Η Γεωργία, άρχισε να της εξιστορεί την ζωή της όλη από την αρχή. Ήθελε να βγάλει από μέσα της όλα τα αγκάθια που την είχαν πληγώσει, που είχαν τρυπώσει στην ψυχή της όλα αυτά τα 60 χρόνια της ζωής της.
Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό, από φτωχή οικογένεια, μοναχοπαίδι. Η μάνα της, η Τασία, ένα άβουλο πλάσμα, άχρωμη, άοσμη. Την πάντρεψαν γιατί η οικογένεια είχε πολλά παιδιά να θρέψει και έπρεπε κάπως να μειωθούν τα στόματα στο σπίτι. Όταν έστειλε ο Πέτρος προξενιό για την Τασία, ο πατέρας της ούτε λίγο δεν το σκέφτηκε, το είδε σαν ευκαιρία να λιγοστέψουν τα έξοδα της φαμίλιας. Η Γεωργία δεν ένιωσε ποτέ την μητρική στοργή, δεν ένιωσε ποτέ της ένα χάδι, δεν χόρτασε ούτε λίγο την αγκαλιά της μαμάς. Γεννήθηκε απλά για να μην μείνει εκείνη και ο άντρας της άκληροι.
Ο πατέρας της μονίμως απών. Γυρνούσε πάντα περασμένες ώρες στο σπίτι, δήθεν από τα χωράφια, προφασιζόμενος πάντα αναπάντεχες δουλειές. Μα μύριζε ολόκληρος τσιγάρο, αλκοόλ και μερικές φορές γυναικείο πατσουλί. Ήξεραν μάνα και κόρη πως τα περισσότερα βράδια του τα πέρναγε στο μαγαζί με τις παστρικιές. Μα καμία τους δεν μίλαγε, δεν τολμούσαν να ρωτήσουν τι και πώς, γιατί ήξεραν πως το πιο πιθανό ήταν να προσγειωθεί χαστούκι στο μάγουλο πριν προλάβει να τελειώσει η φράση. Διότι το ‘χε λιγουλάκι βαρύ το χέρι ο κυρ Πέτρος, ιδίως άμα έπινε και κανένα ποτηράκι παραπάνω.
Το μόνο όνειρο της Γεωργίας, ήταν να καταφέρει να φύγει από εκεί μέσα, να ξεφύγει από όλο αυτό που ζούσε. Στα 17 της γνώρισε τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης ήταν 11 χρόνια μεγαλύτερός της. Ήταν πολύ όμορφος άντρας, μερακλής, από οικογένεια. Ένας γόης της εποχής. Γνωρίστηκαν σε μια γιορτή του χωριού, ένεκα που ήταν φίλοι με έναν μακρινό εξάδερφό της. Του άρεσε όσο να πεις, ήταν ένα τρυφεράδι, σκέτο μπουμπούκι. Άβγαλτη, αθώα, μετρημένη στα λόγια και στις κινήσεις. Κι εκείνης της άρεσε, είχε όμως και τον σκοπό του όλο αυτό, από την μια θα ήταν τρομερή αναβάθμιση από κόρη του κυρ Πέτρου να γίνει σύζυγος του Δημήτρη, από την άλλη ήταν και η διέξοδος ίσως που έψαχνε για να φύγει από την μιζέρια, την παραμέληση και την κατήφεια που βίωνε τόσα χρόνια στα γονικά της.
Ο γάμος τους έγινε ένα χρόνο αργότερα και έγινε με κάθε δόξα και τιμή η σύζυγος του Δημήτρη. Πια την σεβόντουσαν την υπολήπτονταν. Έπαψε να είναι η καημένη κόρη του κυρ Πέτρου.
Δεν άργησε να έρθει και το πρώτο τους παιδί. Και μάλιστα αγόρι. Καμάρι και των δυο που έβγαλε με την πρώτη τον γιο. Όμως ακόμη και να μην το παραδεχόταν ούτε στον ίδιο της τον εαυτό πολλές φορές, η Γεωργία, μόλις μπήκε το στεφάνι, το ορκίστηκε πως δεν θα επέτρεπε να γίνει σαν την μάνα της. Δεν θα επέτρεπε να την πατήσει κάνεις. Έτσι αποφάσισε να πατήσει εκείνη τον Δημήτρη.
Στις αρχές, εκείνος εξέφραζε τις αντιρρήσεις του, τις ενστάσεις του απέναντι στην συμπεριφορά της. Όμως σαν γεννήθηκε το παιδί, ο Σπύρος της, δεν του επέτρεπε να έχει λόγο. Δεν είχε καταλάβει όμως πως αυτή ήταν και η αρχή του τέλους. Πως αυτή της η στάση θα ήταν και ο λόγος που βρισκόταν αυτή τη στιγμή στο κέντρο απεξάρτησης ο γιος της. Γιατί άργησε να καταλάβει, ίσως και να εθελοτυφλούσε, το τι γινόταν μέσα στο σπίτι της, το τι γινόταν με το ίδιο της το παιδί.
Ήταν στην εφηβεία πια όταν άρχισαν τα μπλεξίματα σου Σπύρου. Είχε ξεκινήσει να βγαίνει με κάτι περίεργα παιδιά, παρέες που μέχρι πρότινος δεν γνώριζε η ίδια. Ρώτησε στην γειτονιά να μάθει από πού κρατάει η σκούφια τους. Όλα, εκτός του Ανάσταση, ήταν παιδιά καλών και ευυπόληπτων οικογενειών. Ο Αναστάσης όμως, προερχόταν από ένα σπίτι διαλυμένο. Οι γονείς του χωρισμένοι, ο πατέρας άφαντος, η μάνα του να μπαινοβγαίνει μια στην φυλακή, μια σε κέντρα απεξαρτήσεις. Τον μεγάλωνε η γιαγιά του. Χήρα γυναίκα, μιας κάποιας προχωρημένης ηλικίας, δεν σκάμπαζε από ναρκωτικά. Δεν είχε καταλάβει πως ο εγγονός της έκρυβε κάθε λογής ουσίες μέσα στο σπίτι τους και πως εκείνοι που έρχονταν να τα παραλάβουν δεν ήταν ούτε φίλοι ούτε γνωστοί, αλλά χρήστες που έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν την δόση τους. Ούτε ήξερε για τα χρήματα που έκρυβε στο συρτάρι με τα βιβλία. Κάποιες φορές που είχε βρει κάποια χαρτονομίσματα, της έλεγε πως είναι από χαμαλοδουλειές που έκανε.
Σιγά σιγά, άρχισε να τα πλασάρει και στην δική του παρέα. Λίγο χόρτο στην αρχή, έτσι για χαβαλέ, ένα τσιγάρο για δοκιμή. Μα η μια φορά έγινε καθημερινότητα. Από ένα τσιγάρο για όλη την παρέα, άρχισαν να θέλουν παραπάνω. Ήθελαν ο καθένας το δικό του. Μα ο Αναστάσης δεν μπορούσε να τραβάει τέτοια ποσότητα από τις προμήθειές του τσάμπα, ούτε σκόπευε να τα βάζει από την τσέπη του. Το κυριότερο όμως, δεν σκόπευε να έρθει αντιμέτωπος με την κατηγορία της κλοπής από τον προμηθευτή του. Έτσι ξεκίνησε να ζητάει λεφτά από την παρέα. Ο Σπύρος για να μπορέσει να καλύψει την προμήθειά του, άρχισε να βάζει χέρι στις τσέπες του πατέρα του, μα και στο πορτοφόλι της μάνας του. Ο Δημήτρης στην αρχή, δεδομένου ότι τα ποσά ήταν αμελητέα, θεωρούσε ότι κάπου τα είχε δώσει και δεν το θυμόταν. Η Γεωργία, που γνώριζε και την τελευταία δεκάρα που έμπαινε και έβγαινε από το πορτοφόλι της, άρχισε να αναρωτιέται. Ήξερε πού τα ξόδευε και κυρίως πόσα ξόδευε. Εκεί ήταν που άρχισε να ψυλλιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά, σε συνδυασμό με την αλλαγμένη συμπεριφορά του γιου της. Ρώτησε και την κόρη της, μήπως χρειάστηκε χρήματα και πήρε από το πορτοφόλι της, όμως εκείνη της ορκιζόταν πως δεν ακούμπησε ποτέ το πορτοφόλι της. Ήξερε ήδη πως η μικρή δεν έλεγε ψέματα, πάντα ζητούσε ό,τι χρειαζόταν.
Η πρώτη κρούση έφερε έναν θυελλώδη καυγά. Είδε μπροστά της ένα παιδί που δεν το αναγνώριζε, δεν πίστευε στα μάτια της. Πήγε αμέσως να μιλήσει στον άντρα της, έπρεπε να πατάξουν το κακό όσο ήταν ακόμη στην αρχή. Μα βρήκε τοίχο, την έβγαζε τρελή, παρανοϊκή. Της είπε πως όλα ήταν στο μυαλό της από την υπερβολική αγάπη που του είχε. Όμως το ένστικτό της δεν ξεγελιόταν με τίποτα. Ήξερε πως ο κατήφορος είχε ήδη ξεκινήσει για τον Σπύρο και πως όδευε σε αυτόν με ιλιγγιώδη ταχύτητα…
Αθηναΐδα Κ.
