις λίγο από εδώ; Να πιούμε κανένα καφέ;

-Καλύτερα όχι…

-Έχεις κάτι; Σ’ ακούω παράξενη.

-Όχι, τίποτα. Απλά είμαι λίγο κουρασμένη.

-Να το σκάσω απ’ τη δουλειά και να έρθω σπίτι σου να σε δω για λίγο;

-Εντάξει. Θα σε πάρω όταν φτάσω για να έρθεις…

-Θα περιμένω. Φιλάκια!

Ήταν τόσο απογοητευμένη και θυμωμένη που της ερχόταν να ουρλιάξει! Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα της ντουλάπας. Δεν έκλεισε. Την έσπρωξε με το χέρι της και πάλι δεν έκλεισε καλά. “Μα τι στο καλό;” σκέφτηκε και κοίταξε καλύτερα την πόρτα. Διαπίστωσε πως από το πάνω μέρος της ντουλάπας κρεμόταν ένα σκούρο μπλε λουρί, που εμπόδιζε την πόρτα να κλείσει. Έκανε λίγα βήματα πίσω για να καταφέρει να δει τι υπήρχε πάνω στη ντουλάπα. Έμοιαζε με σάκο… Πήγε ξανά μπροστά στη ντουλάπα και προσπάθησε να τον φτάσει με το χέρι της. Δεν τα κατάφερε, ήταν πολύ ψηλά το λουράκι για να μπορέσει να το πιάσει. Κοίταξε γύρω της να βρει κάτι που θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Δεν είδε τίποτα. Κοντοστάθηκε λίγο και πήγε τρέχοντας στην κουζίνα. Πήρε μια καρέκλα και την μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. Ανέβηκε πάνω κι έφτασε με ευκολία τον σάκο. Ήταν γεμάτος με σκόνη. Κατέβηκε και τον ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον άνοιξε.

Πάνω πάνω είχε ένα μαύρο ντοσιέ. Το άνοιξε και κοίταξε μέσα. Χαρτιά… Τα γράμματα ήταν ελαφρώς ξεθωριασμένα απ’ τα χρόνια, αλλά μπορούσε άνετα να τα διαβάσει… “Ληξιαρχική πράξη θανάτου. Ανδρέου Βασιλική του Αντωνίου, ετών 26”. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Μια φωτοτυπία ταυτότητας κι ένα βιβλιάριο υγείας της Βασιλικής. Τα άφησε προσεχτικά πάνω στο κρεβάτι κι έβγαλε απ’ το σάκο ένα κλειδί αυτοκινήτου. Το πήρε στα χέρια της και το κοίταξε. Μια μικρή ασημένια καρδούλα συγκρατούσε ένα κρίκο, στον οποίο ήταν περασμένα το κλειδί. Απ’ το σάκο έβγαλε κι ένα μικρό παλιό αρκουδάκι σε λευκό χρώμα με μια μικρή κόκκινη καρδιά στην κοιλιά του. Του έλειπε το ένα μάτι. Στο σάκο υπήρχε και μια μικρή εικονίτσα του Αγίου Νικολάου. Στο κάτω μέρος του σάκου, υπήρχε κι ένα κουτάκι, ένα μικρό βελούδινο κουτάκι, ταλαιπωρημένο απ’ τα χρόνια. Το άνοιξε. Μέσα είχε μια κόκκινη κορδέλα κι ένα χρυσό λεπτό βραχιόλι. Το κοίταξε πιο προσεχτικά κι είδε πως είχε σκαλισμένα δυο γράμματα επάνω του. Α – Μ… “Α-Μ; Ποιανού ήταν αυτό;”. Ο σάκος είχε αδειάσει. Τίποτε άλλο δεν υπήρχε μέσα. Η Μαρίνα κάθισε στο κρεβάτι με το βραχιόλι στα χέρια της. Προσπαθούσε να σκεφτεί τι μπορεί να σήμαινε αυτό το Α-Μ. Ξαφνικά άρχισε να νιώθει ότι πνίγεται εκεί μέσα!

Σηκώθηκε και πήρε το ντοσιέ με τα χαρτιά για να το βάλει στον σάκο. Έπρεπε να πάρει τα πράγματα και να φύγει! Όταν πήγε να τον ακουμπήσει στον σκούρο μπλε σάκο, είδε κάτι άσπρο… ήταν ένα χαρτάκι, δεν το είχε δει πριν. Το πήρε στα χέρια της και το κοίταξε. Ήταν ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα. Έγραφε “Μην μας ψάξεις! Δεν αντέχω άλλο! Βασιλική…”.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Κόκκινη Κλωστή – 9 & 10”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading