Το φιλί

Ο Μάρκος πάρκαρε ακριβώς έξω από το σπίτι του. Πόσο τυχερός! σκέφτηκε. Πέντε χρόνια στην Κυψέλη, δεύτερη φορά μπόρεσε να παρκάρει ακριβώς από έξω. Έσβησε τη μηχανή, αλλά δε βγήκε από το αυτοκίνητο. Παρασκευή σήμερα και δεν είχε κανονίσει τίποτα απολύτως, όπως και τις τελευταίες τέσσερις Παρασκευές. Όσο για το Σαββατοκύριακο, κανένα σχέδιο. Ο κολλητός του είχε βρει γκόμενα το τελευταίο διάστημα και περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο μαζί της. Είχαν να βρεθούν για καφέ εδώ κι αιώνες. Αντιθέτως ο Μάρκος, πριν έξι μήνες είχε χωρίσει με την Έλενα, ύστερα από τρία χρόνια σχέσης. Εκείνη το είχε προτείνει. Το τελευταίο εξάμηνο μάλιστα μισοσυγκατοικούσαν.
“Νομίζω πως ο κύκλος μας έκλεισε. Ωραία περάσαμε, αλλά ψάχνω κάτι διαφορετικό, πιο σταθερό”, ήταν η τελευταία της κουβέντα πριν κλείσει την εξώπορτα στα μούτρα του.
Δεν του είχε αφήσει κανένα περιθώριο να ακούσει και τη δικιά του οπτική, να το συζητήσουν και ίσως να βρουν και μια λύση.

Του είχε φορτώσει και το σκύλο της, τον Ζαν Κλωντ, ένα μικροκαμωμένο, καφετί παγκ, με μπλε γλώσσα. Ακόμα περίμενε να έρθει να τον πάρει. Ωχ, πρέπει να τον βγάλω βόλτα. Πόσο βαριόταν! Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τον έφερε στο σπίτι, με τα σάλια του να γλείφουν κάθε γωνιά του σπιτιού. Εκείνος ήταν λάτρης των γατιών. Μετά το θάνατο της Κλειώς, της αγαπημένης του γάτας, υποσχέθηκε στον εαυτό να μην ξαναβάλει κατοικίδιο στο σπίτι. Η καρδιά του είχε ραγίσει και έκλαιγε μέρες.

Με αργές κινήσεις βγήκε από το αμάξι και μπήκε στην πολυκατοικία. Περιμένοντας το ασανσέρ, κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη πίσω του. Αν και ψηλός, σα να καμπούριαζε λιγάκι και μαύροι κύκλοι είχαν ζωγραφιστεί γύρω από τα μάτια του. Τι του συνέβαινε; Είχε διαβάσει για την κατάθλιψη σ’ ένα άρθρο. Λες; σκέφτηκε, αλλά αμέσως η σκέψη εξαφανίστηκε ως δια μαγείας.
“Μαλακίες”, είπε δυνατά, καθώς άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Η δουλειά του τον καταπίεζε, αυτό ήταν. Δεν άντεχε την υστερικιά προϊσταμένη του και τον ζηλόφθονο συνάδελφό του. Αρκετά. Μάλλον είχε έρθει η ώρα για μια αλλαγή. Φοβόταν όμως. Τράβηξε το λουρί του σκύλου από τον καλόγερο και περίμενε. Πολύ ησυχία. Συνήθως ο Ζαν Κλωντ διέλυε τα πάντα στο πέρασμά του μόλις τον άκουγε. Κανένας ήχος, ούτε καν κλαψούρισμα.
“Ζαν Κλωντ”, φώναξε. “Πού είσαι αγόρι μου;”
Χτύπησε παλαμάκια. Νεκρική σιωπή.
“Ζαν Κλωντ; Ζαν Κλωντ;”

Τρέχοντας έμπαινε από υπνοδωμάτιο σε μπάνιο και κουζίνα. Άφαντος ο σκύλος. Ο Μάρκος χλώμιασε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Έπιασε με τα χέρια το κεφάλι του σε μια στιγμή απόγνωσης.
“Όχι κι εσύ ρε αγόρι μου! Μη μου φύγεις! Πού είσαι;” φώναξε δυνατά.

Για μια στιγμή σα να αφουγκράστηκε ένα σύρσιμο κάτω από το τραπέζι του σαλονιού. Έσκυψε και τι να δει… ο σκύλος να βαριανασαίνει με τη γλώσσα κρεμασμένη στο πάτωμα και μάτια κενά.
“Ζαν Κλωντ, Θέε μου!”, ούρλιαξε ο Μάρκος.
Τον τράβηξε από κάτω προσεχτικά. Του χάιδεψε τη μουσούδα. Άγγιξε την πλάτη του, τα ποδαράκια του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Το σκυλί απλά κουνούσε την πατούσα του σα να τον χαιρετούσε.

Έψαξε στο κινητό του. Βρήκε το τηλέφωνο της κτηνιάτρου. Σε μισή ώρα μπορούσε να τον δεχτεί. Ευτυχώς το ιατρείο δεν ήταν μακριά. Σήκωσε το παγκ με ευλάβεια, το σκέπασε με την κουβερτούλα του και όσο πιο σταθερά μπορούσε κατευθύνθηκε στο κτηνιατρείο. Στη διαδρομή, του κρατούσε το ποδαράκι σφιχτά. Μόλις έφτασε, η κτηνίατρος τους υποδέχτηκε ανήσυχη.
“Περάστε από δω”

Πρώτη φορά έφερνε εκείνος τον σκύλο. Συνήθως η Έλενα ασχολούνταν με αυτά. Η γιατρός ζήτησε από τον Μάρκο να περιμένει στο σαλονάκι, όσο εκείνη εξέταζε τον Ζαν Κλωντ. Ο Μάρκος βγήκε από το ιατρείο και άναψε ένα τσιγάρο. Προσπαθούσε να το κόψει, αλλά σήμερα δεν ήταν η κατάλληλη μέρα. Κοίταξε το ρολόι του. Πόση ώρα ήταν μέσα; Τι συνέβαινε; Τα χέρια του έτρεμαν. Άκουσε να χτυπάνε το τζάμι. Η γιατρός. Ο Μάρκος πρόσεξε τα κόκκινα φουντωτά μαλλιά της. Στο πρόσωπο σκόρπιες φακίδες χάριζαν μια νότα αθωότητας και ζεστασιάς.
“Τι έγινε γιατρέ; Ο Ζαν Κλωντ;” ρώτησε μέσα στην αγωνία.
“Μπορείς να με φωνάζεις Κατερίνα. Ο Ζαν Κλωντ είναι καλά. Μια μικρή δηλητηρίαση έπαθε”
“Μπορώ να τον δω;”
“Φυσικά”

Παραμέρισε ένα παραβάν και βρέθηκαν μέσα σε ένα δωμάτιο όπως των οδοντιάτρων, μόνο που στο κέντρο είχε ένα τραπεζάκι με τον Ζαν Κλωντ ξαπλωμένο πάνω. Ο Μάρκος έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Ο σκύλος που είχε συνέλθει, κούνησε την ουρά του.

“Μπαγασάκο με τρόμαξες!”, γέλασε ο Μάρκος χαϊδεύοντας την πλάτη του ασταμάτητα. Ένοιωσε δάκρυα χαράς να φτάνουν στα μάτια του, αλλά ντράπηκε και γύρισε από την άλλη να μην τον δει η γιατρός.

Ο Ζαν Κλωντ πετάχτηκε όρθιος κι έγλειψε τον Μάρκο στο μάγουλο. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια και μετά του έγλειψε και το άλλο μάγουλο. Έχωσε τη μουσούδα του στο λαιμό του Μάρκου.
“Το καλύτερο φιλί που μου έχουν δώσει είναι αυτό άτιμε!”

Η Κατερίνα χαμογέλασε. Κοιτάχτηκαν για λίγο με το Μάρκο.
“Θα ήθελες να πάμε για ένα καφέ αύριο;” την ρώτησε.
“Ξέρω ένα καταπληκτικό μέρος και για τους τρεις”, είπε η κοπέλα.

Ο Ζαν Κλωντ γαύγισε χαρούμενα γυρίζοντας γύρω από τον εαυτό του.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading