Έστρωσε λίγο το μαντήλι στα μαλλιά της κι άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο απέραντο γαλάζιο. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά απ’ την ακτή, τόσο που γύρω της δεν έβλεπε τίποτα άλλο παρά θάλασσα. Αρχές φθινοπώρου και το καράβι είχε μεν κόσμο, όχι όμως την κοσμοσυρροή που υπήρχε όλο το καλοκαίρι. Το προτιμούσε έτσι, δεν της άρεσε η φασαρία κι ένιωθε μια ανασφάλεια όταν στο κατάστρωμα υπήρχε πολύς κόσμος.
Θυμόταν την τελευταία φορά που ανέβηκε σε καράβι, θυμόταν το φόβο της να πλησιάσει στην κουπαστή, θυμόταν το φόβο της απ’ όλους αυτούς τους άγνωστους που μιλούσαν δυνατά γύρω της. Θυμόταν την ψυχή της, που έμοιαζε να είχε κουλουριαστεί σε μια γωνία στο σώμα της και να βαριανασαίνει. Θυμόταν την αγκαλιά της, που μέσα της κοιμόταν γαλήνια το παιδί της, η κόρη της, η ζωή της όλη. Θυμόταν τα λεπτά που κυλούσαν βασανιστικά αργά, όπως και οι μεγάλες σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό της…
Κυνηγημένη έφυγε απ’ τον τόπο της, κυνηγημένη και φοβισμένη, με ελάχιστα λεφτά στην τσέπη, με πολλά τσαλακωμένα όνειρα στο μαύρο σάκο της, αλλά με μια τεράστια δύναμη, ένα τεράστιο κίνητρο μέσα στα χέρια της, την κόρη της. Με θολά απ’ τα δάκρυα μάτια, έφτασε στο λιμάνι. Ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα σακίδιο στην πλάτη κι ένα εισιτήριο στην τσέπη, όλα όσα είχε μαζί της. Και φόβοι, άγχη, στεναχώριες κι ανασφάλειες στην καρδιά της κι αυτά τα τελευταία της πήρε πολλά χρόνια να τα ξεφορτωθεί.
Παντρεμένη απ’ τα 16 της μ’ έναν άντρα που δεν ήθελε, που πριν τ’ αρραβωνιάσματα δεν είχε δει καν. Παντρεμένη μ’ έναν άντρα 15 χρόνια μεγαλύτερό της, έναν άντρα στον οποίο ο πατέρας της με χαρά την παρέδωσε, ίσα για να την ξεφορτωθεί, ίσα για να φύγει το “βάρος” απ’ τους δικούς του ώμους. Τι να κάνει κι αυτός βέβαια; Ένας άντρας μόνος, μιας κι η γυναίκα του, η μάνα της, έφυγε απ’ τη ζωή λίγο μετά τη γέννα. “Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει… Να ζήσεις να τη θυμάσαι…” του είχε πει η μαμή παραδίδοντας το νεογέννητο βρέφος στα τραχιά χέρια του. Άντρας κι αυτός, τι να ξέρει, πόσα να κάνει; Και την αγαπούσε τη γυναίκα του, τη λάτρευε, όλοι είχαν να το λένε, μα άντρας-πράμα να μεγαλώσει παιδί μόνος και μάλιστα κορίτσι, πού ακούστηκε; Ευτυχώς είχε τη μάνα του, χήρα από χρόνια, που στάθηκε στο πλευρό του κι ανέστησαν μαζί το κορίτσι, μέχρι που έφυγε κι εκείνη για τη γειτονιά των αγγέλων. Κόντευε τα 13 τότε η Ελένη.
Φτωχικά ζούσαν όπως όλοι, μα όσο ήταν η γιαγιά της, ποτέ δεν έλειπε το φαγητό απ’ το τραπέζι, ποτέ δεν έμεινε από καθαρά ρούχα, ποτέ δεν έμεινε από χάδια. Ο θάνατός της, σήμανε το τέλος της παιδική ηλικίας της Ελένης, σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για την μέχρι τότε ήρεμη ζωή της. Ο πατέρας της, που απ’ το θάνατο της γυναίκας του ήταν παραδομένος στο ποτό, βασιζόταν στη “γριά” του για όλα, για το σπίτι, για την ανατροφή της Ελένης, μέχρι και για τη δουλειά στα χωράφια, όταν εκείνος ήταν πολύ μεθυσμένος για να δουλέψει. Ο θάνατός της, άνοιξε τα μάτια του και είδε την σκληρή πραγματικότητα, ήταν τελείως μόνος πια! Έπρεπε εκείνος να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη δουλειά, το σπίτι και την κόρη του, μια κόρη που δεν ήξερε πώς να της συμπεριφερθεί και που είχε αρχίσει ν’ ανθίζει, να μεγαλώνει, να ομορφαίνει. Το “να μη μας ντροπιάσει” ήταν το πρώτο του μέλημα και την σταμάτησε απ’ το γυμνάσιο, όπου είχε καταφέρει -με την υποστήριξη της γιαγιάς της- να τελειώσει την πρώτη τάξη. Το “να μη μας ντροπιάσει” ήταν που 2 χρόνια αργότερα, στα 15 της, τον έκανε να την αρραβωνιάσει με τον Λάμπρο, έναν τριαντάρη κτηματία απ’ το διπλανό χωριό. Δεν την ρώτησε, δεν ζήτησε τη γνώμη της, απλά της το ανακοίνωσε και δεν τον λύγισαν τα δάκρυά της. Δεν τον ήθελε! Δεν τον γνώριζε καν! “Θα τον μάθεις και θα τον συνηθίσεις! Και το νου σου! Μην μας ντροπιάσεις! Κερί αναμμένο θα είσαι δίπλα στον άντρα σου! Μετά το γάμο, η πόρτα του σπιτιού μου θα μείνει κλειστή…”.
Της φάνηκε γέρος και άσχημος και κοιλαράς. Της φάνηκε αντιπαθητικός και πονηρός και κακός. Μέσα σε όλα είχε πέσει, αλλά ποιος νοιαζόταν για τη γνώμη της; Κι έγινε γυναίκα του με δόξα και τιμή. Και μετακόμισε στο χωριό του, στο σπίτι του. Στο διπλανό σπίτι έμενε κι η χήρα μάνα του, η κυρά-Χρυσούλα, που έκανε τα αδύνατα δυνατά να της σταθεί και να την βοηθήσει, γιατί έβλεπε τη συμπεριφορά του κανακάρη της. Οι προσβολές και το ξύλο έγιναν καθημερινότητα για το Λενιώ, που σαν λουλούδι σε γλάστρα που κανείς δεν ποτίζει, άρχισε γρήγορα να μαραίνεται. Δυο φορές έμεινε έγκυος και τις δυο φορές έχασε τα μωρά της απ’ το χέρι του ίδιου της του άντρα, που δεν σεβάστηκε ούτε την εγκυμοσύνη της και συνέχισε να την ξυλοκοπά σε κάθε ευκαιρία.
Ο πατέρας της άφαντος, χαμένος μέσα στο ποτό, σ’ έναν δικό του κόσμο, ήρεμος που “είχε κάνει το χρέος του” απέναντι στη μοναχοκόρη του. Κι εκείνη μόνη κι έρημη, έρμαιο του βασανιστή της. Αν δεν είχε και την κυρά-Χρυσούλα, θα είχε από χρόνια αποτρελαθεί. Μα κι εκείνη, γριά και άρρωστη γυναίκα, πόσα να κάνει; Κι εκείνη ένα παιδί τα κατάφερε κι έκανε κι αυτό σε μεγάλη ηλικία, κόντεψε να πεθάνει για να τον γεννήσει και τον πονούσε, αλλά δεν μπορούσε να μην πονάει και το Λενιώ, που μικρό κορίτσι υπέφερε τα πάνδεινα απ’ το μοναχογιό της! Απ’ τη μια έκλαιγε γιατί ένιωθε υπεύθυνη για το πώς φερόταν ο γιος της κι απ’ την άλλη προσευχόταν στο Θεό να του δώσει φώτιση και ν’ αλλάξει. Η ίδια είχε συνηθίσει στο ξύλο και στις βρισιές, μα αυτό το κοριτσάκι το λυπόταν η ψυχή της. Όταν δε, είδε τον γιο της να την χτυπάει αλύπητα αμέσως μετά τη γέννα της, τότε που ήρθε στη ζωή τους η κόρη τους, κατάλαβε πως έπρεπε να κάνει ό,τι μπορεί για να την σώσει.
“Μα να την χτυπήσει γιατί του έκανε κόρη κι όχι γιο; Το μάτωσε το έρμο Ασημίνα μου! Να το έβλεπες πώς καθόταν σε μια γωνιά μελανιασμένο και ματωμένο να θηλάζει την εγγόνα μου, να μάτωνε η ψυχή σου!”, αυτά κι άλλα τόσα είπε μια μέρα στη γειτόνισσά της την κυρά-Ασημίνα, που την είχε προσκαλέσει να πιούνε καφέ μετά την Κυριακάτικη λειτουργία. Εκείνη απόμεινε για λίγο να την κοιτάζει. Ήξερε. Κι αυτή ήξερε, όπως όλοι. Ήξερε και σώπαινε, γιατί πώς να μπλεχτείς σε ξένο σπιτικό; Κι ήξερε πως για να της ανοιχτεί η κυρά-Χρυσούλα, το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. “Θα τη βρούμε τη λύση Χρυσούλα μου, δώσε μου λίγο μόνο χρόνο…” αυτό της είπε την ώρα που την ξεπροβόδιζε απ’ την αυλή της.
Και την βρήκαν τη λύση. Εκείνες οι δυο ηλικιωμένες γυναίκες το ένιωσαν το Λενιώ κι έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους για να τη σώσουν. Ένα εισιτήριο για ένα νησί, ένα μικρό σπιτάκι για εκείνη και την κορούλα της και μια δουλειά που την περίμενε με το που θα έφτανε εκεί. Αυτό ήταν η σωσίβια λέμβος που χάρισε η κυρά-Ασημίνα στην Ελένη, γιατί είχε γιο καπετάνιο στα καράβια, που ήξερε κόσμο και ντουνιά. Λίγα λεφτά, ένα μικρό κομπόδεμα για τις πρώτες μέρες, λίγο φαγητό για το δρόμο και την ευχή της, έδωσε στην Ελένη η πεθερά της κι έτσι βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο λιμάνι να τρέμει απ’ το φόβο της αγκαλιά με την κορούλα της, κάπου 30 χρόνια πριν. Τόσα ήταν τα χρόνια που είχε ν’ ανέβει σε καράβι η Ελένη. Τριάντα ολόκληρα χρόνια έμεινε στο νησί και δεν ξεμυτούσε, γιατί ακόμη τα βράδια έβλεπε στον ύπνο της τον Λάμπρο να την κυνηγά. Μα αυτός ο φόβος της δεν της στέρησε τη δύναμη και κατάφερε με πολύ δουλειά και πολλές στερήσεις να μεγαλώσει την κόρη της μόνη με αξιοπρέπεια. Και να που τώρα, 30 χρόνια μετά, η αγάπη της για εκείνη την ξαναέβγαζε στ’ ανοιχτά, μόνο που τώρα ήταν για χαρές! Η κόρη της, η μονάκριβή της, η Χρύσα της, παντρευόταν ένα καλό παιδί, που την αγαπούσε και την κοιτούσε στα μάτια με λατρεία. Και τι άλλο ήθελε η Ελένη για να είναι ευτυχισμένη;
Ποιος να της το έλεγε πως θα τα κατάφερνε τελικά; Κατάφερε και μεγάλωσε την κόρη της, την έκανε ένα θαυμάσιο άνθρωπο, την σπούδασε και στάθηκε δίπλα της σε όλα. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια που η Χρύσα ζούσε στην πρωτεύουσα, ερχόταν συχνά για να την δει. Της είχε πει μάλιστα να πάει να ζήσει με εκείνη και τον άντρα της στην Αθήνα αν ήθελε, μα η Ελένη δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει. Το είχε πονέσει τόσα χρόνια το νησί, τόπο της το ένιωθε. Αν δεν ήταν εκείνα τα χώματα και μια χούφτα άνθρωποι που της άπλωσαν το χέρι και την βοήθησαν στις δύσκολες στιγμές, όλα θα ήταν τόσο διαφορετικά σήμερα! Και πάντα έφερνε στις προσευχές της την πεθερά της, την κυρά-Ασημίνα και τον γιο της τον καπετάνιο, που ποτέ της δεν είχε γνωρίσει. Πάντα έφερνε στο νου της τους γείτονες στο νησί που έσπευσαν να την συνδράμουν και να της σταθούν με την άφιξή της εκεί, το αφεντικό της που είχε πληροφορηθεί για την κατάσταση κι αμέσως της έδωσε δουλειά στο φούρνο του και που με το θάνατό του, της άφησε το μαγαζί. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που είτε με ένα λόγο παρηγοριάς, είτε με ένα χαμόγελο, την έκαναν να νιώθει άνθρωπος, δικός τους άνθρωπος…
Έστρωσε λίγο το μαντήλι στα μαλλιά της κι άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο απέραντο γαλάζιο. Κάποτε νόμιζε πως όλα είχαν τελειώσει κι όμως πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή… Εκεί που νομίζεις πως όλα τέλειωσαν, κάτι γίνεται και καταλαβαίνεις πως δεν ήταν το τέλος, αλλά μια επανεκκίνηση, μια ακόμη ευκαιρία. “Ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάμε, ποτέ δεν ξέρουμε τι κρύβεται πίσω από κάθε στροφή…” σκέφτηκε και χαμογέλασε στρέφοντας το βλέμμα της στον καυτό ήλιο που χάιδευε το πρόσωπό της.
Κική Γιοβανοπούλου
