Τους τη φέραμε!

Ο Χρήστος γεννήθηκε στην πινέζα του χάρτη, στην ακριτική Καρωτή, Γενάρη του 1947, πάνω που μια ολόκληρη χώρα πάλευε να ορθοποδήσει απ’ τον πόλεμο. Στερνοπούλι της πολύτεκνης οικογένειάς του, δυο αγόρια, δυο κορίτσια, μα επιβιώσαν όλοι με τα ζώα και τα μποστάνια τους. Ο πατέρας του, ζυμωμένος απ’τον μόχθο της γης και των τελευταίων βουβαλιών της περιοχής, ήταν πάντα άγρυπνος φρουρός και πολύ αυστηρός. Εξαιτίας της στάσης του αυτής, άντεξαν τα σκληρά χρόνια της κατοχής. Που του στέρησε τα τρία δάχτυλα του δεξιού του χεριού αλλά καμία δεξιότητά του, ας τον φωνάζαν στα κρυφά «ζερβοκανάτα Παναή»! Ήταν ο καλύτερος τεχνίτης για τις ρόδες των κάρων. Πίσω του, έχοντας χάσει από πολύ νωρίς τους δικούς της γονείς, υποτακτική σε κάθε του κουβέντα, η γυναίκα του.

Σκληρός όπου χρειαζόταν, ελάχιστα χάδια χάρισε τα παιδιά του. Όλα σωστά, να μην πει τίποτα ο κόσμος. Τώρα πια φρόντιζε να τρώνε καλά, να ντύνονται όπως πρέπει και μάλιστα άφησε τις δυο κόρες του να τελειώσουν το Δημοτικό! Ζούσαν ήρεμα, δε δίναν δικαιώματα, αυτός ήταν ο κανόνας. Κάλλιο να μην τους πιάνει κανείς στο στόμα του, παρά να πέφτουν στο κακό το μάτι. Η αλήθεια είναι πως τον σεβόταν οι πάντες τον πάτερ-φαμίλια και ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Ο Χρήστος όμως είχε γεννηθεί με το κουσούρι του ανοικτού μυαλού, πώς να φυλακίσει τις σκέψεις του στα στενά όρια του χωριού του; Με υπερβάλλοντα ζήλο, τελείωσε γυμνάσιο στη θεία του στην Ορεστιάδα και κατάφερε να μπει στην σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου. Οι δικοί του ζορίστηκαν πολύ, θα χάνανε ένα γερό ζευγάρι εργατικά χέρια, ακριβώς την στιγμή που το χρειαζόταν πιο πολύ. Αυτός όμως δε δείλιασε λεπτό, μάζεψε το δισάκι του, έχωσε κατάσαρκα την μαγιά του, το χαρτζιλίκι των δικών του και τους γύρισε την πλάτη. Έδωσε βέβαια την υπόσχεση επιστροφής ενώ άπλωνε τα φτερά του. Επιτέλους πετούσε ελεύθερος απ’ τα μασάλια και τις ζηλόφθονες ματιές των γειτόνων τους.

Ζορίστηκε πολύ στην αρχή. Ακόμα και το να περάσει απέναντι στα φανάρια της πρωτεύουσας, γι’ αυτόν τον χωριάτη, ήταν δύσκολο. Δε γνώριζε κανέναν και αυτό απ’ την μια ήταν ευλογία, απ’ την άλλη κατάρα. Οι συμφοιτητές του τον στηρίξαν αρκετές φορές. Εκτός της μοναξιάς, υπήρχαν μέρες που δεν είχε να φάει. Τα λίγα λεφτά που του έστελνε ο πατέρας του κάθε τρίμηνο, πολλές φορές δε επαρκούσαν ούτε για τα βασικά. Ευτυχώς πάντα έβρισκε μια στέγη να χώσει το κεφάλι του. Ειδικά οι καθηγητές του, είχαν αναγνωρίσει το αξιέπαινο της προσπάθειάς του.

Ο νους του έτρεχε με χίλια, η σχεδόν δαιμόνια εξυπνάδα του, τον ξεχώρισε αμέσως απ’ το πλήθος, οι καιροί βοηθούσαν τους τολμηρούς. Εκεί που πραγματικά ζορίστηκε ήταν στον τελευταίο έτος της σχολής. Παντρεύτηκαν και οι δυο αδελφές του τον ίδιο χρόνο και έπρεπε να προικιστούν, δεν περίσσευε ούτε δραχμή να του ταχυδρομήσουν. Ένιωθε πως ναυαγεί στο λιμάνι! Αναγκάστηκε να κάνει κάθε δυνατή χαμαλοδουλειά για να συντηρηθεί.

Λένε κάθε εμπόδιο για καλό. Κόντευε τα εικοσιένα και παράλληλα με τις σπουδές, η βασική του δουλειά ήταν βοηθός καφετζή! Εκεί, μόνιμη απογευματινή πελάτισσα ήταν η Βάσω. Πρωτευουσιάνα, κούκλα ζωγραφιστή, απ’ τις λίγες. Δεν ήταν χάρμα οφθαλμών μόνο για τον Χρήστο μα και των πελατών, η θέα της περιποιημένης γυναίκας. Απολάμβανε τον ελληνικό της και διάβαζε την εφημερίδα της, κρατώντας όμως αποστάσεις και παραμένοντας ψυχρή. Μόλις την πλησίαζε κάποιος με την χαζή δικαιολογία να της ανάψει το τσιγάρο, σήκωνε το ένα της φρύδι, τον κάρφωνε με το παγωμένο γαλάζιο της βλέμμα, ενώ άνοιγε την τσάντα της να βγάλει τον δικό της αναπτήρα. Σε άτακτη οπισθοχώρηση ο εκάστοτε υποψήφιος περαστικός! Οι θαμώνες ξέραν, απλώς την χαιρετούσαν ευγενικά. Για πότε έπιασε την κουβέντα με τον Χρήστο, ούτε αυτός κατάλαβε. Από εκεί που την θαύμαζε από μακριά κάθε φορά που έμπαινε στο μαγαζί, βρεθήκαν να μοιράζονται το διπλό της στρώμα!

Η Βάσω ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, διέμενε στο Κολωνάκι. Ζωντοχήρα και δεκατρία χρόνια μεγαλύτερη του Χρήστου. Το πνεύμα της, η κίνησή της, οι κουβέντες τους, τον μάγεψαν, αγκύρωσε την ψυχή του στην ζεστή αγκαλιά της. Και αυτός ο πανέξυπνος νεαρός ζέστανε την καρδιά της. Μετακόμισε στο ρετιρέ της σχεδόν αμέσως! Δεν είχαν να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν. Πιο πολύ πρόσεχαν τα «επαναστατικά» τους φρονήματα, παρά οτιδήποτε άλλο! Άσε που η περιποιημένα-ατημέλητη Βάσω και ο αδύνατος ηλιοκαμένος Χρήστος, μοιάζανε συνομήλικοι.

Δέσανε σα ζευγάρι, ιδανικός ο συνδυασμός τους, ήρεμο πάθος και αγνός έρωτας. Ένα σπρώξιμο ήθελε το πρώην χωριατόπαιδο, να πάρει μπρος. Αυτό ακριβώς έκανε η συμβία του! Κάνα δυο ταξίδια στην Ρώμη, του ανοίξαν τον ορίζοντα και άρπαξε την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά. Είχε ξεκινήσει η ανοικοδόμηση της Αθήνας, μέσα σε πέντε χρόνια έγινε ο άρχοντας της αντιπαροχής. Κόντευε το εισόδημά του να ξεπεράσει όσα εισέπραττε από ενοίκια η καλή του! Κυκλοφορούσαν στην Πανεπιστημίου με τον παρά τους και το κεφάλι ψηλά! Είκοσι μέρες ετησίως χωριζόταν, τον μισό Αύγουστο, που ο Χρήστος ανέβαινε στα μέρη του.

Η Βάσω είχε δηλώσει πως δεν ξαναπαντρευόταν, του Χρήστου αρκούσε να είναι ζευγάρι. Δέκα χρονάκια ευτυχίας κύλησαν σαν νερό. Μέχρι τις αρχές Σεπτέμβρη του ‘ 76, όταν κατέβηκε ο πατέρας του στην Αθήνα! Να δει πρώτον που μένει ο γιόκας του και δεύτερον, το κυριότερο, για δε θέλει να νοικοκυρευτεί με κορίτσι απ’ τα μέρη του. Τον υποδέχτηκε με δόξα και τιμές η Βάσω. Ταυτόχρονα ήταν και απόλυτα ειλικρινής απέναντί του. Απ’ την ηλικία της, μέχρι την άρνησή της για δεύτερο μυστήριο! Και ύστερα αποχώρησε και άφησε στο σαλόνι πατέρα και γιο. Δαγκώθηκε ο κυρ-Παναής! Δε θα έδινε την ευχή του ποτέ σε αυτό το σμίξιμο! Πρόσβαλε άσχημα τον Χρήστο, πως είχε γίνει υποχείριό της, πως αυτός πάντα ήθελε παιδιά, τι έμπλεξε μ’ αυτήν, τι να την κάνει που πέρναγε τα σαράντα, άκληρο θα τον παράταγε στα κρύα του λουτρού! Τι θα λέγαν στο χωριό για τον γιο του, που τον είχαν για προκομμένο και αυτός είχε γίνει μουνόδουλος να τον έχει σπιτώσει μια χωρισμένη! Του είπε, του έσουρε, ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί…

Αξημέρωτα τον πήρε και τον ανέβασε στον Έβρο. Τον όρκισε πως δε θα έχει ξανά καμία επαφή με την Βάσω, δεν του άξιζε αυτή η γυναίκα. Του πάσαρε και μια υποψήφια, την Νίτσα, εμφανίσιμη πολύ και αρκετά μικρότερη του Χρήστου, με έτοιμο σπίτι στην Αλεξανδρούπολη. Βρέθηκε παντρεμένος, νοικοκύρης και… έγκλειστος σε ένα σπίτι που ένιωθε φυλακισμένος. Ξένο το κρεβάτι, με ξένο σώμα δίπλα του, ισόβιος δραπέτης απ’ την ζωή του, στην ξένη καθημερινότητα! Ευτυχώς ξέφευγε με τη δουλειά. Θα μάθαινε ν’ αγαπά την γυναίκα του, ήταν πειθήνια, καλόκαρδη και έδειχνε να τον λατρεύει. Στόχος τους, η τεκνοποίηση. Τον έτρωγε όμως το σαράκι, δεν ήταν η Βάσω του… γι’ αυτό δεν έπρεπε να επιστρέψει, να έχει την παραμικρή επαφή με την ευτυχία που άφησε στην Αθήνα. Αν γύριζε έστω και την ματιά του, θα έμενε εκεί, θα τον έκαιγε η φωτιά της ξεριζωμένης αγάπης τους, σαν την πυγολαμπίδα που πλησιάζει την σπίθα του κεριού! Παρόλο που έβραζε μέσα του, η οικογένειά του δε θα καταλάβαινε το παραμικρό, θα την έκανε περήφανη, δε θα τους έπιανε κανένας στο στόμα του.

Αλλά όταν κάνει σχέδια ο άνθρωπος, η μοίρα χασκογελά. Ο Χρήστος έφθασε πενήντα χρονών και απογόνους δε αξιώθηκαν να κάνουν. Εκείνος επιθυμούσε να υιοθετήσουν, μα σε αυτό του έφερε την μοναδική της αντίρρηση η Νίτσα. Ήθελε παιδιά αποκλειστικά απ’ το αίμα τους, όχι ξένο, τι θα λέγαν οι χωριανοί! Πώς τα φέρνει η ζωή και πέθανε πρώτη από άτυπη πνευμονία μέσα σε μια βδομάδα, ας τους χώριζαν δώδεκα χρόνια. Την Τρίτη σήκωσε ψηλό πυρετό, την Πέμπτη την πήγαν στον νοσοκομείο. Ο οργανισμός της ήταν αλλεργικός στην αντιβίωση, μέχρι να το αντιληφθούν, έφυγε. Δεν πρόλαβε καν να κλείσει τα σαράντα.

Ο Χρήστος στάθηκε σαν γονιός στην ανιψιά του, την κόρη της αδελφής της γυναίκας του που πέθανε στην γέννα. Όπου χρειάστηκε την βοήθειά του, οικονομική και όχι μόνο. Απ’ τον γιο της, άκουσε να τον λέει παππού, ότι έκλεισε τα εβδομήντα.

Η Βάσω προσπάθησε αρκετές φορές στην αρχή να επικοινωνήσει με τον φευγάτο αγαπημένο της. Βρήκε σθεναρή αντίσταση. Σεβάστηκε την απόφασή του να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, με την μικρότερη αδελφή του όμως, που ανέκαθεν ήταν πιο δεκτική, κατάφερε να έχει μια επικοινωνία. Μέχρι να πεθάνει και η Βάσω εξαιτίας εγκεφαλικού, ανελλιπώς της τηλεφωνούσε στο χωριό συχνά, για να ρωτά για την υγεία του Χρήστου. Και ανταπέδιδε τις κλήσεις αυτή που δεν έγινε «κουνιάδα». Έτσι έμαθε ο ίδιος την είδηση του θανάτου της και την έπνιξε μέσα του, έκανε πως δεν το ήξερε, πως δεν έγινε ποτέ. Ανεξίτηλα όμως χάραξε μέσα του, σαν πυρωμένο σίδερο, η ημερομηνία, 14 Φλεβάρη του 2020. Άλλωστε όταν ο γύπας σού τρώει τα σωθικά, η ζημιά θα γίνει αργά η γρήγορα.

Μάρτης ήταν, ούτε σαράντα μέρες μετά, διαγνώστηκε με όγκο στο πάγκρεας ο Χρήστος. Πολύ δύσκολα τα προγνωστικά του. Το νοσοκομείο έμελλε να γίνει δεύτερο σπίτι του. Οι φροντιστές πηγαινοερχόταν στην βίλα του. Ανάμεσά τους, μια νεαρή λεπτοκαμωμένη παθολόγος, η Τίνα. Του την είχε συστήσει η αδελφή του. Και η μόνη που στέριωσε δίπλα του πιο πολύ απ’ όλους. Δεν είχαν την ψυχρή επαφή του επαγγέλματος. Τον περιποιήθηκε σα δικό της, καθόταν πέρα της βάρδιάς της και του διάβαζε τα νέα. Βλέπανε παρέα ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες και τις σχολιάζανε, άνθισε το χαμόγελο στα μαραμένα χείλη του Χρήστου. Κοτζάμ γιατρός, του έκανε σχεδόν την αποκλειστική!

Τις έσχατές του μέρες, δεν είχε πάντα διαύγεια. Η Τίνα όμως ήταν εκεί, τον περίμενε να ξυπνήσει απ’ τα βαριά παυσίπονα. Ένα απόγευμα που έδειχνε καλύτερα, ξεκίνησε να του λέει μια ιστορία. Για τον πατέρα της που δε γνώρισε ποτέ. Που ήξερε ποιος είναι, χωρίς να τολμά να τον βρει. Μέχρι που απεβίωσε η μάνα της και η περιέργεια την νίκησε. Προσέγγισε την αδελφή του και θεία της, από πάντα είχαν επαφές. Αυτή την συμβούλεψε τι να κάνει για να βρεθεί επιτέλους κοντά του, πριν είναι πολύ αργά. Δεν ήξερε για την ύπαρξή της, γι’ αυτό άλλωστε τον συγχωρούσε που δεν την είχε στηρίξει ποτέ. Δεν το χρειάστηκε κιόλας, η μάνα της, η Βάσω ήταν δίπλα της, ξόδεψε όλη της την περιουσία να μεγαλώσει αξιοπρεπώς την μοναχοκόρη της. Η επιθυμία της να σπουδάσει ιατρική, ήταν διαταγή. Απ’ τον μπαμπά της, πήρε και το όνομά της, Χριστίνα, Τίνα! Ο Χρήστος δάκρυσε, ενώ το στεγνό κορμί του έτρεμε απ’ την συγκίνηση. Έσφιξε με όση δύναμη του είχε απομείνει την θυγατέρα του στην σκελετωμένη αγκαλιά του! Τόσα χρόνια ο καημός του ήταν μια κόρη. Ο λόγος που τον έπεισαν να εγκαταλείψει την αγάπη της ζωής του, ήταν η υποτιθέμενη αδυναμία της να αποκτήσουν διάδοχο. Και τελικά εκεί που έλεγε πως τον εκδικήθηκαν οι αποφάσεις του, τώρα λίγο πριν αφήσει τον κόσμο, είχε μπροστά του, με σάρκα και οστά το όνειρό του! Μες το παραλήρημα της αρρώστιας του, συνειδητοποίησε πόσο έμοιαζε στην Βάσω. Μαγικό, θρασύ, βαθύ γαλάζιο βλέμμα σε ένα τόσο γλυκό προσωπάκι! Μέχρι να σηκώσει το φρύδι. Αστραπές και βροντές αγρίευαν τη θάλασσα των ματιών της!

Δεν τον βρήκε το επόμενο ξημέρωμα, όσο και να προσπάθησε με νύχια και με δόντια να μείνει άλλη μια μέρα ξύπνιος. Έφυγε με χαμόγελο στα χείλη, ένιωσε σαν έφηβος που σηκώνει αυθάδικα το μεσιανό δάκτυλο και κοροϊδεύει όλους αυτούς που τον συμβουλεύαν, που νομίζαν πως του κάναν κουμάντο. Τους νίκησε επιτέλους όσο και να υπέφερε, ό,τι και να πει ο κόσμος, η Τίνα ήταν η ολοζώντανη απόδειξη.

Πριν ξεψυχήσει, ψιθύρισε δυο κουβέντες. Δεν τις άκουσε κανείς, παρά μόνο αυτή που έπρεπε. Αυτή που ήρθε στο όραμά του, να διαβούν μαζί στην αιωνιότητα «Βασούλα μου, τους τη φέραμε!»

Μαρίτσα Καρά

2 responses to “Τους τη φέραμε!”

  1. Αφιερωμένο στην Λένα, που μου αφηγήθηκε την ιστορία του Χρήστου & της Βάσως!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading