Nίκη

«Η Ελπίδα είναι νεκρή, ευτυχώς όμως το παιδί σώθηκε…». Αυτά ήταν τα λόγια που στοίχειωναν την Νίκη για όλη τη ζωή της κι ας…

Ήταν ένα βρέφος που αντίκριζε για πρώτη φορά τον κόσμο την ώρα που ακούστηκαν κι ας μην είχε σχηματιστεί ακόμη το μνημονικό της… Είχε ακούσει διηγήσεις για εκείνη τη μέρα τόσες φορές, που φάνταζε σαν χθες η στιγμή που το πρώτο της κλάμα επισκιάστηκε από τις κραυγές οδύνης και απελπισίας της υπόλοιπης “οικογένειάς” της. Σαν χθες έμοιαζε στη μνήμη της η στιγμή που η νοσοκόμα την ακούμπησε στο άψυχο και κρύο σώμα της μητέρας της, ώστε να την αποχαιρετίσει για πάντα. Το ίδιο πρόσφατη έμοιαζε και η στιγμή που εγκαταλείφθηκε στο μαιευτήριο. Η απόφαση ‘κείνη, που πάρθηκε ομόφωνα από τον πατέρα, τον μεγάλο αδερφό και τους παππούδες της…

Πέρασε τα πρώτα πέντε της χρόνια στο ορφανοτροφείο. Σίγουρα δεν ήταν οι καλύτερες συνθήκες για να μεγαλώσει ένα παιδί, μα στον τελικό της απολογισμό, αδιαμφισβήτητα θα μπορούσε να πει πως αυτά ήταν τα πιο όμορφα χρόνια στη ζωή της. Εκεί της έδωσαν και το όνομα «Νίκη», σύμβολο της μάχης στη ζωή που κέρδισε πριν ακόμη βγει από την κοιλιά της μητέρας της. Για τους περισσότερους θεωρούνταν ένα άσχημο μωρό, μιας κι ένα εκ γενετής σημάδι κάλυπτε το μισό της πρόσωπο με αποτέλεσμα να μένει στα αζήτητα του ορφανοτροφείου, όσο παιδιά που μεγάλωναν μαζί, αποχωρούσαν με τις νέες τους οικογένειες. Όμως λίγο μετά τα πέμπτα της γενέθλια, κάτι άλλαξε…

Στο ορφανοτροφείο παρουσιάστηκε ο πατέρας της, ήθελε να την πάρει κοντά του. Φαινόταν καλοπροαίρετος και μετανιωμένος. Δεν της είχαν πει ποτέ τίποτα για την οικογένειά της, δεν ήξερε το λόγο που την εγκατέλειψαν έτσι… Τον αποδέχθηκε ενθουσιασμένη στην ιδέα ότι θα ζούσε επιτέλους μία φυσιολογική ζωή και πως άνηκε κι αυτή κάπου. Μα το παιδικό μυαλό της δε μπορούσε με τίποτα να φανταστεί αυτό που την περίμενε έπειτα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όλα εκείνα που θα βίωνε από τη στιγμή που θα έκλεινε η πόρτα του σπιτιού τους…

Εκεί την υποδέχτηκε ο αδερφός της αμίλητος, με βλέμμα οργισμένο. Εκείνη τότε, γεμάτη άγνοια ρώτησε «Πού είναι η μαμά μου;», κοιτάζοντάς τους εναλλάξ στα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που άκουσε τη φωνή του αδερφού της. Γεμάτος θυμό φώναξε «Τη μαμά τη δολοφόνησες εσύ! Εσύ τέρας, με τη γέννησή σου!». Στη συνέχεια, άρχισε να τη χτυπά με μανία, βγάζοντας όλη την οργή που είχε αποταμιεύσει για τη ζωή, όντας μόλις δεκατεσσάρων χρονών έφηβος, τη στιγμή που «έφυγε» η μητέρα του. Ο πατέρας του δεν έκανε ποτέ τίποτα να του τιθασεύσει το θυμό, αντίθετα τους παρακολουθούσε γελώντας…

«Σε πήραμε πίσω για να σου δώσουμε αυτό που σου αξίζει, δε σε αγαπάμε και δε θα σε αγαπήσουμε ποτέ!».

Τούτα τα λόγια από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, τα άκουσε πολλές φορές και κάθε φορά έσκιζαν με τόση δύναμη την ψυχή της, που ο σωματικός πόνος από το ξύλο που της έριχναν σε καθημερινή βάση, φάνταζε αμελητέος. Κάπως έτσι μεγάλωνε… με ξύλο, σκληρά λόγια, εκφράσεις μίσους και επίρριψη ευθυνών να ταλανίζουν την κάθε της μέρα. Είχε αναλάβει εξ’ ολοκλήρου όλες τις δουλειές του σπιτιού και πολλές φορές τυχόν λάθη ήταν η αφορμή, για ακόμη πιο σκληρά βασανιστήρια. Στο σχολείο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα, η ιδιαιτερότητα της εμφάνισή της είχε ως αποτέλεσμα να είναι διαρκώς θύμα εκφοβισμού. Ήταν και για εκείνους το τέρας, η ασήμαντη, η ανεπιθύμητη…

Πολλές φορές ούσα έφηβη, απομονωνόταν στο γειτονικό παρκάκι το βράδυ, σαν είχε πέσει σκοτάδι κι έγραφε κείμενα σε ένα τετράδιο που είχε πάντοτε μαζί. Διηγήματα για μια άλλη ζωή που δεν έζησε, γεμάτα χρώματα, φως και αγάπη… Κάπως έτσι κατόρθωνε να αποδρά λίγη ώρα από την πραγματικότητα, ταξιδεύοντας νοητά σε έναν ιδεατό κόσμο. Κάποιες άλλες φορές έγραφε ποιήματα για τη μητέρα που δε γνώρισε, θεωρώντας το όνομά της συμβολικό για τη ζωή της, μιας και με το σβήσιμο της «Ελπίδας», έσβησε κάθε ελπίδα και για τη δική της μελλοντική ζωή.

Μία από εκείνες τις μέρες στο πάρκο, γνώρισε εκείνον… Έναν περίεργο τύπο που κάθισε δίπλα της στο απέναντι παγκάκι και ρουφούσε το τσιγάρο του χαμένος στις σκέψεις του. Έμοιασε σαν να μην την πρόσεξε καθόλου στην αρχή, μα κάποια στιγμή, καθώς το νεαρό κορίτσι γυρνούσε τις σελίδες του ημερολογίου του, ο θόρυβος έστρεψε το βλέμμα του στο μέρος της. Για λίγη ώρα λοξοκοίταζε τις γραμμές που έγραφε κι εκείνη όταν το κατάλαβε, από αμηχανία έκλεισε το τετράδιό της και σηκώθηκε να φύγει. Αυτός όμως την σταμάτησε. «Στάσου! Μη φεύγεις! Σε έχω δει κι άλλες φορές εδώ, αλλά δεν έτυχε να γνωριστούμε. Είμαστε και οι δύο απόμακροι βλέπεις… Όμως πιστεύω, ότι αυτό είναι κάτι που μας ενώνει, το σκοτάδι μέσα μας που αντανακλά αυτή την μοναχική απλησίαστη εικόνα παραέξω. Όσο έγραφες, με την άκρη του ματιού διάβασα λίγο από το κείμενό σου. Πιστεύω διαβάζοντας τα γραπτά κάποιου μπορείς να μάθεις πολλά για τον εσωτερικό του κόσμο. Γράφω κι εγώ ποιήματα, αλλά στο κινητό μου. Θέλεις να διαβάσεις τώρα κάποια, να δω κι εγώ λίγο ακόμα από τα δικά σου; Πιστεύω είναι ένας όμορφος και ιδιαίτερος τρόπος να γνωριστούμε…». «Ναι, εννοείται θα χαρώ να σε γνωρίσω καλύτερα. Ξέρεις, είναι η πρώτη φορά που κάποιος επιδιώκει να μάθει για μένα, πώς νιώθω, πώς σκέφτομαι…» είπε, δίνοντας στο αγόρι το τετράδιό της. Της έδωσε κι εκείνος το κινητό του και για λίγη ώρα μελετούσαν και οι δύο σιωπηλά. Παρατήρησαν μέσα απ’ όλα αυτά, πως μοιάζουν πολύ σαν άνθρωποι, οπότε και στους δυο γεννήθηκε η επιθυμία να ανοιχτούν ο ένας στον άλλο, μιλώντας εξονυχιστικά για τις ζωές τους…

Εκείνος ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερός της, περίπου είκοσι ενός ετών. Δεν είχε βιώσει κακοποίηση και την ορφάνια, μονάχα την παραμέληση από τις πολλές ώρες που δούλευαν οι γονείς του. Είχε πάντοτε ό,τι ήθελε κι ένα μέλλον προσχεδιασμένο, δίχως να του δίνονται περιθώρια επιλογής. Κάπως έτσι είχε χάσει νόημα της ζωής, την ικανότητα να ονειρευτεί, να αναζητήσει το σκοπό της ύπαρξής του. Ένιωθε απέχθεια για την κοινωνία και τους ανθρώπους που συμβίωνε και αδυνατούσε να εγκλιματιστεί. Ένα μαύρο σύννεφο του κάλυπτε το μυαλό καλλιεργώντας του την ματαιότητα και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα να αλλάξει τη μοίρα του και να νοηματοδοτήσει τη ζωή του. Είχε βρει όμως έναν τρόπο… έναν τρόπο να κάνει ταξίδια σε μια άλλη διάσταση, που του έφερνε χαρά, ζωντάνια και λησμονιά για καθετί δυσοίωνο.

«Μπορώ να σε βοηθήσω να νιώσεις καλύτερα αμέσως τώρα, να γυρίσεις στο σπίτι σου χωρίς να πονάς απόψε» της είπε, βγάζοντας από την τσέπη ένα πράσινο χαπάκι…
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ανυποψίαστη η Νίκη.
«Δεν έχει σημασία τι είναι, αλλά το θαύμα που θα κάνει. Εμπιστεύσου με! Έλα, πάμε μαζί» Της ψιθύρισε βγάζοντας από την τσέπη του άλλο ένα.
Τότε κάνοντας ταυτόχρονα την ίδια κίνηση, κατάπιαν από ένα χαπάκι… Λίγη ώρα μετά, όντως η Νίκη άρχισε να νιώθει μία αίσθηση ενθουσιασμού, μία αίσθηση που δεν είχε ξαναβιώσει. Ευχαρίστησε τον Πέτρο και σε εκείνο το σημείο αποχαιρετίσθηκαν. Έκλεισαν ραντεβού στο ίδιο σημείο την επόμενη μέρα, ίδια ώρα, για να τα πουν, αλλά και να της δώσει άλλο ένα χαπάκι…

Αυτή η συνήθεια συνεχίστηκε για μήνες και μέσα σε αυτό το διάστημα έγιναν ζευγάρι. Της είπε να παρατήσει το σπίτι της και το σχολείο και να έρθει να μείνει μαζί του σε ένα διαμέρισμα που του έχουν αγοράσει οι γονείς του και εκείνη συμφώνησε. Κοντά σε αυτό το σπίτι ήταν το κολλέγιο που φοιτούσε, αλλά είχε σχεδόν δύο χρόνια να παρουσιαστεί. Με τους γονείς του επικοινωνούσε μόνο για του δώσουν χρήματα, με αποτέλεσμα να μην μάθουν κάτι για την κατάσταση της ζωής του.

Ζούσαν σε ένα βρώμικο, ακατάστατο σπίτι, πίνοντας, καπνίζοντας και κάνοντας χρήση ουσιών. Δεν είχαν ενδιαφέροντα, δουλειά, σκέψεις… Ο ένας τραβούσε τον άλλον όλο και πιο βαθιά στο βούρκο της καταστροφής…

Κάπως έτσι η Νίκη μπήκε στον κόσμο των ναρκωτικών και δυστυχώς κανείς δεν την έσωσε. Έχοντας εθιστεί, διαρκώς αύξανε τη δόση για να νιώσει καλύτερα και να σβήσει κάθε παρεμβαλόμενη σκέψη, στις παραισθήσεις και στην ευφορία της. Ώσπου το παράκανε, πήρε τόσο μεγάλη δόση που δεν την άντεξε η καρδιά της και σταμάτησε. Βρέθηκε νεκρή μέσα σε εκείνο το σπίτι…

Iωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading