Μαμά… Μια λέξη, 4 μόνο γράμματα, εκατοντάδες μυρωδιές, χιλιάδες αναμνήσεις…
Μεγάλωσα σε μία αστική οικογένεια, μεσαίας τάξης. Ποτέ δεν υπήρξαμε πλούσιοι, αλλά τα φέρναμε βόλτα, δεν έχω παράπονο. Δεν μου έλειψε ποτέ κάτι. Μπορεί να μην υπήρχε το φαντεζί, το πανάκριβο, αλλά είχα μάθει από παιδί να είμαι ευγνώμων για όσα μου δίνονταν, μιας και έβλεπα πως πολλά παιδάκια της δικής μου ηλικίας δεν είχαν πολλές φορές ούτε τα βασικά σε ρούχα, παιχνίδια, ακόμη και στο φαγητό. Από το δικό μας τραπέζι, το φαγητό δεν έλειψε ποτέ. Μπορεί να γκρίνιαζα μικρή για τις φακές και τα φασολάκια και να τα έτρωγα κλείνοντας την μύτη (μετά βέβαια αναθεώρησα, αλλά αυτό στα προσεχώς επεισόδια) μα πάντα ήταν γεμάτο το ψυγείο και τα ντουλάπια μας.
Με μάλωνε η μαμά μου που σνόμπαρα τα όσπρια και τα λαχανικά. Μου εξηγούσε πόσο καλό κάνουν, πόσες βιταμίνες και θρεπτικά συστατικά έχουν. Μα άντε εσύ τώρα να πείσεις το πιτσιρίκι πως μετά από το κυριακάτικο τραπέζι με μοσχαράκι κοκκινιστό με πατατούλες (τηγανιτές συνήθως) έπρεπε να φάει φακές και φασολάκια. Ποτέ των ποτών (όχι των αλκοολούχων, καταλάβατε)! Διότι αυτή η μυρωδιά από το μοσχαράκι με την κανελίτσα του, το μπαχάρι του και όσα με περίσσεια μαεστρία έβαζε η μαμά μου στην σάλτσα του, έκανε μέρες να φύγει από τα ρουθούνια μου. Ίσως για αυτό να έκλεινα την μύτη για να φάω τα όσπρια και τα λαχανικά. Γιατί μύριζα ακόμη αυτή την ευωδία και ξεγελούσα έτσι τον εαυτό μου.
Σε κάθε οικογενειακή μάζωξη, ήταν λαϊκή απαίτηση να φτιάξει η μαμά το ξακουστό της μοσχαράκι. Και είχε πάντα την ίδια μεθυστική μυρωδιά και γω την ίδια λαχτάρα να το γευτώ. Όταν την ρωτούσαν τι είναι αυτό που βάζει μέσα και δημιουργεί αυτό το ποίημα, έλεγε πως το μυστικό της υλικό είναι η αγάπη. Πως όταν μαγειρεύεις πρέπει να βάζεις αγάπη στο φαγητό, αυτό είναι που το κάνει τόσο νόστιμο. Όταν πλέον έφυγα για σπουδές, όποτε πέρναγα από κάπου και μύριζα αυτόν τον συνδυασμό κανέλα, μπαχάρι και σάλτσα ντομάτας, ερχόταν στο μυαλό η μαμά μου. Και ως γνήσια ελληνίδα μάνα, δεν θα μπορούσε να μην κάνει τις τακτικές αποστολές της με το ΚΤΕΛ, των γνωστών σε όλους τάπερ. Πάντα μα πάντα σε ένα από αυτά είχε μοσχαράκι κοκκινιστό.
Όποτε έσκαγε αποστολή της μαμάς, γινόταν πάρτι στο φοιτητικό μου σπίτι. Με πρωταγωνιστή φυσικά, τι άλλο, το μοσχαράκι! Οι φίλοι μου ευγνωμονούσαν την μαμά που μας τάιζε όλους και έκαναν τα αιτήματά τους για πιο συχνές αποστολές. Μέχρι και τα έξοδα θέλανε να της βάζουν για να μας στέλνει τα ψυγειάκια της! Γιατί πέραν των υπολοίπων, είχε πάντα γλυκά και πιτούλες. Μη τυχόν και χάσουμε καμία θερμίδα βρε αδερφέ!
Σε κάθε επιστροφή στο σπίτι, με περίμενε πάντα έτοιμο και ζεστό στην κατσαρόλα. Ήξερε την αδυναμία μου στο φαγητό αυτό. Μεγαλώνοντας βέβαια κατάλαβα πως δεν ήταν μόνο το φαγητό αυτό καθεαυτό που μου άρεσε, μα ήταν όλα όσα αντιπροσώπευε. Ήταν η μυρωδιά που έφερνε θύμησες αυτό το παρελθόν. Από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Από τα κυριακάτικα τραπέζια και τις οικογενειακές μαζώξεις. Ήταν η ευωδία που γέμιζε το σπίτι κατά την προετοιμασία του. Ήταν απλά… μαμά…
Όσα χρόνια και αν περάσουν, πάντα αυτή η μυρωδιά θα ενεργοποιεί μερικές από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που συνόδευε αυτό το φαγητό. Είναι το φαγητό τις ζεστασιάς, της οικογένειας, της οικειότητας, του σπιτικού. Και αν εύχομαι ένα πράγμα, είναι πως θα ήθελα να μπορέσω να δημιουργήσω τέτοιες αναμνήσεις στα δικά μου παιδιά. Να έχουν την μυρωδιά της μαμάς τους σε κάτι τόσο οικείο. Σε κάτι που όταν θα το μυρίζουν θα γεμίζει η σκέψη τους με αναμνήσεις όμορφες, χαρούμενες. Που θα αιχμαλωτίσει τις πιο γλυκές τους θύμησες από εμένα. Θα ήθελα να αποκτήσουν και εκείνα το δικό τους μοσχαράκι κοκκινιστό με πατατούλες….
Αθηναΐδα Κ.
