Σε λίγες ώρες ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα και ο Ζαχαρίας για άλλη μια χρονιά θα έβλεπε στους δρόμους χαρούμενα παιδιά με χρωματιστούς, υπέροχους χαρταετούς να τρέχουν προσπαθώντας να πετύχουν το επιθυμητό ύψος. Θα έβλεπε τους μπαμπάδες να δίνουν συμβουλές, να κρατούν την καλούμπα, να τρέχουν δίπλα στους γιους τους. Θα έβλεπε τις μαμάδες να τραβούν φωτογραφίες και βιντεάκια, να επιβραβεύουν την προσπάθεια, να κρατούν στα χέρια τις ζακέτες των παιδιών, που κρύβουν μέσα τους όλη την θαλπωρή και το νοιάξιμο. Θα έβλεπε αδέρφια που άλλα θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν, κι άλλα, κλαμμένα με ‘κείνα τα κροκοδείλια δάκρυα, θα γκρίνιαζαν ότι δεν κράτησαν αρκετά το σχοινί, ότι ο αδερφός ή η αδερφή τους το κράτησε περισσότερο. Θα έβλεπε όλες αυτές τις οικογενειακές στιγμές που για όλους ήταν δεδομένες. Για όλους εκτός από κείνον.
Για ‘κείνον όλες αυτές οι στιγμές ήταν μια ανοιχτή πληγή, αφού δεν γνώρισε γονείς, αφού μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και τίποτα δεν ήταν δεδομένο. Στα δεκατέσσερα χρόνια ζωής του, ο μικρός απολογισμός ήταν γκρίζοι, κρύοι τοίχοι, απέραντη μοναξιά, παραβατικές συμπεριφορές κάποιων παιδιών, απότομη, δίχως συναισθηματισμούς συμπεριφορά, δυστυχώς, όχι μικρού ποσοστού υπαλλήλων και το μόνιμο αίσθημα της εγκατάλειψης και ότι η ζωή ήταν άδικη.
Εγκαταλελειμένη ακόμα και η δομή που φιλοξενούνταν. Το κτίριο παλιό, χωρίς ίχνος συντήρησης, χωρίς νέο προσωπικό, χωρίς θέληση να προσφέρει ελπίδα και κυρίως την αγάπη που λείπει από τα παιδιά, με παλιές, σκουριασμένες νοοτροπίες, τιμωρητικές. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να αποδώσει ευθύνες. Το μόνο που ήθελε και ονειρευόταν, ήταν να ζούσε αλλιώς.
Για κάποιον περίεργο λόγο, η Καθαρά Δευτέρα τον πονούσε περισσότερο και από τις μέρες των Χριστουγέννων και από τις μέρες του Πάσχα, που την περνούσε χωρίς όλα όσα την όριζαν. Τις άγιες μέρες των μεγάλων γιορτών, υπήρχαν οι φιλανθρωπίες που τους έριχναν ψήγματα φωτός στις ψυχές τους, τους έκαναν να ζουν λίγη από την ζεστασιά των ημερών. Η μέρα της ψυχικής και σωματικής κάθαρσης όμως, που για τα παιδιά σήμαινε γέλιο, παιχνίδι, προσπάθεια να καταφέρουν να πετάξουν ένα χάρτινο σχέδιο ψηλά στον ουρανό, με το βλέμμα να ατενίζει τον ουρανό, για τον Ζαχαρία φάνταζε τόσο ξεχωριστή, τόσο ιδιαίτερη και πονούσε η παιδική ψυχούλα του που δεν βρέθηκε ποτέ σε αυτήν την θέση. Στη δομή που φιλοξενούνταν, φρόντιζαν μόνο για το σαρακοστιανό τραπέζι, την λαγάνα και τα εδέσματα που συνόδευαν τη μέρα. Το κομμάτι της χαράς και του να περάσουν όμορφα, δεν ήταν στις υποχρεώσεις τους, οπότε περίσσευε. Το να δουλεύεις σε τέτοιες δομές, απαιτεί κόστος από την την ζωή σου, την ψυχή σου και δεν είναι όλοι οι άνθρωποι γεννημένοι γι’ αυτό. Δεν είναι μόνο να εκτελείς το οχτάωρό σου, είναι πολλά παραπάνω και σε ‘κείνη την δομή, δυστυχώς τα παραπάνω θεωρούνταν εκτός καθηκόντων.
Από την αυλή τους, με τα δάχτυλά του τυλιγμένα στο συρματόπλεγμα, κοιτούσε τον ουρανό. Ήταν νωρίς το πρωί κι όμως ήδη ταξίδευαν στον αέρα χαρταετοί, ήδη ακούγονταν φωνές και επιφωνήματα και γέλια. Για κάποια λεπτά έκλεισε τα μάτια και ευχόταν να γινόταν κομμάτι αυτής της διαδικασίας. Μια αόρατη δύναμη τον ώθησε να ζητήσει την άδεια να βγει έξω. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο, λενε. Κάποια γίνονται για να συμβεί ένα θαύμα κι ο Ζαχαρίας θα ζούσε το δικό του.
Λίγα κιόλας μέτρα πιο κάτω συνάντησε μια οικογένεια. Ένα αγοράκι σε αναπηρικό αμαξίδιο κρατούσε τον χαρταετό – κεραυνό Μακουίν και το πρόσωπό του ήταν λουσμένο από φως. Του έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση του Ζαχαρία, με αποτέλεσμα να μη προχωρήσει άλλο. Στάθηκε κοντά τους και απλά τους παρακολουθούσε. “Μα πώς φαίνεται τόσο χαρούμενος, καθηλωμένος στο αμαξίδιό του”, σκεφτόταν το νεαρό αγόρι, πραγματικά με απορία.
Ο μπαμπάς του παιδιού έσπρωχνε το αμαξίδιο τρέχοντας και από πίσω με ανάλογη ταχύτητα η μαμά του, κρατώντας την καλούμπα. Όταν έδωσε το σύνθημα ο μπαμπάς, το αγόρι σήκωσε τα χέρια του ψηλά και άφησε τον χαρταετό. Εκείνος όμως, ακολούθησε το νόμο της βαρύτητας. Την διαδικασία αυτή την επανέλαβαν πολλές φορές, χωρίς επιτυχία. Προς μεγάλη έκπληξη του Ζαχαρία, κανείς τους δεν έδειχνε απογοητευμένος, κανένας δεν γκρίνιαξε, κανένας δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια, κανένας δεν έχανε το χαμόγελό του, με πρωτοστάτη τον μικρούλη. Αντιθέτως, ήταν τόσο χαρούμενοι και οι τρεις. Συνέχιζε το ίδιο φως να λούζει το πρόσωπό του και να παρακινεί τους γονείς του, μέσα σε γέλια, “τώρα θα τα καταφέρουμε, είμαι σίγουρος” κι εκείνοι χτυπούσαν παλαμάκια και συμφωνούσαν.
Αρκετή ώρα μετά, πήρε το θάρρος και τους πλησίασε. Αφού τους καλημέρισε, είδε στα πρόσωπά τους κάτι σπάνιο για ‘κείνον. Είδε να χαμογελούν τα μάτια τους, με την δική τους καλημέρα προς εκείνον. Είδε την ζεστασιά και την καθαρότητα στο βλέμμα τους και αμέσως πέρασαν μέσα του, τον έκαναν να αισθανθεί οικεία, σα να τους ήξερε χρόνια.
– Μπορώ να σας βοηθήσω; Βασικά, να συμμετάσχω;
– Πού είναι οι γονείς σου; Ξέρουν ότι είσαι εδώ; Να μην ανησυχούν…, άκουσε τον προστατευτικό τόνο στη φωνή της μαμάς.
– Είμαι από ‘κει, απάντησε ο Ζαχαρίας κι έδειξε το ορφανοτροφείο πίσω τους, με μια δόση πικρίας.
Στο βλέμμα της γυναίκας προστέθηκε η γλύκα, η στοργή, όλα εκείνα που κουβαλάει μια μάνα και ο δεκατετράχρονος έλιωσε.
– Αν το θέλεις, θα είναι χαρά μας να μείνεις παρέα μας, του είπε και έβγαλε από την τσάντα της ένα σαντουιτσάκι σε αλουμινόχαρτο. Θέλεις πρώτα να φας κάτι; Νομίζω είναι ώρα να φάμε όλοι πρωινό και συνεχίζουμε σε λίγο το πέταγμα, τι λέτε;
Συμφώνησαν όλοι, έγιναν οι χειραψίες, είπαν τα ονόματά τους και καθώς έτρωγαν το κολατσιό, οργάνωναν τις κινήσεις τους. Ούτε ίχνος λύπησης στη ματιά, στα λόγια, στις κινήσεις τους. Έτσι είχε μάθει ο Ζαχαρίας, να τον λυπούνται, να τον συμπονούν, αλλά και να τον αποφεύγουν ή να τον κοιτάζουν με δυσπιστία, όταν μάθαιναν ότι είναι παιδί του ορφανοτροφείου. Όχι όμως η οικογένεια μπροστά του. Όχι μόνο δεν τον έκαναν να νιώσει άσχημα, αλλά του συμπεριφέρθηκαν όπως λαχταρούσε μια ζωή, ισότιμα.
Όταν πρότεινε να σπρώξει εκείνος το αμαξίδιο, δεν είδε κανέναν δισταγμό από μέρους τους. Και η πρώτη απόπειρα ξεκίνησε. Ο Ζαχαρίας έτρεχε σπρώχνοντας τον Θανάση, ο μπαμπάς Αλέξης κρατούσε την καλούμπα και η μαμά Αναστασία συντόνιζε και τραβούσε βίντεο. Δεν πέτυχε με την πρώτη, ούτε με την δεύτερη. Η τρίτη προσπάθεια όμως στέφθηκε με επιτυχία. Ο Θανασάκης δεν σταματούσε να χτυπάει παλαμάκια, να δείχνει τον χαρταετό και να φωνάζει “κοίτα Ζαχαρία, κοίτα πόσο ψηλά πήγε! Μαμά, μπαμπά, τα καταφέραμε!”. Οι γονείς του ήταν διπλά χαρούμενοι που έβλεπαν τον γιο τους ευτυχισμένο, να ζει την στιγμή, αλλά και που έκαναν χαρούμενο ένα παιδί που φώναζε από μακριά ότι το είχε ανάγκη.
Πόσα χαρούμενα βιντεάκια, πόσες χαμογελαστές φωτογραφίες… Ο Ζαχαρίας δεν έλειπε από καμία και δεν σταματούσε να χαμογελάει. Ζούσε το όνειρό του! Ανήκε έστω και για κάποιες στιγμές σε μια οικογένεια και πετούσε χαρταετό! Ναι, η ζωή είχε και αυτήν την πτυχή κι επιτέλους του φανερώθηκε.
Μετά από δύο ώρες τρέξιμο, πτώση και ανύψωση του χαρταετού πολλες φορές, τον αέρα να παίρνει τις κακές σκέψεις, τον ήλιο να φωτίζει ακόμα περισσότερο τα χαρούμενα πρόσωπα, έφτασε η ώρα να φύγουν.
– Ζαχαρία, χαρήκαμε πολύ που περάσαμε αυτή τη μέρα μαζί σου, σε ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθεια και την παρέα σου.
– Εγώ ευχαριστώ, είπε απλά το παιδί και βούρκωσε.
Ο Θανάσης του ζήτησε να σκύψει να τον κάνει μια αγκαλιά κι ο νεαρός ένιωσε ότι αυτή η αγκαλιά ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί ποτέ.
Γύρισε πίσω στο ορφανοτροφείο γεμάτος εικόνες. Είχε μόλις ζήσει την πιο όμορφη μέρα της ζωής του, με τρεις άγνωστους ανθρώπους. Σκεφτόταν πως τελικά η ζωή είναι άδικη με πολλούς τρόπους, για πολύ κόσμο. Αυτό όμως που την καθορίζει είναι οι επιλογές μας για το πώς θα την ζήσουμε έστω κι όταν μας δείχνει πόσο σκληρή είναι. Το μόνιμα καρφιτσωμένο χαμόγελο του μικρού μαχητή θα αποτελούσε σίγουρα μάθημα για ‘κείνον, όπως και η καλοσύνη του ζευγαριού. Μέσα από τον Θανάση και τον τρόπο που ζούσε, όπως κι αν του φέρθηκε η μοίρα, κατάλαβε ότι την χαρά όσο κι αν την ψάχνουμε γύρω μας, αν δεν την ανασύρουμε από μέσα μας, θα μας φταίνε πάντα όλα, ποτέ τίποτα δεν θα μας αρκεί, θα θυματοποιούμαστε και η ζωή θα φεύγει. Κι εκείνο το πιτσιρίκι, του έδειξε τι θα πει να είσαι ευγνώμων για όσα έχεις και όχι για όσα θα ήθελες να έχεις.
Η επόμενη μέρα θα γινόταν η αρχή, η δεύτερή του ευκαιρία στη ζωή. Όταν τον κάλεσαν στο γραφείο και τους είδε μπροστά του, έτρεξε επάνω τους. Δεν είχε καταλάβει ακόμα, απλά ήταν τόσο χαρούμενος που τους έβλεπε. Η διαδικασία της υιοθεσίας απαιτούσε χρόνο, όπως όλα τα γραφειοκρατικά θέματα σε αυτή τη χώρα. Τίποτα όμως δεν θα τους σταματούσε.
Τα θαύματα συμβαίνουν εκεί που δεν το περιμένεις κάποιες φορές. Κάποιες φορές, έχουν τη μορφή ενός χαρταετού που προσπαθεί να νικήσει την βαρύτητα και χρειάζεται τέσσερις ανθρώπους για να βρει την θέση του στον ουρανό.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
