Η μεγάλη εκκλησιά του νησιού πάνω στο ύψωμα, άστραφτε στον ήλιο και φαινόταν σαν να πλέει στο καταγάλανο του ουρανού. Το Αννιώ ανέβηκε την λιθόστρωτη ανηφόρα που οδηγούσε στην εκκλησιά και μόλις έφτασε στο προαύλιο, έδεσε το μαντήλι γύρω από το όμορφο κεφάλι της να μην της το πάρει το πρωινό αγιάζι και φανερωθεί το πρόσωπό της. Μπήκε από την κεντρική πύλη κι είδε πως ήταν γεμάτος-ρόδι ο Άι Νικόλας. Το εκκλησίασμα με το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια δεμένα μπροστά με ευλάβεια, χωρισμένο κατά τους κανόνες, δεξιά οι γυναίκες, αριστερά οι άνδρες. Μέσα σε μια σιγή επιβλητική, σε μια ατμόσφαιρα ευωδιαστή από την άχνη των κεριών και το λιβάνι, μα και πνιγηρή από τις αναπνοές, τα τροπάρια άπλωναν την μεταφυσική τους μελωδία, πάνω από τα κεφάλια των χωριανών.
Το Αννιώ, προχώρησε να ασπαστεί τις εικόνες των αγίων με τα κρεμασμένα τάματα που μαρτυρούσαν τα ατελείωτα δράματα της ζωής των ανθρώπων του νησιού. Την στιγμή που πλησίασε το μανουάλι να ανάψει κερί, πάνω από τις τρεμουλιαστές φλογίτσες, μια αναλαμπή φώτισε το ολόδροσο, πεντάμορφο πρόσωπο που έλαμψε μέσα στην ομίχλη της εκκλησίας αλλόκοτα. Κι ήταν η ώρα εκείνη, που τυχαία ο Αλέξανδρος άφησε τη ματιά του να πλανηθεί προς τα εκεί και στύλωσε τα μάτια του σε αυτήν την γυναικεία σιλουέτα. Ένα ελαφρύ τρεμούλιασμα στην καρδιά του τον έκανε να διαισθανθεί κάτι που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει.
Δύο μικρές κόκκινες, μεταξωτές μπούκλες σαν δαχτυλιδάκια ξεπηδούσαν από το μαντήλι της και χάιδευαν προκλητικά έναν υπέροχο, καμαρωτό λαιμό. Το παράστημά της λυγερό, ξεχείλιζε ζωντάνια και νιάτα και οι κινήσεις της σεμνές και με χάρη. Η ακτίνα του ήλιου που πέρασε μέσα από το χρωματιστό παραθυράκι της εκκλησιάς, χάιδεψε απαλά την σταρένια επιδερμίδα του προσώπου της και έβαψε με πράσινες και μπλε λάμψεις τις μεγάλες βλεφαρίδες που σκίαζαν τα πανέμορφα μεγάλα της μάτια. Η θωριά της πέρασε σα ζεστή αστραπή μέσα του. Χτυποκάρδισε δυνατά. Με ταραχή που δεν ταίριαζε στην ιερότητα του χώρου, ένιωσε να σβήνουν όλα γύρω του και να νιώθει μόνος στο νησί, μόνος στον κόσμο, μόνος μαζί της, εκείνη κι αυτός. Ένιωσε πέρα από κάθε λογική, πως η μοίρα του είναι δεμένη με την δική της.
Όταν η κοπέλα χάθηκε μέσα στο πλήθος, ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να την ακολουθήσει, αλλά πριν καν κινηθεί καλά καλά, ο πατέρας του, με μια κίνηση διακριτική αλλά σταθερή, του έκλεισε τον δρόμο με το χέρι του. Μετά του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και του ψιθύρισε:
– Η λειτουργία δεν τελείωσε ακόμα, Αλέξανδρε.
Το Αννιώ γεννήθηκε σ’ ένα όμορφο, μικρό νησί, απ’ αυτά που ο Θεός φίλησε και τα απίθωσε απαλά πάνω στην θάλασσα του Αιγαίου να στολίζουν την θάλασσα. Σαν ήταν έγκυος η μάνα της, της είχαν πει το φλιτζάνι. Πως μοίρα μεγάλη περίμενε το μωρό!
«Μα θα ήταν μοίρα καλή; θα ήταν μοίρα στραβή;» σκεφτόταν η μάνα. Αυτό δεν μπορούσε να το ξέρει! Μόνο να προσεύχεται να το φυλάγει ο Θεός! Έφερε λοιπόν στον κόσμο ένα παχουλό, υγιέστατο κοριτσάκι, αγγελόπλαστο, μα η μαμή πριν της το φέρει, στραβοκατάπινε, μασούσε τα λόγια της, απέφευγε το βλέμμα της λεχώνας. Όταν της το έβαλαν στην αγκαλιά της, κατάλαβε. Το κοριτσάκι, αν και πανέμορφο, είχε γεννηθεί με ένα ροδαλό σημάδι στο μαγουλάκι του, που έφτανε μέχρι και τις άκρες των κερασένιων χειλιών του. Μια κεντιά αβάσταχτης θλίψης διαπέρασε την καρδιά της μάνας του κι έψαχνε μέσα στις θύμησές της να βρει αν είχε πιάσει μαχαίρι, ψαλίδι ή είχε κάνει καμιά δουλειά την ημέρα του Αγ. Συμεών κι είχε προσβάλει τη χάρη του. Σύμφωνα με το έθιμο, την ημέρα της γιορτής, οι έγκυες δεν πρέπει να κάνουν καμία εργασία, μην βγει σημαδεμένο το μωρό, σύμφωνα με τις παλιές δοξασίες.
Το βαθύ αυτό παράπονο της μάνας της και το «γιατί» που της βασάνιζε το μυαλό από τότε που αντίκρισε το κοριτσάκι της, έγινε θλίψη που τίποτα δεν την γιάτρευε πια, όταν ο άνδρας της, ένας ξενομερίτης ναυτικός μόλις ξεμπαρκάρισε κι είδε το μωρό, αφήνιασε! Θεριό ανήμερο, έξαλλος, εκτός εαυτού, ούρλιαζε πως «αυτό δεν είναι δικό μου, δεν θα μπορούσε να είναι δικό μου!». Αν είχε τουφέκι και την σκότωνε, δεν θα την ένοιαζε! Μα αυτό χειρότερο ήταν κι από εκτέλεση. Και χωρίς να μετρήσει ούτε λόγο, μα ούτε ντροπή, χωρίς να φοβηθεί μήτε Θεό, μήτε ανθρώπους, το έσκασε σαν τον πιο άτιμο από τους άτιμους, σαν ανθρωπάκι, παρατώντας γυναίκα και παιδί στην κούνια ακόμα. Από τότε, το μυαλό της μάνας της πήρε σκοτάδι και το σπίτι τους καλύφθηκε κάτω από στρώματα καημού που ακολουθούσαν την Αννιώ σε όλη της την παιδική ηλικία. Ευτυχώς, μέσα σε όλη αυτήν την πνιχτή μελαγχολία, υπήρχε ο παππούς.
Ο παππούς κοινωνούσε στο όνομα της εγγόνας του. Από τη στιγμή που φίλησε το κεφαλάκι του μωρού και τα δαχτυλάκια της έσφιξαν το γέρικο δικό του, γέμισαν τα ρουθούνια του με την πιο όμορφη μυρωδιά του κόσμου κι ένιωσε πως κάπως έτσι, πρέπει να είναι φτιαγμένη η ευτυχία.
Στα δηκτικά σχόλια και στην σκληρότητα, που πλήγωναν την εγγόνα του, ειδικά στα πρώτα τρυφερά χρόνια του δημοτικού σχολείου, αντιπαρέβαλε μια απέραντη προστατευτική στοργή κι απίθανα αποθέματα αγάπης που έφταναν για δέκα ζωές κι ακόμα περίσσευαν. Την έμαθε να αγαπά την φύση και να ξεχωρίζει τα βότανα και τα θεραπευτικά φυτά. Της έμαθε πως κάθε άνθρωπος είναι ένα θαύμα του Θεού κι έτσι πρέπει να του φερόμαστε, της έμαθε να παλεύει θαρρετά τη ζωή και να μένει αλώβητη ακόμα κι αν περνάει μέσα από κοπάδια λύκων. Και κάθε βράδυ, της επαναλάμβανε πόσο όμορφη είναι, σαν «τα παλιά τα αγάλματα των αρχαίων προγόνων», ζεσταμένα από το αιγαιοπελαγίτικο φως!
– Μα… το σημάδι, παππού… ψέλλιζε η μικρή με τρεμάμενη φωνούλα.
– Οι χάρες και οι αρετές του ανθρώπου, Αννιώ μου, που κρύβονται στην ψυχή του έχουν τεράστια δύναμη. Μπορούν να στολίζουν το κορμί με τόση ομορφιά που το μεταμορφώνει σε καθάριο μάλαμα! Αλλά πρέπει να τις θρέφεις, να κάνεις το καλό και να «μαζεύεις ευχές». Και θα δεις, θα δεις πως έτσι που σου τα λέγω είναι τα πράγματα!
Άνοιγε τα χεράκια της η μικρή, έπεφτε στην αγκαλιά του παππού και η ζωή γινόταν φωτεινό καλειδοσκόπιο χρωμάτων κι αισθημάτων. Και πραγματικά, μεγάλωσε και πορευόταν έτσι στην ζωή, αγνή κι άδολη, σαν μικρό παιδί, αντλώντας χαρά από τα πάντα γύρω της, χωρίς να νιώθει ζήλια για τις άλλες κοπέλες. Ωστόσο, όταν έγινε από κορίτσι, κοπέλα, έκρυβε πάντα το τριανταφυλλί σημάδι της, που ο παππούς το έλεγε «φιλί του αγγέλου». Είχε μια λαχτάρα να φανερώσει κι εκείνη την ψυχή της σε κάποιον, είχε βαθιά μέσα της, την φλόγα να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Μα ένιωθε πως δεν είχε δικαίωμα να ελπίζει.
Ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί από εκείνο το πρωινό, το μυαλό του δραπέτευε συνεχώς στη σκέψη της, που είχε σταθεί στον ουρανό της μνήμης του σαν ήλιος που δεν λέει να βασιλέψει. Συνέχεια αναπολούσε την εικόνα της, περνούσε αδιάφορες μέρες και νύχτες ανήσυχες. Του ήταν αδύνατο να δεχτεί πως εκείνη ζούσε κάπου κοντά του, αλλά όχι μαζί του. Προσπάθησε να την αναζητήσει, αλλά για τίποτα στον κόσμο δεν θα μοιραζόταν με κανέναν το πολύτιμο μυστικό του. Πώς να εξηγήσεις το ανεξήγητο; Και σε ποιόν;
Ήταν το πρώτο του καλοκαίρι στο νησί του πατέρα του, μετά από πολλά χρόνια σπουδών στην Αυστρία. Η ιατρική ήταν το πάθος του και της είχε αφοσιωθεί αποκλειστικά, με αποτέλεσμα πάρα τα νιάτα του, να έχει πάντα μια σοβαρότητα και να εμπνέει τον σεβασμό. Ήταν εκείνη η ρυτίδα στο μέτωπο, άραγε; Εκείνος υποστήριζε πως την απέκτησε μετά από τον θάνατο της μητέρας του. Παρά την παιδικότητα των ματιών του, η θλίψη είχε σταλάξει εκεί από τότε.
Μετά από μια ακόμη άυπνη νύχτα, πολύ πριν το ξημέρωμα, βγήκε να περπατήσει στα πλακόστρωτα σοκάκια της χώρας με τα πολύχρωμα σπίτια, τα πέτρινα σκαλοπάτια, τα λουλούδια στα παραθύρια και στα πεζούλια και πέρα το γαλάζιο πέλαγος. Οι παιδικές θύμησες δεν τον βοήθησαν να προσανατολιστεί, αντίθετα τον μελαγχόλησαν. Δεν είχε κανένα να πει δύο κουβέντες, να ξελαφρώσει το βάρος που πλάκωνε το στήθος του. Ξαφνικά ανάσανε με μεγάλες αναπνοές τον καθάριο αέρα και την αλμύρα και λαχτάρισε όσο τίποτα να γίνει ένα με αυτήν την θάλασσα. Να την γευτεί σαν κρασί, να την φορέσει κατάσαρκα, να εκμηδενιστεί μέσα της. Έκανε μεταβολή κι κατευθύνθηκε προς τον στάβλο του αρχοντικού τους.
Την ίδια στιγμή, η Αννιώ ξεκινούσε από το πατρικό της, να πάει στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία να ανάψει τα καντήλια. Δρόμος πολύς μπροστά της, οι δουλειές της τελειωμό δεν είχαν έτσι κι αλλιώς, κανόνισε λοιπόν να φύγει πριν την αυγή, μέσα στο μελωμένο σκοτάδι, που απλωνόταν ολόγυρα της παντού και μόλις βγήκε από την πόρτα της, γλυκό και προστατευτικό, την αγκάλιασε. Η πρωινή δροσιά την έκανε να αναριγήσει και τυλίχτηκε καλά μέσα στο σάλι της. Χάζεψε για μια στιγμή τις σταγόνες της δροσιάς πάνω στα φύλλα του μοναδικού δέντρου της αυλής τους, του περήφανου ευκαλύπτου κι έδεσε σφιχτά το μαντήλι της, κρύβοντας τα υπέροχα κόκκινα μαλλιά της και το πρόσωπό της, όπως πάντα.
Ο Αλέξανδρος κι η Άννα δεν γνώριζαν τότε, ούτε υποψιάζονταν πως η μοίρα τους κυοφορούσε κάτι το εξαιρετικό για τους δύο τους.
Ασπασία Κουρέπη
Συνεχίζεται…

One response to “Το φιλί του αγγέλου – 1”
[…] Προηγούμενο […]