192

Ο μπαμπάς καθόταν αμίλητος και μελαγχολικός στα οικογενειακά τραπέζια. Είχε ένα βλέμμα απλανές, σαν το πνεύμα του να ήταν ασυγχρόνιστο με την πραγματικότητά μας… Μιλούσε λίγο κι έσπαγε ένα χαμόγελο τις στιγμές που όλοι γελούσαν, μη θέλοντας να φανεί αμέτοχος κι ας μην είχε πιάσει το αστείο κι ας μην είχε ακούσει πολλές φορές λέξη από τη συζήτηση. Με την αδερφή μου, από τότε που ήμασταν μικρές αναρωτιόμασταν τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στο μυαλό του. Μα το μεγαλύτερο μυστήριό μας, παρέμενε πάντοτε εκείνο το κουτί… Ένα κουτί με κλειδαριά, που έγραφε με μαύρο μαρκαδόρο 192…

Ήταν πάντοτε τοποθετημένο σε ένα από τα ράφια του γραφείου του, ανάμεσα σε οικογενειακά λευκώματα κι άλλα κουτιά με παλιά αντικείμενα. Την πρώτη φορά που τον ρωτήσαμε -ζήτημα να ήμασταν 5 – 6 χρονών – μας είπε πως μονάχα εκείνος μπορεί να δει το περιεχόμενό του, εξιτάροντας ακόμα περισσότερο την περιέργειά μας. Από τότε, πολλές φορές, όποτε περνούσα από το δωμάτιο, δοκίμαζα να το ανοίξω, ελπίζοντας πως θα το έχει ξεχάσει ξεκλείδωτο. Άλλες φορές, χωριζόμασταν και ψάχναμε σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού το κλειδί. Στα συρτάρια, μέσα σε άλλα κουτιά, ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων, στις τσέπες από τα ρούχα του… Είχαμε σχεδιάσει στο χαρτί τον δικό μας χάρτη με τα πιθανά μέρη που μπορεί να βρίσκεται κρυμμένο, παίζοντας για χρόνια αυτό το “κυνήγι του χαμένου θησαυρού μας”, μα δεν καταφέραμε να τον ανακαλύψουμε…

Με τα χρόνια μπήκαμε στην εφηβεία, αποκτήσαμε δικούς μας προβληματισμούς και σβήσαμε από το μυαλό το αγαπημένο μας παιχνίδι. Μα η αλήθεια συχνά βρίσκει τον τρόπο να αποκαλυφθεί, τη στιγμή που σταματάς μανιωδώς να την αναζητάς…

Στα 17 μας, ένα πρωί του καλοκαιριού, ενώ οι γονείς μας έλειπαν στη δουλειά, καθόμουν στο κρεβάτι τους χαζεύοντας στην τηλεόραση πίνοντας έναν παγωμένο καφέ. Καθώς σηκώθηκα, μια απότομη κίνηση είχε ως αποτέλεσμα να χυθεί μια μικρή ποσότητα του καφέ στο διπλανό μαξιλάρι, μα καθώς έβγαζα τη λερωμένη μαξιλαροθήκη, θέλοντας να την αλλάξω με μια καθαρή, έπεσε ξαφνικά ένα κλειδί… Για λίγα δευτερόλεπτα σάστισα, αλλά έπειτα άφωνη κατάλαβα πως μόλις είχα βρει το κλειδί που ψάχναμε από τα παιδικά μας χρόνια. Έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο να ξυπνήσω την αδερφή μου και ενθουσιασμένες πήγαμε να ανοίξουμε το μυστηριώδες κουτί. Μέσα είχε ένα πλήθος ξεθωριασμένων φωτογραφιών του πατέρα μαζί με μια κοπέλα… Ήταν αρκετά νέοι και φαινόταν ερωτευμένοι και χαρούμενοι…
Βρήκαμε επίσης ένα μενταγιόν με μια μισή καρδιά κι ένα πυκνογραμμένο σημείωμα. Αρχίσαμε να το διαβάζουμε με αγωνία..

19-2- 1992

«Σε ευχαριστώ που έστω για λίγο με έκανες να νιώσω πως έχω μια θέση σε αυτόν τον κόσμο… Δε θα ξεχάσω ποτέ την ασφάλεια και την ελπίδα που ένιωσα μες στην αγκαλιά σου… Το διάστημα που ήσουν στη ζωή μου, φωτίστηκε ο κόσμος μου και παρόλο που φεύγω νωρίς, αποχωρώ με αναμνήσεις που μου θυμίζουν πως άξιζε το πέρασμά μου εδώ… Μη νιώσεις ενοχές γι’ αυτό που γίνεται… Μονάχα ευγνωμοσύνη έχω για σένα… Ήσουν το στήριγμά μου για όσο μπορούσες, μέχρι να λυγίσεις… Ακόμα και τα πιο γερά στηρίγματα σπάνε, όταν κρατάνε για καιρό τέτοιο μεγάλο βάρος… Δε θα σπαταλούσες όλη τη νιότη σου, με ένα ανήμπορο άτομο… Να θυμάσαι πως αυτό που μένει στο τέλος, είναι η αγάπη που μαζεύουμε στην καρδιά μας… Σε αγαπώ πολύ… Αντίο…»
Άννα

Καθώς τελειώσαμε την ανάγνωση, έκπληκτες και συγκινημένες κοιτάξαμε πίσω μας και είδαμε τον πατέρα παγωμένο να μας κοιτάζει.
-Τελικά το είδατε… Δεν ήθελα να μάθετε έτσι, γι’ αυτό περίμενα να σας το πω την κατάλληλη στιγμή…
-Αν καταλαβαίνω σωστά, αυτό ήταν ένα σημείωμα αυτοκτονίας, έδωσε τέλος στη ζωή της εξαιτίας σου;

-Κάπως έτσι… Θα σας εξηγήσω… Με την Άννα ήμασταν μαζί για περίπου 5 χρόνια… Μετά την πρώτη μας επέτειο διαγνώστηκε με καρκίνο… Οι γιατροί της έδιναν λίγες ελπίδες ότι θα μπορούσε να τον νικήσει. Την στήριζα όπως μπορούσα, την αγαπούσα στα αλήθεια, όμως ήμουνα μόλις 26 χρονών και η ζωή μου πια είχε περιοριστεί σε γιατρούς, εξετάσεις, περίθαλψη… Συγκατοικούσαμε τα διαστήματα που δε νοσηλευόταν… Ήθελα κάπως να νιώσω ζωντανός, να ξεφύγω για λίγες στιγμές από το άγχος και τη μαυρίλα. Βλέπετε η μια μου πλευρά την αγαπούσε όσο τίποτε άλλο, ενώ η άλλη ήθελε να θυμηθεί την ενέργεια και τη ζωντάνια της. Κάπως έτσι γνώρισα τη μαμά σας. Ξεκίνησε σαν ένα φλερτ για να ξεχαστώ. Η κοπέλα όμως κάποια στιγμή το έμαθε από κοινούς γνωστούς. Αυτό σε συνδυασμό με τον πόνο της αρρώστιας, της έσβησε κάθε διψά για ζωή, έπεσε από το παράθυρο του νοσοκομείου αφήνοντας στο κρεβάτι, αυτό το σημείωμα..
-Δηλαδή τη μαμά δεν την αγαπάς; Την παντρεύτηκες γιατί θα έμενες μόνος σου μετά; διέκοψε ταραγμένη , η αδερφή μου

– Μετά από αυτό το γεγονός, οι τύψεις με στοίχειωναν για χρόνια. Ένιωθα υπεύθυνος που δεν στήριξα έναν άνθρωπο που αγαπούσα μέχρι την τελευταία του πνοή όπως της υποσχόμουν, ένιωθα ακραία εγωιστής! Η μαμά σας με στήριξε όσο κανείς σε όλο αυτό, χωρίς αυτή δεν ξέρω τι θα έκανα, αν θα συνέχιζα να βρίσκομαι εδώ. Εσείς γεννηθήκατε επτά χρονιά από όλο αυτό… Εσένα σε λένε Άννα, γιατί σου δώσαμε το όνομά της, προς τιμήν της…. είπε κοιτάζοντάς με.
-Μα γιατί όμως πάσχιζες τόσο να μας το κρύψεις όλο αυτό τόσα χρόνια; Πώς πίστευες ότι θα αντιδράσουμε; τον ρώτησα

-Ήθελα να είστε σε ηλικία τέτοια ώστε να μπορείτε να καταλάβετε ότι η μαμά και ο μπαμπάς αγαπιούνται κι ας συναντήθηκαν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Να μην μου εναντιωθείτε θεωρώντας ότι εξαιτίας μου χάθηκε πρόωρα μια ζωή… Να μπορείτε να κρίνετε σφαιρικά τις καταστάσεις. Αυτό το κουτί το φυλάω σαν θησαυρό, γιατί το περιεχόμενό του, είναι ένα κομμάτι της. Το κολιέ αυτό φορούσε στο λαιμό της όταν έφυγε. Είχαμε από ένα ίδιο… Νιώθω πως έχει την ενέργειά της, καμία φορά μιλάω σε αυτό και ζητάω συγγνώμη, της λέω πως στα αλήθεια την αγάπησα. Βέβαια, αν από κάπου με βλέπει, θα το ξέρει πλέον… είπε και άφησε για πρώτη φορά μπροστά μας τα δάκρυά του να κυλούν…

Iωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading