Η πραγματικότητα με ρούφηξε βίαια, μα το μυαλό μου προσπάθησε για λίγο ν’ αντισταθεί, βουτώντας ξανά στη γλύκα του ονείρου. Εκείνη όμως είναι αποφασισμένη να με βγάλει από τη χαύνωση, ουρλιάζοντας μέσα στ’ αυτιά μου τους ήχους της πόλης που ξυπνά.
Έγειρα το κεφάλι μου και ασυναίσθητα άνοιξα τα μάτια μου. Μες το σκοτάδι αιωρούνται φωτεινά σύμβολα. Έκλεισα τα μάτια και ξάφνου τινάχτηκα σαν να μου έκαναν ηλεκτροσόκ. Κοιτώ ξανά τα σύμβολα τρομαγμένη 8:45, 8:46, λέει 8:46! Γιατί λέει 8:46; Δεν μπορεί! Χτύπησε και δεν το άκουσα; σκέφτομαι καθώς κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.
Τα ξανανοίγω 9:48. Εννιά και σαράντα οκτώ; Ουρλιάζει μια φωνή μες το κεφάλι μου. Τα γράμματα άλλαξαν πάλι σε 6:47. Μπερδεύτηκα κι από το άγχος με έλουσε κρύος ιδρώτας. Τίναξα τα σκεπάσματα και έπιασα το ψηφιακό ρολόι. Τι ώρα είναι εννιά; Οκτώ; Έξι;
Έκλεισα πάλι τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσω τους παλμούς μου, έπειτα τ’ άνοιξα αργά αργά. Ξέρω καλά ότι το άγχος μου επιδεινώνει το πρόβλημα. Έξι και σαράντα οκτώ… Ψαχούλεψα για το ρολόι χειρός με τους δείκτες. Έξι. Είναι έξι το πρωί και άλλη μια όμορφη συνηθισμένη μέρα χωρίς άγχος ξεκίνησε! Έπεσα ξέπνοη στο μαξιλάρι που έβγαλε έναν αναστεναγμό. Ουφ! Τουλάχιστον δεν άργησα! Στραβοκοίταξα το ρολόι με τους μεγάλους φωτεινούς αριθμούς σα να το μαλώνω. Τι φταίει κι αυτό; Ανάθεμα τη δυσλεξία μου!
Μπαίνοντας στο γραφείο, ακούστηκε η στριγγιά φωνή της πάντοτε άψογα ντυμένης και μακιγιαρισμένης Λίτσας. «Μπα… μπα… Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε! Πώς και βάφτηκες; Μη μου πεις πως το θυμήθηκες;». Την κοίταξα ερωτηματικά κι εκείνη ξεφύσηξε αναστρέφοντας τα μάτια της. «Δεν τη θυμήθηκες εεε;» η σιωπή μου την ανάγκασε να συνεχίσει. «Σήμερα είναι η συνάντηση με τον κούκλο, τον διευθυντή δημιουργικού από τη Θεσσαλονίκη, για την καμπάνια που αναλάβαμε από κοινού…». Το στόμα μου κρέμασε και ένα «Αα» συνειδητοποίησης μου ξέφυγε. Για να προσθέσω σύντομα καθώς χωνόμουν στο γραφείο μου «Ναι, φυσικά και το θυμήθηκα, απλά νόμιζα ότι αναφέρεσαι σε κάτι άλλο». Ψέματα, γι’ άλλη μια φορά είχα χάσει τις μέρες…
Ο Θεσσαλονικιός εμφανίστηκε στην ώρα του, ντυμένος στην πένα μ’ ένα σκούρο μπλε κουστούμι και στο στήθος του κρεμόταν το ταμπελάκι με το ονοματεπώνυμό του. Τελικά σε καλό μου βγήκε που ξύπνησα νωρίτερα, σκέφτηκα και έριξα μια ματιά στην αντανάκλασή μου στο τζάμι. Τα ρούχα μου ήταν καλοσιδερωμένα και το μακιγιάζ μου άψογο. Ο Σαλονικιός με χαιρέτησε χωρίς ν’ αναφέρει τ’ όνομά του, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή από το να διαβάσω το ταμπελάκι. Στην αρχή μου φάνηκε πως διάβασα Δούλος, αποκλείεται σκέφτηκα και ξαναπροσπάθησα. Η δεύτερη προσπάθεια ήταν ακόμη χειρότερη από την πρώτη και το αποτέλεσμα της μ’ έκανε να κοκκινίσω από τη ντροπή μου. Τα γράμματα συνέχισαν τον τρελό χορό τους, ως συνήθως, μα πια ήμουν απολύτως σίγουρη ότι έλεγε το παραπλήσιο, Πούλος. Και περάστε κύριε Πούλο μου και καθίστε κύριε Πούλο μου και εδώ είναι η μακέτα κύριε Πούλο μου… Το χαμόγελο δεν έσβησε λεπτό από τα χείλη του και εκεί που η συνεργασία προχωρούσε μια χαρά και ακούσαμε και τα κομπλιμέντα μας για τις ικανότητές μας στη δουλειά, να σου η Λίτσα, η οποία όλη αυτήν την ώρα την έβλεπα μέσα από τις γρίλιες να κόβει βόλτες έξω από το γραφείο μου φανερά εκνευρισμένη. Με τη Λίτσα είχαμε προσληφθεί ταυτόχρονα ως σχεδιαστές. Τον πρώτο καιρό κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια ώστε να αποκρύψω το γεγονός ότι ήμουν δυσλεκτική. Δεν είχα περάσει και λίγα εξαιτίας της άγνοιας τόσο των συμμαθητών μου, όσο και των περισσοτέρων δασκάλων και καθηγητών μου για να θέλω να επαναληφθούν ανάλογα σκηνικά και στη δουλειά μου. Σύντομα όμως, αυτή μου η ιδιαιτερότητα έγινε αντιληπτή. Βρίσκοντας λοιπόν άλλο ένα βέλος για τη φαρέτρα της, η Λίτσα πρόσθεσε και το δυσλεκτική σε όσα με αποκαλούσε πίσω από την πλάτη μου, μα αρκετά δυνατά ώστε να την ακούω. Πού να ήξερε ότι αυτό που αυτή θεωρούσε μειονέκτημα, στη δουλειά που κάναμε, τελικά ήταν πλεονέκτημα και τη μέρα που πήρα τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή η Λίτσα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.
«Θα θέλατε έναν καφέ κύριε Πούλο;», ρώτησα τον γοητευτικό άντρα με γλυκιά και ευγενική φωνή, προσπαθώντας να αγνοήσω την αγενή είσοδο της Λίτσας στο γραφείο μου, η οποία κλασικά, δε χτύπησε την πόρτα, για να ακούσω έναν περίεργο ήχο, σαν να πνιγόταν, από τη Λίτσα, που με κοιτούσε γουρλώνοντας αστεία τα μάτια της, ενώ “προσπαθούσε” να συγκρατηθεί από το να βάλει δυνατά τα γέλια. Της έριξα ένα δολοφονικό βλέμμα, μα αυτή γύρισε προς τον Διευθυντή και του είπε με την εκνευριστική της φωνή «Πώς τον πίνετε κύριε Τούλο;», τονίζοντας το επώνυμό του και ρίχνοντάς μου μια αποδοκιμαστική ματιά. «Σωστά δεν το διαβάζω το επίθετό σας στο ταμπελάκι;» πρόσθεσε μ’ έναν τόνο ειρωνείας, αναγκάζοντάς με να φανώ εξίσου αγενής και να την προστάξω να φέρει δύο καφέδες και ας ήξερα ότι δεν ήταν δική της δουλειά. Ο Δημήτρης, γιατί έτσι είπαμε ότι θα τον φωνάζω από εδώ και μπρος, προσπάθησε να με βγάλει από τη δύσκολη θέση γελώντας και λέγοντάς μου ότι το έχει συνηθίσει και πολλοί το μπερδεύουν και μπορούσε να μου πει αμέτρητες αστείες ιστορίες γι’ αυτό, αν πηγαίναμε για ποτάκι το βράδυ!
Σκάσε Λίτσα! Νιανιαναιανιαααααα!
Για καλό και για κακό πάντως εγώ δεν ακούμπησα αυτόν τον καφέ…
Μετά από μια τόσο απαιτητική και δημιουργική μέρα, το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στο σπίτι να κάνω ένα ντουζάκι και να χαλαρώσω. Στη σκέψη όμως για το ντουζάκι, θυμήθηκα ότι είχα ξεμείνει από σαμπουάν, οπότε μια στάση στο καινούργιο σουπερμάρκετ της γειτονιάς ήταν αναγκαία. Ρώτησα την υπάλληλο πού είναι τα σαμπουάν. “Δεξιά, στο τέλος του διαδρόμου”, μου είπε και φυσικά έστριψα αριστερά για να βρεθώ μπροστά στα ψυγεία. Ε ας πάρω και ένα πακέτο κοτομπουκιές, σκέφτηκα. Κοίταξα τα κατεψυγμένα πακέτα. Η φωτογραφία έδειχνε κάτι πορτοκαλί μπαλάκια και μεγάλα κόκκινα γράμματα έγραφαν κοτομπουκιές, ή έτσι νόμιζα, γιατί τελικά όταν έφτασα σπίτι, είδα ότι το πακέτο έγραφε πατατομπουκιές! Καλές ήταν και οι πατατομπουκιές, αν κι αυτοί που έφτιαξαν τη συσκευασία, θα μπορούσαν να βάλουν μια κοτούλα ή μια πατατούλα κάπου εκεί να τη βλέπουμε κι εμείς οι δυσλεκτικοί, να μην τα μπερδεύουμε!
Στον διάδρομο με τα σαμπουάν βρήκα αυτό που μου αρέσει, τριπλοτσέκαρα ότι γράφει σαμπουάν και για να είμαι απολύτως σίγουρη ότι δε γράφει conditioner ρώτησα και μια κυρία, στην οποία δικαιολογήθηκα ότι δεν είχα μαζί μου τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Εκείνη με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με απορία.
«Είδατε τα μπότοξ και τα υαλουρονικά τι δουλειά κάνουν;» της είπα με τσαχπινιά παίρνοντας το σαμπουάν από τα χέρια της. Τι να της πω, ότι έχω τρία conditioner στο σπίτι, γιατί διάβαζα ότι γράφουν σαμπουάν; Εγώ φταίω που κάνουν τις συσκευασίες ίδιες;
Το βασικότερο όμως είναι ότι θυμήθηκα να πάρω το κουτί για το μιλφέιγ που ήθελε η μάνα μου σώνει και ντε να το φτιάξω εγώ, για τα γενέθλια της μεγαλύτερης αδερφή μου που κλείνει τα τριάντα πέντε, ώστε να τα γιορτάσουμε μεταξύ μας. Η φωνή της ήχησε στ’ αυτιά μου καθώς το έβαζα στο καλάθι. “Σιγά! Όλα έτοιμα σου τα έχει! Πόσο δύσκολο είναι να ακολουθήσεις τις οδηγίες και ν’ ανακατέψεις δύο σκόνες; Τι μπορεί να πάει λάθος; Είναι αδύνατο να αποτύχεις!”.
Αδύνατον; Χα! Το βράδυ είπα να φτιάξω το γλυκό. Έβγαλα όλα τα τσουμπλέκια έξω και τα άπλωσα. Πήρα και το κουτί, διάβασα τις οδηγίες πέντε έξι φορές να τις μάθω απ’ έξω και κάθε φορά που γέμιζα τα ποτήρια με το γάλα, έριχνα και ματιά στο κουτί. Κι εκεί κάπου έγινε το κακό! 1, ½ ποτήρι γάλα έλεγε, 2,½ ποτήρια διάβασα εγώ… Μου φάνηκε λίγο περίεργο εκείνη την ώρα, μα το λάθος το κατάλαβα όταν έχυσα την υδαρή ζύμη στο ταψάκι… Τι μπορεί να πάει λάθος με ρώτησε! Άντε καλέ! Όλα καλά! Ας είναι καλά η ψύξη του ψυγείου! Χάρις στη δυσλεξία μου, θα έχουμε άλλη μια αστεία ιστορία να διηγούμαστε! Τη μέρα που η Μαρίνα έφτιαξε μιλφέιγ για τα γενέθλια της Ρίας, του οποίου δεν τολμήσαμε να του βγάλουμε το ασημένιο χαρτόνι από γύρω μη και το φάμε από το τραπέζι και που ψάχναμε τα κεράκια που βούλιαξαν μέσα στην κρέμα, αφού είχαν παπαριάσει τα χίλια φύλλα! Τι να σου κάνουν και χίλια φύλλα…
Απογοητευμένη κάθισα στον καναπέ κι έβαλα την αγαπημένη μου κορεάτικη σειρά. Λόγω της δυσκολίας μου να διαβάζω τους υπότιτλους, είχα μάθει να μιλώ πολύ καλά αγγλικά και κάπως έτσι έμαθα και τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά. Επόμενος στόχος τα Κορεάτικα, σκέφτηκα δυναμώνοντας τη φωνή. Ο ανυπόμονος ήχος από το κουδούνι που τον ακολούθησαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα, με έκαναν να τιναχτώ. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; αναρωτήθηκα προβληματισμένη και προχώρησα με αβέβαια βήματα ως την πόρτα, για να δω την Αγγελική την ενοικιάστρια του διπλανού διαμερίσματος από το ματάκι.
«Καλησπέρα…»
«Ναι, καλησπέρα! Ασ’ τα αυτά! Έχω πρόβλημα!» ούρλιαξε σχεδόν αρπάζοντας με από τον καρπό!
«Τι έπαθες πάλι;»
«Χάλασε! Πάει σου λέω χάλασε! Αυτή τη φορά χάλασε απάνω που έγραφα την εργασία μου! Ευτυχώς δεν έχασα πολλά! Αλλά αν δεν ξανανοίξει; Εεε; Τι θα κάνω! Είναι η πτυχιακή! Θα…»
«Δεν σώζεις όπως σου είπα σε cloud;»
«Σε cloud; Ναι, το είχες ρυθμίσει, δεν το είχες ρυθμίσει; Αν το είχες ρυθμίσει! Εγώ δεν… Ουφου!» Ξεφύσηξε η Αγγελική και με κοίταξε παρακλητικά. Πήρα τα κλειδιά μου, έκλεισα την πόρτα μου και την ακολούθησα.
«Κοίτα να δεις τι έχει! Πώς τα καταφέρνεις απορώ με αυτά τα ρημάδια! Κάνε τα μαγικά σου!»
«Καλά θα το δω σε λίγο, ας το αφήσουμε λίγο να κρυώσει…» είπα ακουμπώντας το χέρι μου στο καυτό λάπτοπ, ενώ τσέκαρα αν είναι φορτισμένο κι αν παίρνει σωστά ρεύμα. «Πόσες ώρες το είχες ανοικτό;» τη ρώτησα έπειτα από λίγο.
Το σαγόνι της Αγγελικής κρέμασε…
«Εεε δε θα ‘ναι… Πόσες;» ψέλλισε μπερδεμένη.
Η Αγγελική ανυπόμονη έκοβε βόλτες στο μικρό σαλόνι και εγώ κάθισα στον καναπέ περιμένοντας. Πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού υπήρχαν τα κομμάτια από έναν ξύλινο γρίφο με χρώματα Σε πειράζει; τη ρώτησα δείχνοντάς της το παζλ. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορη. «Είναι πολύ δύσκολο, μου έπεσε την ώρα που ξεσκόνιζα, τρεις ώρες το πάλευα και δεν κατάφερα να το φτιάξω!»
Μέχρι να τελειώσω το παζλ, το λάπτοπ είχε μισοκρυώσει και άνοιξε αμέσως, προς μεγάλη ανακούφιση της Αγγελικής.
«Πώς γίνεται να μην μπορείς να διαβάσεις σωστά το όνομα σ’ ένα καρτελάκι ή να φτιάξεις ένα γλυκό και να μπορείς να μιλάς τόσες γλώσσες, να λύσεις και να ξαναφτιάξεις έναν υπολογιστή, το καζανάκι ή ακόμη κι αυτό το ρημαδοπάζλ;» με ρώτησε με απορία η Αγγελική όταν της διηγήθηκα εν συντομία την ιστορία με τον Σαλονικιό.
Ανασήκωσα τους ώμους μειδιώντας.
«Όλοι είμαστε διαφορετικοί και όλοι έχουμε ικανότητες και δυνατότητες, απλά ανάλογα με την εποχή και μέρος που ζούμε, καλούμαστε να αναπτύξουμε κάποιες περισσότερο. Όταν λοιπόν αποτυγχάνεις σε κάτι που η πλειοψηφία θεωρεί δεδομένο και φυσιολογικό στην εποχή που ζεις, όπως η ανάγνωση και η γραφή, αναγκάζεσαι να αναπτύξεις μ’ επιμονή και υπομονή τ’ άλλα ταλέντα σου για να μπορέσεις να επιβιώσεις και πολλές φορές, το υποτιθέμενο μειονέκτημα, γίνεται πλεονέκτημα, γιατί είσαι η μειοψηφία…»
«Βρε, τελικά με τον Σαλονικιό θα βγεις;»
«Αύριο»
«Σκάσε, Λίτσα!» αναφώνησε η Αγγελική και λυθήκαμε στα γέλια
Αναστασία Χ.
