Κάποτε, τα χρόνια εκείνα όπου οι ιππότες ήταν οι κυρίαρχοι ήρωες των ιστοριών που αφηγούνταν οι πλανόδιοι κι ολίγον τι ψεύτες, γυρολόγοι και των άχαρων τραγουδιών των τροβαδούρων, έγινε κάτι τρομερό, μια πολύ νέα και όμορφη πριγκίπισσα, όντας πολύ εκνευρισμένη με την υπερπροστατευτικότητα των γονιών της που κυβερνούσαν την ένδοξη Γαλλία και που είχαν ξεκαθαρίσει πως η μοναχοκόρη τους, η θεσπέσια Βερενίκη δεν θα πήγαινε πουθενά χωρίς συνοδεία, αποφάσισε να βγει από το κάστρο του Παρισιού, από την πόλη γενικότερα και να πάει κάπου όπου δεν θα την ήξεραν και όπου θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε.
Έτσι και έκανε. Ένα κρύο βράδυ, ντύθηκε με τη φορεσιά που προτιμούσαν οι γυναίκες που υπηρετούσαν στο κάστρο και το εγκατέλειψε, χωρίς να τη δει κανείς.
Όλα έβαιναν καλώς, αντιμετώπιζε το ταξίδι και τις δυσκολίες του -που ήταν πολλές για μια κακομαθημένη πριγκίπισσα- καρτερικά, ώσπου μια νύχτα που έβρεχε, αναγκάστηκε να καταλύσει σε μια σπηλιά, παίρνοντας μαζί της και το άλογο, το οποίο, όμως, δεν ήθελε να μπει και ήταν πολύ ανήσυχο.
Όταν η πριγκίπισσα Βερενίκη είδε ένα τεράστιο στόμα να αρπάζει το όμορφο άλογό της και να το τρώει μπροστά στα μάτια της, ούρλιαξε, αλλά δεν έτρεξε. Δεν μπορούσε.
Ο δράκος της χαμογέλασε και της μίλησε με πονηρή φωνή «Θα μείνεις για πάντα εδώ, πριγκίπισσα!».
Γιατί δεν την έφαγε; Όχι, δεν ήταν χαζός ο δράκος. Ούτε είχε χορτάσει που έφαγε ένα τόσο μικρότερο ζώο. Ούτε υποτιμούσε το ότι η Βερενίκη ήταν μικροκαμωμένη. Όχι. Ήξερε ότι θα έρχονταν γι’ αυτήν, να τη σώσουν υποτίθεται. Άνθρωποι χαζοί. Και θα τους έτρωγε όλους. Και δεν θα ξαναπεινούσε. Το μόνο που έπρεπε να κάνει, ήταν να φροντίσει να μαθευτεί το γεγονός ότι είχε την πριγκίπισσα. Έτσι, ένα πρωί βγήκε από τη σπηλιά του έχοντας την Βερενίκη στο στόμα του, ζωντανή και πολύ τρομαγμένη. Πέρασε πάνω από χωριά και το ίδιο το Παρίσι, προσφέροντας όσο το δυνατόν καλύτερο θέαμα της Βερενίκης ανάμεσα στα δόντια του. Έπειτα επέστρεψε στη σπηλιά του και περίμενε τους χαζούς ανθρώπους. Οι οποίοι άρχισαν να συρρέουν. Πρώτα ένας ολόκληρος στρατός από ιππότες και άρματα και κάθε λογής όπλα. Ήταν λίγοι για να νικήσουν το δράκο, αλλά πολλοί για να ικανοποιήσουν την πείνα του για μέρες πολλές. Ύστερα, ήρθαν απλοί άνθρωποι, είτε ανά ομάδες, είτε ο καθένας μόνος του. Τους απόλαυσε όλους.
Για λίγο, όταν έγινε κατανοητό ότι όποιος πήγαινε για να σώσει την Βερενίκη πέθαινε, σταμάτησαν να έρχονται. Αλλά ο δράκος δεν απογοητεύτηκε.
Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να προκηρύξει διαγωνισμό. Όποιος έφερνε σώα την κόρη του θα την παντρευόταν και θα είχε πλήρη δικαιώματα στο θρόνο. Μάλιστα, θα δινόταν στους υποψήφιους στολή ιππότη και αρματωσιά.
Ω ναι, πάρα πολλοί το τόλμησαν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα –γι’ αυτούς, για τη βασιλική οικογένεια, αλλά και για την πριγκίπισσα, γιατί ο δράκος μια χαρά πέρασε.
Μέχρι που μια μέρα, οι τρεις άντρες που σημείωναν τα ονόματα των υποψηφίων, είδαν να πλησιάζει ένας άντρας κοντός και όπως σκέφτηκαν, τόσο παχουλός, που έμοιαζε με γελωτοποιό που είχε καταπιεί ένα ολόκληρο αγριογούρουνο. Οι τρεις στρατιώτες απόρησαν, αλλά και διασκέδασαν με το… «θέαμα».
«Θέλω να συμμετέχω», τους είπε ο άλλος.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ένας τους.
«Ναι. Θέλω να σώσω την πριγκίπισσα».
«Και μπορείς;»
«Ναι».
Οι τρεις απογραφείς κοιτάχτηκαν, αλλά εν τέλει συμφώνησαν. Ήταν υποχρεωμένοι άλλωστε να δέχονται τους πάντες.
«Πώς λέγεσαι;»
«Λουί Τρεμπουσέ».
«Τρεμπουσέ;» έκανε ένας άλλος. «Όπως η πολιορκητική μηχανή;»
«Ναι».
Οι άντρες χασκογέλασαν, αλλά δεν το σχολίασαν παραπέρα.
«Την έχετε ακουστά;»
«Φυσικά. Στρατιώτες είμαστε».
«Από πού είσαι, Λουί Τρεμπουσέ;»
«Από τη Γαλλία».
«Ναι. Αλλά από πού συγκεκριμένα;»
«Από τη Γαλλία».
Ο απογραφέας κοίταξε τους συναδέλφους του.
«Γράψε από τη Γαλλία» απάντησε ένας τους. Και στον Λουί: «Υπόγραψε εδώ. Αναλαμβάνεις όλη την ευθύνη για ό,τι σου συμβεί».
Ο Λουί έκανε μια μουτζούρα.
«Ωραία. Πήγαινε εκεί. Θα σου φτιάξουν μια πανοπλία».
Ο Λουί έκανε να απομακρυνθεί.
Όμως, ο τρίτος απογραφέας τον ρώτησε ξανά: «Είσαι σίγουρος ότι θες να πας;»
«Ναι».
«Δεν μοιάζεις με ιππότη».
«Πρέπει να μοιάζω με ιππότη ή απλά να θέλω να σώσω την πριγκίπισσα;»
Οι απογραφείς στραβοκοίταξαν τον Λουί, αλλά δεν είπαν κάτι άλλο, παρά φώναξαν τον επόμενο.
Ο Λουί έφυγε μετά από δύο μέρες, πλήρως οπλισμένος και με ένα άλογο, που, κακά τα ψέματα, δυσκολευόταν να τον κουβαλήσει. Γι’ αυτό και κατέβηκε κάποια στιγμή και προχώρησαν πλάι-πλάι.
Όταν έφτασε στο μονοπάτι που οδηγούσε στη σπηλιά, είδε ξεραμένα αίματα στο διάβα του και ρούχα σκισμένα και πολλές πατημασιές εδώ κι εκεί.
Το άλογό του, όπως και της πριγκίπισσας, διαμαρτυρήθηκε. Ο Λουί πήρε τα όπλα του και το άφησε ελεύθερο. Για κάποιο λόγο, το άλογο δεν έφυγε, παρά συνέχιζε να στριγκλίζει και να βροντά τα πόδια του.
Ο Λουί γύρισε προς τη σπηλιά και φώναξε: «ΔΡΑΚΕ, ΒΓΕΣ ΕΞΩ!»
Ο δράκος βγήκε. Και γέλασε πολύ δυνατά. «Εσένα έστειλαν τώρα;» ρώτησε τον Λουί. «Τόσο απελπισμένοι είναι;»
«Θέλω την πριγκίπισσα, δράκε», είπε ο Λουί, μη δίνοντας σημασία και στο άλογο που έκανε σαματά. «Είμαι ο Λουί Τρεμπουσέ και θέλω να επιστρέψω την πριγκίπισσα Βερενίκη στους γονείς της. Τώρα!».
Ο δράκος γέλασε ξανά. Αλλά, αντίθετα με τις προηγούμενες φορές, έκανε στην άκρη. «Αν καταφέρεις και βγεις έξω μαζί της», είπε, «είναι δική σου. Αλλιώς θα σε φάω».
Ο Λουί δίστασε στην αρχή, αλλά τελικά πέρασε το δράκο, καλύπτοντας το σώμα του με την ασπίδα και το σπαθί του και μπήκε στη σπηλιά. Η Βερενίκη, προφανώς σε κακά χάλια, σηκώθηκε χαμογελαστή, γιατί είχε ακούσει τις φωνές.
Αλλά, όταν είδε τον Λουί, οι ώμοι της έπεσαν.
«Εσένα έστειλαν;» ρώτησε.
Ο Λουί κοίταξε παραξενεμένος την πριγκίπισσα. «Όχι», είπε. «Μόνος μου ήρθα. Για να σας σώσω, πριγκίπισσα Βερενίκη. Ονομάζομαι Λουί Τρεμπουσέ». Υποκλίθηκε.
Η Βερενίκη κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι της. «Εσύ… ήρθες…;» Έχανε τα λόγια της. «Πώς πέρασες από το δράκο;»
«Απλά… με άφησε».
Η Βερενίκη φώναξε κάτι ακατάληπτο.
«Πριγκίπισσα; Είστε καλά;» Ο Λουί έκανε να την πλησιάσει. «Ελάτε να πάμε στους γονείς σας…»
Η Βερενίκη γέλασε. Δεν ήταν ωραίο γέλιο, ήταν ειρωνικό γέλιο. Είχε ακούσει πολλά τέτοια γέλια ο Λουί και δεν του άρεσαν. Ήταν κακόβουλα.
«Θα το ήθελες, ε;» τον ρώτησε η πριγκίπισσα. «Θα ήθελες να με σώσεις και να γίνεις βασιλιάς μια μέρα, είμαι σίγουρη».
Ο Λουί την κοίταξε αμίλητος.
Τον πλησίασε αγριεμένη. «Θα σου πω κάτι, μεσιέ και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Προτιμάω να μείνω εδώ για πάντα, προτιμάω να με φάει αργά-αργά ο δράκος, παρά να ζήσω στο κάστρο μαζί σου και να σε έχω κάθε νύχτα στο κρεβάτι μου».
Έξω από τη σπηλιά, ο δράκος γέλασε.
Ο Λουί ένευσε. «Εντάξει», είπε. «Όπως επιθυμείτε».
Γύρισε προς την έξοδο.
Η πριγκίπισσα έκλεισε τα μάτια, μην πιστεύοντας ακόμα τι είχε συμβεί σήμερα…
Και τότε σταμάτησε να σκέφτεται, γιατί ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι με την ασπίδα την έριξε λιπόθυμη.
Ο δράκος είδε τον Λουί να κουβαλά έξω την πριγκίπισσα.
Δεν τον σταμάτησε. Είχε χάσει το στοίχημα.
Ο Λουί είχε βρει έναν τρόπο για να ξεγελάσει και το δράκο και την πριγκίπισσα, την οποία, προς έκπληξη όλων, μετέφερε σώα στο Παρίσι πάνω το άλογό του και την παρέδωσε στο βασιλιά.
Και έφυγε, μια στρουμπουλή φιγούρα, με τα πρότερα ρούχα του και δίχως άλογο ή χρήματα ή τίτλους. Ο Λουί Τρεμπουσέ δεν ανήκε στην Βερενίκη ή στο Παρίσι. Ανήκε στην Γαλλία.
Κάποιοι γυρολόγοι έμαθαν την ιστορία του και τη διέδωσαν. Κάποιοι τροβαδούροι επίσης, έγραψαν μερικά τραγούδια γι’ αυτόν. Για τον Λουί Τρεμπουσέ της Γαλλίας, τον ήρωα της πριγκίπισσας Βερενίκης που ξεκοίλιασε τον τρομερό δράκο.
Ο κρυμμένος στη σπηλιά του δράκος δεν γέλασε όταν άκουσε τι έλεγαν.
Όπως το σκεφτόταν, του την είχε φέρει ένας χοντρός ιππότης.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
