Τα κομμάτια της ψυχής

Τις τελευταίες μέρες στην διαφημιστική εταιρεία επικρατούσε αναβρασμός.
“Ποια είναι αυτή που έρχεται από το εξωτερικό και λένε ότι είναι τόσο καλή;” ρωτούσε ο ένας.
“Υπερβολές!” απαντούσε ο άλλος.
“Και γιατί δεν κάθισε εκεί, αφού έχει καλή θέση και καλό μισθό, παρά έρχεται στην Ελλάδα;” απορούσαν.
“Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Λέτε να μας πάρει την δουλειά;» έψαχναν εναγωνίως απαντήσεις.

Η μεγάλη μέρα έφτασε και η Άννα έκανε την είσοδό της στην εταιρεία με το βλέμμα της σχετικά χαμηλά. Με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση ξεκίνησε να περπατάει στον τεράστιο διάδρομο προς το γραφείο του διευθυντή. Τα στόματα πήραν φωτιά σε μια προσπάθεια να μην χάσουν καμία λεπτομέρεια από την άφιξη της καινούργιας.

Ο Δημήτρης, ο οποίος έτυχε να περνάει βιαστικά από τον διάδρομο, είδε με απορία τους συναδέλφους του να έχουν στήσει καρτέρι. Γύρισε το πρόσωπο του να δει τι ήταν αυτό που τους είχε τραβήξει τόσο έντονα την προσοχή. Μόλις την αντίκρισε, κόλλησαν τα μάτια του πάνω της. Ήταν απλά μια υπέροχη γυναίκα. Είχε συνδυάσει ένα λευκό πουκάμισο, με μαύρο υφασμάτινο παντελόνι και ψηλοτάκουνες γόβες και μοσχοβολούσε τριαντάφυλλο. Δεν ήταν όμως το ντύσιμό της ή το έντονο άρωμά της που του τράβηξε την προσοχή. Είχε κάτι διαφορετικό στον αέρα της. Παρατηρούσε πως τα καστανά, μακριά μαλλιά της κυμάτιζαν και το καλλίγραμμο κορμί της λικνιζόταν καθώς περνούσε από μπροστά τους. Γυρίζοντας να κλείσει την πόρτα πίσω της, χαμήλωσε το βλέμμα και εκεί ο Δημήτρης παρατήρησε πως την έκανε να ξεχωρίζει το μικρό σημάδι πάνω από το φρύδι της, το οποίο δεν είχε καλυφθεί από το διακριτικό μακιγιάζ.

Ο καιρός περνούσε και η «καινούργια» κέρδισε γρήγορα την αναγνώριση του διευθυντή και σιγά σιγά και τον σεβασμό των συναδέλφων της. Ήταν χαμηλών τόνων, συγκρατημένη, αλλά ταυτόχρονα πρόσχαρη και ευγενική. Πρόσφερε βοήθεια σε οποιοδήποτε την χρειαζόταν. Εκτός δουλειάς όμως ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν κρατούσε επαφές, δεν ακολουθούσε τους συναδέλφους σε εξόδους και δεν μιλούσε με κανέναν στο τηλέφωνο. Ειδικά όταν οι ερωτήσεις έτειναν να στραφούν στα προσωπικά της, κλεινόταν ακόμα περισσότερο στον εαυτό της.

Ο Δημήτρης παρατηρώντας πως η Άννα δεν βγαίνει με κάποιον όλο αυτό το διάστημα, μάζεψε όλο του το θάρρος και έκανε μια δειλή μα ευγενική προσπάθεια να την πλησιάσει. Τον είχε καταγοητεύσει αυτό το ιδιαίτερο γκριζοπράσινο χρώμα στα μάτια της που γινόταν μελί στο φως. Όταν εκείνη αντιλήφθηκε ότι θα την ζητήσει σε ραντεβού, έφυγε με έναν όχι πολύ κομψό τρόπο, αφήνοντάς τον στήλη άλατος. Ο Δημήτρης παρόλο που δεν υστερούσε τίποτα στην εμφάνισή του, αντίθετα ήταν πολύ γοητευτικός άντρας, ξαφνιάστηκε περισσότερο από την απότομη αντίδρασή της.

Η Άννα για άλλη μια φορά γύρισε βιαστική σπίτι της. Έκανε ένα γρήγορο μπάνιο, έβαλε καθαρά ρούχα και άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου. Κοιτάχτηκαν κατάματα με την μητέρα της.
«Πώς είναι η κατάσταση του μπαμπά σήμερα;»
«Τα ίδια κόρη μου. Ο γιατρός σήμερα είπε για άλλη μια φορά πως δεν θα υπάρξει βελτίωση», απάντησε.
«Θα φέρω άλλον γιατρό αύριο. Να πάρουμε άλλη μια γνώμη», επέμενε η Άννα.
«Κορίτσι μου, είναι ο τρίτος που κάλεσες την τελευταία εβδομάδα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Δεν θα υπάρξει βελτίωση», αναστέναξε η μητέρα της που πρώτη φορά πρόφερε αυτές τις λέξεις.
«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο! Αύριο θα έρθει άλλος γιατρός!» ύψωσε άθελά της την φωνή της και ζήτησε συγγνώμη μόλις το αντιλήφθηκε. «Και τις φυσικοθεραπείες θα τις συνεχίσει και ας λένε πως δεν υπάρχει νόημα. Πάω να μαγειρέψω κάτι ελαφρύ. Μόλις είναι έτοιμο θα σε φωνάξω να φάμε μαζί».

Έτσι περνούσαν οι μέρες για την Άννα και δεν το γνώριζε κανείς. Δουλειά- σπίτι, σπίτι – δουλειά. Ήθελε να είναι δίπλα στους δικούς της. Δεν ήθελε να χάνει άλλες μέρες από δίπλα τους. Αρκετά χρόνια πέρασε μακριά τους λόγω της απόστασης. Και ειδικά τον τελευταίο καιρό που είχε αποκοπεί, δεν μπορούσε να το συγχωρήσει στον εαυτό της. Επιπλέον, ένας ακόμα λόγος που γύρισε, ήταν για να βοηθάει και την μητέρα της, η οποία πλέον είχε κινητικά προβλήματα. Δεν ήθελε στιγμή να φεύγει από το προσκέφαλο του αγαπημένου της πατέρα. Σιγόκλαιγε όταν δεν ήταν μπροστά η μητέρα της για να μην την στεναχωρεί. Δεν ήθελε καμία τους να πιστέψει πως ο αγαπημένος σε όλους κύριος Νίκος δεν θα ήταν ποτέ όπως παλιά. Από μικρό κοριτσάκι θυμόταν που όλοι θαύμαζαν την εργατικότητα και την καλοσύνη του πατέρα της. Αχ, αυτό το καταραμένο εγκεφαλικό! Γιατί έπρεπε να τον αφήσει παράλυτο;

Η ρουτίνα αυτή, όσο και αν την αγαπούσε καθώς φρόντιζε τους γονείς της, άφηνε χώρο και ερχόντουσαν κακές αναμνήσεις από το χρονικό διάστημα που έμενε στο Λονδίνο. Μετά τις σπουδές της έπιασε δουλειά σε μία πασίγνωστη εταιρεία. Από εκεί γνώρισε και έκανε σχέση με ένα πολύ χειριστικό και νάρκισσο άτομο, που η Άννα τότε δεν καταλάβαινε το κακό που της έκανε.

«Ο έρωτας είναι τυφλός», σκέφτηκε και μειδίασε. Ταρακούνησε το κεφάλι της και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, προσπάθησε να αποβάλει τις κακές σκέψεις. «Μέχρι και την καλημέρα στους γονείς μου είχε προσπαθήσει να με κάνει να αποκόψω με τον τρόπο του. Και εγώ η ανόητη δεν το καταλάβαινα!», θυμήθηκε και θύμωσε με τον εαυτό της. Το πρόβλημα υγείας του πατέρα της που προέκυψε, ήταν η αιτία η Άννα να βρει το θάρρος και τον τρόπο να ξεκόψει μαζί του μια για πάντα.

Δυστυχώς το αναπόφευκτο έγινε, ο κύριος Νίκος δεν άντεξε άλλο και έφυγε από την ζωή. Η Άννα, παρά το θλιβερό γεγονός, παρά το πόσο συντετριμμένη ένιωθε, γύρισε σε λίγες μέρες πίσω στην δουλειά. Πίστευε ότι αν άρχιζε να αφιερώνει όλο και περισσότερες ώρες στην εργασία της θα ξέφευγε ή θα απάλυνε έστω λίγο τον πόνο της. Δούλευε τόσο σκληρά, που συχνά ξεχνούσε ακόμη και να φάει.

Για ακόμα μια φορά εργαζόταν στον υπολογιστή ως αργά. Κοίταξε το ρολόι της και ήταν ήδη περασμένη η ώρα. Έστρεψε το κεφάλι της και κοίταξε έξω από το παράθυρο του γραφείου της και το μόνο που αντίκρισε ήταν σκοτάδι. Σηκώθηκε από την καρέκλα της, παραπάτησε και πρόλαβε να πιαστεί από το γραφείο της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό της ότι η απότομη αδιαθεσία της ήταν τυχαία ή παροδική. Πήρε την τσάντα της και με δυσκολία διέσχισε τον μακρύ διάδρομο της εταιρείας που συνέδεε το γραφείο της με το ασανσέρ. Προσπάθησε να φέρεται φυσιολογικά σε περίπτωση που την έβλεπε κάποιος. Κατέβηκε στο υπόγειο πάρκινγκ. Ένιωθε την γη να κινείται κάτω από τα πόδια της και τσαντισμένη με τον εαυτό της έβγαλε τα ψηλοτάκουνα της και τα κράτησε στο χέρι.
«Για τίποτα δεν είμαι!», παραπονέθηκε στον εαυτό της. «Τόσο λίγο αντέχω;»

Έφτασε στο αυτοκίνητο. Άρχισε να ψάχνει μέσα στην τσάντα της τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Βρήκε το κινητό της και το κράτησε και αυτό στο χέρι της, αναποφάσιστη αν θα το χρησιμοποιήσει. Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω της. Βρήκε και τα κλειδιά, επιτέλους! Τα έβγαλε και αυτά από την τσάντα της. Τώρα ένιωσε πραγματικά την ανάγκη να καλέσει κάποιον να την βοηθήσει. Ποιον όμως; Αφού δεν είχε κανέναν πέρα από την μητέρα της, να την έπαιρνε τηλέφωνο τέτοια ώρα άρρωστη γυναίκα και να την ανησυχήσει; Τις σκέψεις της διαδέχονταν κενά μνήμης και ζάλη.
«Να πάρω ένα ασθενοφόρο… Όχι, θα τα καταφέρω μόνη μου…». Πριν προλάβει να ξεκλειδώσει την πόρτα, η Άννα έγινε ένα με το πάτωμα και το κινητό της χίλια κομμάτια! Δεν πρόλαβε να τον ακούσει να φωνάζει το όνομά της.

Η Άννα ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα μάτια της. Την ενοχλούσε αυτό το έντονο λευκό φως. Έσυρε αργά το βλέμμα της τριγύρω. Παρατήρησε τους λευκούς τοίχους, τα λευκά σεντόνια, όταν το βλέμμα της συναντήθηκε με το βλέμμα του Δημήτρη! Μετά από πολύ καιρό, μπορούσε να κοιτάζει ξανά κατάματα έναν άνδρα χωρίς να φοβάται. Τα μάτια του ήταν τόσο γαλήνια, καθώς και η φωνή του, που όσο της μιλούσε ήταν σαν να την νανούριζε. Δεν της θύμιζε κάτι ο συγκεκριμένος άνδρας, αλλά ένιωθε σαν παιδί δίπλα του. Ένιωθε ασφαλής.

Του χαμογέλασε κλεφτά και πλησίασε ασυναίσθητα το χέρι της στο κεφάλι της.
«Άουτς!», ακούστηκε να βγαίνει από τα χείλη της.
«Πρόσεχε!», της είπε εκείνος και της τράβηξε απαλά το χέρι και το άφησε μέσα στα δικά του. «Πρόσεχε, γιατί κατά την πτώση σου τραυματίστηκες στο κεφάλι», της αποκάλυψε.

Η Άννα έγνεψε με απορία και ξάπλωσε καλύτερα στο μαξιλάρι με ένα απαλό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Έκλεισε τα μάτια της και την πήρε ο ύπνος.

Ο Δημήτρης για πρώτη φορά μέσα του παραδέχτηκε ότι ήταν ερωτευμένος.
«Θα με άφηνες άραγε να μείνω δίπλα σου, αν δεν είχες αμνησία;» είπε και έβαλε το κεφάλι του δίπλα στο δικό της.

Η Άννα απολάμβανε πλέον την ηρεμία και το απαλό αεράκι σε μια ήσυχη παραλία ενώ ο ήλιος σιγόκαιε το κορμί της. Ξαφνικά, παγωμένες σταγόνες νερού πετάχτηκαν πάνω στο σώμα της. Χαμήλωσε τα γυαλιά ηλίου της και τον κοίταξε. Ο Δημήτρης, ο οποίος ότι και είχε βγει από την θάλασσα, στεκόταν από πάνω της. Της έδωσε ένα γεμάτο φιλί και της πρόσφερε ένα τεράστιο κοχύλι που είχε βρει. Εκείνη το έβαλε παιχνιδιάρικα στο αυτί της.
«Άκου την θάλασσα. Θα μάθω στην μικρή μας πριγκίπισσα να αγαπάει και εκείνη την θάλασσα και ποιος ξέρει, ίσως να κάνουμε παρέα καταδύσεις», είπε και χάιδεψε απαλά την κοιλίτσα της Άννας που πλέον ήταν αισθητά φουσκωμένη.

Η Άννα μπορεί να θυμήθηκε ποια ήταν, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι έμαθε ποια πραγματικά ήταν. Μια γυναίκα που ήταν ικανή να αγαπήσει και να αγαπηθεί βαθιά και αληθινά. Μπορεί οι γονείς της να μην πρόλαβαν να γνωρίσουν την εγγονή τους, αλλά σίγουρα θα ήταν πολύ περήφανοι που η κόρη τους γνώρισε τον εαυτό της. Η Άννα και ο Δημήτρης δεν χώρισαν ποτέ, γιατί συμπλήρωναν ακριβώς ο ένας στον άλλον, όλα τα κομμάτια της ψυχής τους.

C.C. & Elgare

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading