Ξύπνησε με ενοχλητικό πονοκέφαλο, ένδειξη ότι δεν θα βρει ηρεμία ούτε σήμερα, παρόλο που έξω είχε καλοκαιριάσει και ήταν χαρά Θεού η ημέρα. Μια «στραβομάρα» ανεξήγητη, και ένα «άδειασμα» την είχε καταβάλει. Ίσως να έφταιγε το άγχος και η κούραση της τελευταίας εβδομάδας, είχε πια σαρανταρίσει, δεν άντεχε τα εξουθενωτικά ωράρια που απαιτούσε η δουλειά της, αλλά… ένα αλλά, αναβόσβηνε στο μυαλό της και την εγκλώβιζε σε μια καριέρα που δεν ήθελε, σε μια ζωή που είχε καιρό «αφεθεί» να ζει.
Οι ημικρανίες ήταν ένα σημάδι του οργανισμού, ένα νεύμα του νευρικού συστήματος, πως «κάτι δεν πάει καλά κοπελιά, κόψε ταχύτητα, ηρέμησε λίγο!». Αγνοούσε υποτιμητικά την ύπαρξή της, απέρριπτε την ξεκούραση, δεν διασκέδαζε πια, είχε «χάσει» κάθε σύνδεση με τον εαυτό της. Πόσο καιρό είχε αλήθεια να χορέψει; Της είχε λείψει ο χορός, ένας χορός από εκείνους… Ο ανέμελος, με ένα μαγιό, και την παντόφλα δίχαλο να πίνει και να χορεύει χωρίς αύριο, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς κανείς να περιμένει κάτι από αυτή, χωρίς καν να γνωρίζει να χορεύει! Να πήγαινε όπου την οδηγούσε ο ρυθμός της μουσικής.
Μουσική, η μεγάλη της αγάπη! Αυτή, η παρέα τους και ο Μάνθος. Της είχε λείψει εκείνο το λαμπερό χαμόγελό του, η αχαλίνωτη αισιοδοξία, η ζεστασιά της αγκαλιάς του. «Πού να βρίσκεται; Τι να κάνει άραγε;». Κάπου είχε καταχωνιασμένη μια φωτογραφία τους. Άνοιξε ένα προς ένα τα συρτάρια με τα CDs, τις κασέτες και τους δίσκους, τα «παιδιά της καρδιάς της, τα πολύτιμά της» όπως συνήθιζε να λέει και να καμαρώνει, τα είχε φυλαγμένα σε εκείνα τα συρτάρια που κανείς δεν τ’ άγγιζε, ούτε ο ίδιος ο χρόνος. Στο δεύτερο συρτάρι με τις κασέτες, βρήκε εκείνη την κασέτα που είχε «γράψει» να του κάνει δώρο, για τον έναν χρόνο γνωριμίας τους. Άνοιξε δειλά την συσκευασία της κασέτας, είχε γράψει αφιέρωση «στον έρωτα της ζωής μου» και θυμόταν καλά, στο πίσω μέρος ήταν διπλωμένη μια φωτογραφία τους. Την ξεδίπλωσε με αργές κινήσεις και αναμνήσεις κατέκλυσαν το μυαλό της μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Στην φωτογραφία ήταν οι δυο τους αντικριστά, χαμογελούσαν και κοιτάζονταν, με φόντο το bar του αγαπημένου τους φοιτητικού στεκιού. Μα δες… Πόση λατρεία στα βλέμματά τους! Πόσο παιδιά Θεέ μου! Και αυτό το χαμόγελο, το αβίαστο χαμόγελό του, εκείνο που χάριζε απλόχερα, όπως την καρδιά του…
«Τον πλήγωσα να πάρει! Και αυτόν!». Και τι δεν θα έδινε να γυρίσει τον χρόνο πίσω! Ο ήχος του κινητού, την «τραβά» από το παρελθόν και την «γυρνά» στο κενό χρόνο της πραγματικότητας! «Χριστέ μου, είναι από την δουλειά, δεν μπορώ άλλο! Είναι Κυριακή που να πάρει ο διάολος!» μονολογεί, αλλά συμβιβασμένη απαντά στην κλήση με τον επαγγελματισμό που αρμόζει στην θέση της!
Το ίδιο βράδυ, η καρδιά της χτυπά κόκκινα! Ταχυπαλμία, πανικός, μια κατάσταση τρομερού άγχους. Σηκώνεται από το κρεβάτι έντρομη, μη μπορώντας ν’ αναπνεύσει καλά, με κοφτές ανάσες, παίρνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και το πορτοφόλι της, με σκοπό να πάει στο νοσοκομείο, αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα και αφού έχει ήδη ξεκινήσει, αισθάνεται καλύτερα! Νιώθει μια έντονη ανάγκη να πιει ένα ποτό και έτσι παίρνει τον δρόμο προς την θάλασσα, αναζητώντας ένα κάπως ήρεμο beach bar. Μπαίνοντας, συνειδητοποιεί πως δεν είναι τόσο ήρεμο όσο θα ήθελε, αλλά απτόητη, προχωρά στα πρώτα τραπέζια- βαρέλια παραγγέλνοντας μια βότκα λεμόνι να την δροσίσει.
«Μου αρέσει αυτό που φοράς» της γνέφει η σερβιτόρα δείχνοντας διακριτικά
Ωωωω θεοί! Φοράει το καλοκαιρινό πιτζαμάκι της, χωρίς σουτιέν μέσα από το μπλουζάκι. «No worries…» μονολογεί και βολεύεται καμαρωτή πάνω στο ψηλό σκαμπό, τινάζοντας ακομπλάριστα τα μαλλιά της προς τα πίσω και απολαμβάνοντας αργά και σταθερά το ποτό της. Στο bar καταφθάνει μια νεαρή παρέα, πάνω κάτω στα μισά της χρόνια όπως ψυχανεμίζεται, οι κοπέλες σχολιάζουν χασκογελώντας και κοιτάζοντας προς το μέρος της.
«Αυτά; Πρόσφατη μόδα στο Παρίσι. Θα πουλήσουν, πιστέψτε με!» τους φωνάζει και σηκώνει το ποτήρι της στην υγεία τους. Ένας νεαρός από την παρέα την πλησιάζει με ανησυχία στο βλέμμα, ρωτώντας αν είναι καλά, αν θέλει να την πάει σπίτι της, αν χρειάζεται κάτι. Ένα αμυδρό χαμόγελο, σχηματίζεται στο πρόσωπό του και εκείνη μένει εμβρόντητη να τον κοιτά! Αυτό το χαμόγελο, πόσο γνώριμο της μοιάζει. Έχει όλη την αφέλεια και ταυτόχρονα την γοητεία του κόσμου! Ναι, θέλει κάτι. Θέλει! Αλλά δεν μπορεί να το πει. Κοίτα, είναι μωρό, είναι τόσο παιδί, πόσο γλυκός! Αν θέλει λέει να την πάει σπίτι της! Του ανταποδίδει το χαμόγελο και τον διαβεβαιώνει πως είναι αρκετά καλά. Τον ευχαριστεί διακριτικά. Εκείνος επιστρέφει στην παρέα του, μια συνομήλικη κρεμιέται από το λαιμό, τον φιλά με πάθος και της ρίχνει το βλέμμα της ζήλιας. «Εντάξει, καταλάβαμε, είναι δικός σου κουκλίτσα μου!» μονολογεί και παραγγέλνει άλλη μια βότκα.
Α ρε Άννα… Μια ζωή σκόρπια, μια ζωή που άλλα θες και άλλα καταλήγεις να κάνεις. Μια ζωή να σου φταίνε όλα, να μην κάνεις με κανέναν, να μην συμβιβάζεσαι, να θες όμως να σε θέλουν και ας είσαι στραβόξυλο. Μια ζωή άκυρη, νεκρή, που όταν πλησιάζεις συναισθήματα τρέχεις. Έτσι έτρεξες μακριά και από τον Μανθούλη. Θυμάσαι; Και εσύ κρεμιόσουν στο λαιμό του και τον φίλαγες και ήταν τόση η αγάπη σας, που δεν ήθελες τίποτα άλλο στον κόσμο. Η μοναδική αυθεντική αγάπη που ποτέ ένιωσες στην μίζερη και πλούσια ζωή σου. Καμένη από χέρι, κατεστραμμένη, φανατική των ηδονών, χωρίς καμία υποχρέωση συναισθημάτων! Πόσοι την λάτρεψαν, πόσους έλιωσε! Και τώρα παθητικά μόνη, πληρώνει για τον έρωτα, πληρώνει για συντροφιά, πληρώνει για ποιότητα, αλλά τα έμαθες τα νέα Άννα; Δεν πληρώνεται η ποιότητα, την ποιότητα δεν την αγοράζεις Άννα, την διεκδικείς! Και χωρίς συναισθήματα δεν θα έχεις ποτέ.
Δυο τύποι την κοιτούν… νομίζει την κοιτούν λάγνα. “Είναι του… είδους μου” σκέφτεται και κάνει την κίνησή της.
«Κερασμένα ό,τι πάρουν οι τύποι από εμένα. Τα υπόλοιπα δικά σου» αποκρίνεται στην σερβιτόρα, αφήνοντας δυο χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ επιδεικτικά προς την μεριά τους και ζαλισμένη κάπως από την βραδιά, προχωρά μπρος το αυτοκίνητο, λοξοκοιτώντας τους τύπους. Την πλησιάζει ο ένας, ήταν σίγουρη, ξέρει να τους αναγνωρίζει, γνωρίζει αυτό το παιχνιδάκι, το παίζει χρόνια τώρα. Τον θέλει να την περιμένει σπίτι της σε μια ώρα. Του δίνει την διεύθυνση, να περιμένει από έξω και θα του ανοίξει. Ακόμα μια βραδιά ηδονής ξεκινά, ναι, να φέρει και παρέα δεν έχει κανένα πρόβλημα του απαντά. Πληρώνει άλλωστε για όλα εκείνη. Τι πρόβλημα να έχει; Τα χρήματα δεν της έλειψαν ποτέ.
Το πρωί ξημερώνει περίεργα. Τι νύχτα και αυτή! Πονάει παντού, γελά πονηρά, αυτός ο πόνος είναι ευχάριστος! Προς την πορεία της στο μπάνιο, συνειδητοποιεί πως μάλλον την έχουν ληστέψει, δεν εξηγείται αλλιώς όλη αυτή η ακαταστασία. Μπορεί να μην υπάρχει ίχνος συναισθήματος, αλλά ο χώρος της είναι πάντα τακτοποιημένος, απωθημένο μιας άλλης ζωής ίσως. Ναι, οι μπάσταρδοι την έκλεψαν, είναι σίγουρο πλέον, βλέπει τα συρτάρια από το γραφείο πεταμένα στο πάτωμα, το laptop λείπει, «όχι το laptop την π*** μου είχα όλη την δουλειά μου εκεί! Πώς την πάτησα η ηλίθια σαν πρωτάρα!». Καλεί στην δουλειά, δεν μπορεί να δουλέψει σήμερα, την έκλεψαν, πρέπει να πάει στο αστυνομικό τμήμα. Ψέματα! Σιγά μην πάει στην αστυνομία. «Ναι γεια σας, ψώνισα δυο άγνωστους τύπους και μαντέψτε, με έκλεψαν! Πόσο χαζή είσαι Άννα!». Ένας ήχος μακρινός, είναι το κουδούνι της υποθέτει, «Ποιος διάολος είναι τώρα;». Κοιτά από την κάμερα, ξαφνιάζεται, είναι εκείνος ο γλυκούλης από το bar, εκείνος που την ρωτούσε αν είναι καλά. «Τι θέλει; Πώς βρήκε που μένω;». Της δίνει το laptop, εξηγεί πως οι τύποι συχνάζουν στο bar, είναι γνωστοί κατά μια έννοια και όταν τους είδε να φεύγουν μαζί, ήταν σίγουρος πως θα την έκλεβαν. Ήταν το μοναδικό που κατάφερε να πάρει, λυπάται λέει αν τις έκλεψαν και άλλα, τους ζόρισε να μιλήσουν, από εκείνους βρήκε και την διεύθυνσή της. Να φεύγει λέει, γεια…
«Όχι, μην φεύγεις! Πέρνα μέσα σε παρακαλώ, συγνώμη για την ακαταστασία, έπεσα θύμα μέγιστης χαζομάρας!» χαμογελά πλατιά. Εκείνος πλατύτερα.
Τον λένε Άγγελο και σίγουρα είναι ο προσωπικός της άγγελος. Είναι γλυκός, έχει λακκάκια στα μάγουλα, σγουρομάλλης και συνεσταλμένος. Είναι μόλις εικοσιπέντε! F..k τι να κάνει; Την προκαλεί με την ύπαρξή του, την χαϊδεύει με το βλέμμα του, την εξιτάρει με το χαμόγελό του. Τον απολαμβάνει! Δεν ξέρει πώς να φερθεί και δεν θέλει να τον «χαλάσει». Του μιλά ειλικρινά, του εξηγεί πώς είναι οι «σχέσεις» της. Τον θλίβει, το βλέπει, αλλά έτσι είναι, το έχει αποδεχτεί, δεν κάνει σχέσεις, δεν αγαπά, δεν δένεται, καλύτερα να του τα πει, παρά να τον αφήσει να την ερωτευτεί και να τον πληγώσει αργότερα. Είναι παιδί! Όχι, είναι παιδί, δεν είναι για εμένα!
Τελικά, ήταν για εκείνη! Δεν ήταν τόσο μικρός όσο νόμιζε. Ένιωσε την ανάγκη να τον φροντίσει, αυτός ήταν ο τρόπος της. Του αγόραζε ό,τι ήθελε, ό,τι επιθυμούσε στα πόδια του, για τον έρωτά του όλα, ο μικρός της πρίγκιπας. Αυτός ο άγγελος της άρεσε και κατά όπως φαινόταν, είχε έρθει να την λυτρώσει. Το χαμόγελό του, αυτό το συγκλονιστικό, αισιόδοξο χαμόγελο, πόσο πίσω στον χρόνο την ταξίδευε! Και εκείνος την «έπαιζε» με την αθωότητά του, την κατάλαβε, αναγνώρισε το «είδος» του. «Αρπακτικό» βλέπεις και αυτός! Μεγαλύτερες σε ηλικία, όμορφες, πλούσιες, να μην του είναι ανυπόφορο, με μια δόση σχέσης και λίγη δόση έρωτα, μαζί με μπόλικο ψέμα και μια αμυδρή υπόσχεση αγάπης. Βρήκε τρόπο να την χειριστεί με τους φίλους του, αυτούς που την έκλεψαν. Δήθεν τους πήρε το laptop, δήθεν δεν τους γνώριζε, και «τσουπ» μπήκε στην ζωή της, πρώτα από το παράθυρο και μετά επίσημα από την πόρτα.
Περάσαν υπέροχους μήνες μαζί. Ο ένας «εξυπηρετούσε» τις ανάγκες του άλλου. Η Άννα είχε την ψευδαίσθηση πως εκείνος ήταν ένα μεγάλο μωρό, εκείνος πάλι δεν είχε καμία ψευδαίσθηση ως προς την θέση του. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν και ποιος ο ρόλος του. Να περνά καλά και να πληρώνεται.
Η Άννα ένιωσε το δείγμα ζωής μέσα της σαν φτερούγισμα και αργότερα με πρωινές αδιαθεσίες. «Μα είναι δυνατόν στα σαράντα μου να γίνω μητέρα και πατέρας να είναι ένα εικοσιπεντάχρονο;» αναρωτιόταν όταν η εγκυμοσύνη επιβεβαιώθηκε. Σκέφτηκε πολύ και αποφάσισε να μην πει τίποτα στον Άγγελο. Θα τον χώριζε και θα μεγάλωνε μόνη το παιδί, χωρίς ποτέ να μάθει. Το βράδυ! Το βράδυ θα έδινε ένα τέλος σε αυτή την σχέση, έτσι ώστε να έχει χρόνο να κυοφορήσει χωρίς να καταλάβει τίποτα ο Άγγελος και μετά θα ζούσε τις στιγμές που, δεν το κρύβει, ενδόμυχα, ονειρευόταν να ζήσει με τον Μάνθο της!
Είχαν και οι δυο καλή διάθεση και η Άννα σηκώθηκε να βάλει λίγο κρασί. Τον είδε να σκαλίζει το συρτάρι με τις κασέτες
«Όχι, όχι, αυτά δεν τα πειράζεις Άγγελέ μου!»
«Μα έχεις απίθανη συλλογή. Αυτή θέλω ακούσω!» της είπε και έβγαλε την κασέτα που είχε γράψει για τον Μάνθο
«Αυτή η κασέτα δεν είναι για εσένα…»
«Αααα, γράφει και αφιέρωση. Έλα ρε! Μη μου πεις, την είχες γράψει για κάποιον ε;» την περιέπαιξε
«Είπα, αυτή η κασέτα δεν είναι για εσένα. Δώσε την μου σε παρακαλώ!»
Εκείνος γέλαγε και την έκρυβε, εκείνη τον τσίμπαγε και πήδαγε γελώντας να φτάσει την κασέτα από τα χέρια του. Η διπλωμένη φωτογραφία έπεσε στο πάτωμα και φυσικά ο Άγγελος ήταν ο πρώτος που το αντιλήφθηκε.
«Τι έχουμε εδώ; Φωτογραφία του έρωτα;»
«Ναι, φωτογραφία του έρωτα. Μπορώ να την έχω τώρα;» του απάντησε χαμογελώντας η Άννα
«Όχιιιιι. Πρώτα θα την δω!» και πριν προλάβει να την πάρει από τα χέρια του, με ένα μορφασμό καταφερτζή, ο Άγγελος άνοιξε την φωτογραφία.
«Άννα; Αυτός… είναι ο πατέρας μου!»
Να πάρει! Το ήξερα, αυτό το χαμόγελο, μου ήταν τόσο γνώριμο!
Ελένη Ρέγγα
