Εκείνος… ο κλασικός «ελληνάρας», ο άντρας ο βαρύς και ο ασήκωτος, ο αλητάκος, το παιδί της πιάτσας. Μέτριου αναστήματος, μελαχρινός, με την κλασική κοιλίτσα από τις μπύρες και τις μπριζολίτσες. Με το τουπέ του «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω». Μπροστά στην γυναίκα του και τα παιδιά, τύπος και υπογραμμός, ο σωστός οικογενειάρχης, ο κουβαλητής του σπιτιού, η ψυχή της παρέας για συγγενείς και φίλους, ο άνθρωπος γλεντζές. Ο Στάθης, από μικρό παιδί μες την αλητεία και μες στο τσαμπουκά. Οι γονείς του είχαν βαρεθεί να ανοίγουν αυτήν την μπλε νεοκλασική πόρτα του σπιτιού τους και να ακούνε τα κάθε λογής παράπονα από τους γειτόνους για την συμπεριφορά του. Ότι έσπασε το τζάμι του Μπάμπη του Λεπτόκαρη, ότι έκλεψε τα αυγά από τις κότες της κυρά Φροσύνης, ότι βασάνισε την κατσίκα του κυρ-Γιώργη, ότι έμπλεξε σε φασαρίες στην πάνω γειτονιά και άλλα πολλά. Οι γονείς του είχαν αγχωθεί για την πορεία του συγκεκριμένου παιδιού, ή σε κάνα χαντάκι περίμεναν να τον βρουν ή στην στενή να τον επισκέπτονται.
Ευτυχώς, πες η μοίρα, πες εκείνη η ψηλή, η ξανθιά η Γιωργίτσα του Γιώργη του Καραγεωργάκη από το διπλανό χωριό, που του ξελόγιασε τα μυαλά αρχικά, τον έβαλε στον ίσιο δρόμο και γλιτώσανε τα χειρότερα.
Η Γιωργίτσα, μεγαλωμένη σε μια κλασική χωριάτικη, αυστηρή, πατριαρχική οικογένεια, από αυτές που πας τις παντόφλες στον άντρα, που τον έχεις αγά και πασά μαζί και δεν επιτρέπεται καν να μιλήσεις αν δεν σου δώσει ο ίδιος τον λόγο, έψαχνε τρόπο πώς και πώς να ξεφύγει από την τόση καταπίεση, κακοποίηση και μιζέρια του σπιτιού της. Η διέξοδός της… ο Στάθης. Λίγο τα τσαλιμάκια, λίγο η ομορφιά της, λίγο το ότι ήξερε να παίρνει αυτό που θέλει με κάθε κόστος, της χάρισε το εισιτήριο εξόδου από το σπίτι των γονιών της και το εισιτήριο εισόδου για το σπίτι με τον άντρα της.
Ο καιρός κυλούσε ήρεμα, έπλασε ο ένας τον άλλο όπως τον ήθελε, πέρασαν τα “θέλω” και τα “πρέπει” τους, είτε φανερά είτε με πλάγιους τρόπους και κατάφεραν με τα τρία τους παιδιά να φτιάξουν μια φαινομενικά όμορφη και τυπική οικογένεια. Οι άνθρωποι όμως ξεχνάνε ότι όσο και να στολίσεις, όσο και να καμουφλάρεις ένα κάρβουνο, όπως και να το παρουσιάσεις, πάντα κάρβουνο θα μείνει και ας έχεις χαθεί να χαζεύεις άπειρες φορές την πορτοκαλοκόκκινη φλόγα του όταν είναι αναμμένο. Όταν η μοίρα θέλει να σου κάνει αισθητή την παρουσία της, θα βρει τον τρόπο να εισβάλει και να τα διαλύσει όλα στο διάβα της. Αρκεί να θέλει, αρκεί να μην την προκαλέσεις…
Ένα κλασσικό ανοιξιάτικο πρωινό, όλη η φύση ανθισμένη, οι μέλισσες να ψάχνουν απελπισμένα την γύρη τους μετά από τον βαρύ χειμώνα, όλη η πλάση βαμμένη στα χρώματα της ελπίδας, της αναγέννησης και του έρωτα. Μαζί με τις μέλισσες όμως βάλθηκε και ο Στάθης να ρουφήξει τους χυμούς της Ρούλας, της γειτόνισσας απέναντι. Πάνω στα τσαλακωμένα κάτασπρα σεντόνια από το πάθος, ο Στάθης παραδινόταν στην ηδονή του αρσενικού, του κυνηγού που είχε φροντίσει επί πολλά χρόνια να καταπιέσει μέσα του.
Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αρκούταν μόνο να εκφράζει τις καταπιεσμένες ορμές του και όχι να τις ασκεί, κάτι σαν το “βλέπω αλλά δεν αγγίζω”. Ποιος ξέρει… κανείς μάλλον δεν ξέρει και δεν θα μάθει για πριν. Για εκείνη την ώρα πάντως έμαθε η Γιωργίτσα, που ήρθε απρόβλεπτα από την δουλειά λόγω ενός ξαφνικού στομαχόπονου. Είναι εκείνο το λεπτό της μοιραίας συνάντησης, που η εμπιστοσύνη σου διαλύεται σε αμέτρητα κομμάτια, που η γη σείεται και η ασφάλεια κάνει φτερά, που το ψέμα και η κοροϊδία σε ασφυκτιούν και δεν μπορείς να πάρεις ανάσα.
Είναι εκείνο το δευτερόλεπτο, που το τέρας που είχες κοιμίσει επιμελώς τόσα χρόνια, ξυπνάει από το λήθαργο και θέλει να τα κατασπαράξει όλα στο πέρασμά του…
Εκείνο το δευτερόλεπτο… έγιναν χρόνια… χρόνια όμως δυσβάσταχτα και για τους δύο, πλήρης καταπίεση, μιζέρια και αβεβαιότητα. Επέλεξαν να ξανακοιμήσουν τα “θέλω” τους συνειδητά, για τα λάθη τους, για τις ανασφάλειές τους, για τα παιδιά, για τα μάτια του κόσμου. Μια συνεχή ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα μεταξύ τους, οι παρεξηγήσεις και οι υποψίες να δίνουν και να παίρνουν καθημερινώς, μια λέξη, ένα νεύμα και το ηφαίστειο ανασφαλειών της Γιωργίτσας εκρήγνυται αστραπιαία. Δεν μπορούσε να τον πιστέψει πια, τον περίμενε ανελλιπώς στην γωνία, να μυρίσει λίγο αίμα, να πάρει την εκδίκησή της. Ο Στάθης, κατάπιε τον ανδρισμό του και έμαθε να είναι σούζα μπροστά στην κυρά του, πνιγόταν, βούλιαζε στα “θέλω” του, αλλά…. Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν επιτρεπόταν να εκφραστεί, όλα παρεξηγούνταν, όλα παρερμηνεύονταν. Αγώνας δρόμου ποιος θα λυγίσει πρώτος στην διαδρομή και ποιος θα σωριαστεί.
Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να ξυπνήσει το τέρας μέσα σου. Να επιλέξεις να το αγνοήσεις σαν να μην υπάρχει, αν και αυτό από καιρό σε καιρό θα σου κάνει αισθητή την παρουσία του, με κάθε τρόπο.
Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να το αποδεχθείς και να συμφιλιωθείς μαζί του, αφού έτσι κι αλλιώς είναι δικό σου.
Η επιλογή είναι δική σου…
Stella
