Παρόν, 2024
Ζούσα μία από εκείνες τις στιγμές που νομίζεις πως η ζωή σου κάνει πλάκα. Το είχα συνηθίσει άλλωστε. Δεν ήταν πρώτη φορά που η ζωή μου έμοιαζε με πρωταπριλιά. Έτριβα τα μάτια μου για να συνειδητοποιήσω πως το χάσμα μιας δεκαετίας ενώνεται σε μια στιγμή. Κοκάλωσα μέσα στο πλήθος που με περικύκλωνε, όταν όλοι έτρεχαν κατά πάνω του. Αν και ήξερα πως θα τον έβλεπα, προετοιμαζόμουν μέρες για αυτήν την στιγμή και εγώ απλά τα είχα χάσει. Έπρεπε να είχα επιμείνει και να είχε έρθει κάποιος άλλος στην θέση μου. Έτσι θα ήταν καλύτερα.
Έπρεπε να συγκεντρωθώ και να θυμηθώ πώς κάνουν βήματα. Είμαι δημοσιογράφος που να πάρει η ευχή! Ας βρω το γνωστό μου θράσος και ας σπρώξω το πλήθος. Λένε πως αν κοιτάς τον στόχο είναι πιο εύκολο να τον πλησιάσεις. Εύχομαι μόνο να μην είχα βάλει τις γόβες μου. Ποια δημοσιογράφος πάει με γόβες σε γήπεδο; Τουλάχιστον, ανασυγκροτώντας τον εαυτό μου, παρακαλάω να αφήσουν μία κοπέλα κατάκοπη σαν και έμενα να διασχίσω το κοινό, αφού έχω συγκεντρωθεί στον στόχο. Στον στόχο με όνομα. Τον κοιτάω λοιπόν και αφού σπρώχνοντας το πλήθος που κάνει τα πάντα για ένα του αυτόγραφο, στα μισά της διαδρομής με κοιτάει και αυτός. Και τον κοιτάω και εγώ και συνεχίζεται αυτό δεν ξέρω και εγώ για πόσα δευτερόλεπτα. Θεέ μου! Πόσα “και” χωράνε σε μία πρόταση! Και τότε με ρίχνει! Όχι με το βλέμμα του. Κυριολεκτικά κάποιος με ρίχνει. Χάνω την ισορροπία μου, βουλιάζει το τακούνι μου κάπου και βρίσκομαι χάμω. Προσπαθώ να μην χάσω την οπτική επαφή. Ήταν εκεί. Με κοιτούσε ακόμα και την στιγμή που έκπληκτη τον παρατηρώ να κάνει ένα βήμα προς τα εμένα και τότε οι άνθρωποί του ή οι μπράβοι του κάτι τού λένε στο αυτί και με ένα ξεφύσημά του φεύγουν με τροχάδην προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Κάπως έτσι μία γυναίκα μόνη βρίσκεται εκνευρισμένη και ταπεινωμένη στο γρασίδι μετά το τέλος ενός αγώνα, προσπαθώντας απλά να κάνει την δουλειά της. Φυσικά κανείς δεν υπάρχει να μου δώσει ένα χέρι βοηθείας, αφού όλοι τρέχουν πίσω από τον Δάμνα για ένα αυτόγραφο. Τον Άρη Δάμνα που με κοίταξε, αλλά σίγουρα δεν με αναγνώρισε.
Επτά χρόνια πριν, 2017
Ελίνα
Για πρώτη φορά στην ζωή μου χαιρόμουν που ξεκινούσε το σχολείο. Δευτέρα λυκείου λοιπόν. Οι περισσότεροι χαίρονται στην Τρίτη μιας και είσαι μία ανάσα πριν το τέλος, αλλά εγώ έχω πάρει ανάσα από άλλα βάρη. Κυριολεκτικά βάρη.
Το μόνο που με ένοιαζε πρωί πρωί ήταν να πεταχτώ από το κρεβάτι και να τρυπώσω στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου, ώστε από την μπαλκονόπορτά τους να μπορώ να χαζέψω το σπίτι των γειτόνων. Για εμένα φυσικά δεν ήταν απλοί γείτονες. Διαφορετικά δεν θα κατασκόπευα έτσι σαν την τρελή τέτοια ώρα. Απλώς ήταν που είχα να τον δω ένα ολόκληρο καλοκαίρι και ήθελα την δόση μου.
Η ιστορία μας διαδραματίζεται μέσα σε μία μικρή γειτονιά της Αθήνας των Βορείων Προαστίων, εκεί που δύο πολύ διαφορετικές οικογένειες μοιράζονταν τον ίδιο δρόμο. Η δική μου οικογένεια που φέρει το επώνυμο Παυλίδου και εκείνη του Δάμνα.
Για κάποιο λόγο η οικογένειά μου είναι βαλτή να αποτελεί το τέλειο μοντέλο οικογένειας ή τουλάχιστον έτσι να δείχνει. Ε, δεν είναι. Ίσα ίσα που κρατάει και όλα τα κλισέ στερεότυπα ψηλά. Ξέρετε τώρα τι εννοώ. Μαμά, μπαμπάς, σκυλιά, γατιά, Κυριακές στην γιαγιά και τον παππού. Να φερόμαστε ωραία, να φαινόμαστε ωραία. Πολλά δήθεν κατακλύζουν την οικογένεια αυτή και όσο προχωράει η ιστορία μας, τόσο τα δυσάρεστα θα βγαίνουν.
Για την ώρα, θλίψη με έπιασε που τα παντζούρια του ήταν ακόμα κλειστά.
«Παιδιά! Ώρα για πρωινό. Κατεβείτε!»
Αυτή ήταν η τελευταία φωνή που ήθελα να ακούσω, αλλά ήμουν υποχρεωμένη να ακούω για τα επόμενα δύο χρόνια. Η μητέρα Καλλιόπη έχει καθιερώσει μία ρουτίνα για την εξέλιξη της καθημερινότητας στο σπίτι αυτό, που σχεδόν κανείς δεν παρέκκλινε από αυτή. Προτού ξεκινήσει την μέρα της για τα καλά, πηγαίνοντας στο οικογενειακό ζαχαροπλαστείο, είχε ήδη φροντίσει για όλα. Φυσικά, έπειτα από το άνοιγμα ενός ακόμη καταστήματος στο κέντρο του Κολωνακίου, μετά το αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης, ήταν μία επιπλέον ευθύνη που ανέλαβε ο σύζυγος, Γεράσιμος. Μετά από τόσα χρόνια γάμου, κανείς τους δεν άντεχε να μοιράζονται την ίδια καθημερινότητα και ας ήταν κάποτε τρελοί ο ένας για τον άλλον. Έτσι, η Καλλιόπη σηκωνόταν πάντοτε αρκετά πρωί για να φροντίσει για την εμφάνισή της, το σώμα της κάνοντας την πρωινή γυμναστική της και ύστερα να φροντίσει για το πρωινό της οικογένειας. Κανείς δεν έφευγε από το σπίτι χωρίς μία κούπα ζεστό τσάι και φρέσκο ψωμί συνοδευμένο από σπιτική μαρμελάδα ή τα περιβόητα πρέτσελ, που ούτε με τα ίδια της τα παιδιά δεν μοιραζόταν την συνταγή για την οποία φημίζονταν τα ζαχαροπλαστεία τους. Μόνο όταν η ίδια θα χρειαζόταν να αποσυρθεί από την επιχείρηση θα μοιραζόταν τα κατατόπια μαζί τους, γιατί η μαμά Καλλιόπη ήταν σίγουρη πως θα ακολουθούσαμε έναν δρόμο τόσο γλυκό όσο αυτό της ζαχαροπλαστικής. Για την ώρα δεν της χαλούσαμε τα σχέδια.
«Ακόμα έτσι είσαι;» ο Ιάσονας με έκανε να τιναχτώ αφήνοντας την κουρτίνα που κρατούσα ανοιχτή να πέσει από τα χέρια μου.
«Αμάν ρε Ιάσονα! Μου έκοψες την χολή!» σίγουρα έδειχνα κόκκινη. Από ντροπή. Το ένιωθα.
«Πάλι για αυτόν κοιτάς; Κάθε χρόνο τα ίδια» κούνησε με απελπισία το κεφάλι του.
Δεν είπα τίποτα. Ποτέ δεν έλεγα. Ποτέ δεν παραδέχτηκα πόσο πολύ μου άρεσε ο Άρης, όπως και ο Ιάσονας δεν μου παραδεχόταν άλλα πράγματα. Και οι δύο όμως ξέραμε. Ξέραμε χωρίς να έχουμε πει τίποτα. Το χάρισμα των διδύμων. Κάποτε ήμασταν αυτό που λέμε η χαρά της ζωής. Μετά γίναμε η τσιρίδα της ζωής. Η εφηβεία μας είχε χτυπήσει για τα καλά την πόρτα και όσο συνδεδεμένοι και αν ήμασταν μεταξύ μας, ο καθένας κουβαλούσε τον δικό του καημό.
Στην πιο τρυφερή και ανέμελη ηλικία. Όχι, λάθος. Τρυφερή και ανέμελη θα έπρεπε να ήταν αυτή η ηλικία, αλλά δεν ήταν. Η εφηβεία μας λειτουργούσε σαν ένα παλαβό ρολόι. Εγώ πάλευα με το τέρας που λέγεται βουλιμία και ο Ιάσονας… ο Ιάσονας αγκομαχούσε να τα βγάλει πέρα με τους νταήδες του σχολείου που πούστρα τον ανέβαζαν, πούστρα τον κατέβαζαν. Παρόλα αυτά κανείς μας δεν μιλούσε για την πραγματικότητα. Όλα τα στολίζαμε τόσο όμορφα.
Ο Ιάσονας πέρασε χρόνια μέσα στην ντουλάπα και εγώ ξόδεψα λεπτά που φαινόντουσαν αιώνες μέσα σε μία τουαλέτα να ξερνάω τις τύψεις μου, προσπαθώντας στο ελάχιστο να μοιάσω στα πρότυπα ομορφιάς. Τα περιοδικά με τα κορμιά των τέλειων μοντέλων είχαν κυρίαρχο ρόλο στο κομοδίνο μου. Από την μία ξεφύλλιζα δίαιτες για το πώς να χάσεις πέντε κιλά σε δέκα μέρες και από την άλλη, το αμέσως επόμενο θέμα ήταν πώς να αγαπήσεις τον εαυτό σου όπως είναι.
«Θα έρθετε επιτέλους;» η τσιρίδα της μητέρας μου έφτασε ξανά ως πάνω.
Εκείνο το πρωινό έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ίσως να έσπασα και ρεκόρ. Μου έπαιρνε ώρα συνήθως να διαλέξω ρούχα, μιας και στην ντουλάπα μου υπήρχε ποικιλία από διάφορα νούμερα ρούχων. Δεν τα είχα αποχωριστεί ακόμα. Ήμουν σε άρνηση. Σε φόβο. Μην τυχόν και γίνω ξανά η χοντρή. Ο περίγελος του σχολείου.
Κατεβαίνοντας στην κουζίνα, τα φρέσκα κρουασάν, η ποικιλία από μαρμελάδες και τα περίφημα πρέτσελ που ξεχείλιζαν από τυρί κρέμα και μπέικον, περίμεναν καρτερικά να φαγωθούν.
«Εγώ δεν πεινάω» είπα πεισματικά αγνοώντας το μικρό γουργουρητό που πάλευε στο στομάχι μου.
«Α μπα; Και νηστική θα πας σχολείο;» ρώτησε η μητέρα μου με μεγάλο ψεύτικο ενδιαφέρον. Αλήθεια, μπορούν άραγε οι μητέρες να προσποιηθούν το ενδιαφέρον τους; Η δική μου, σίγουρα ναι!
«Ναι, νηστική» απάντησα ξερά.
Όσο και αν ξερογλειφόμουν μπροστά σε αυτά τα καλούδια, είχα πειστεί πως εκείνη την Παρασκευή δεν θα έτρωγα. Ωραία μέρα για να ανοίξουν τα σχολεία. Αμέσως Σαββατοκύριακο. Εχθές μετά την πίεση του φροντιστηρίου, έτρεξα σπίτι και με λαιμαργία κατασπάραξα ό,τι υπήρχε στο ψυγείο (η απόφαση για το φροντιστήριο στο κατακαλόκαιρο, δεν προερχόταν από εμένα, αλλά από την την μητέρα μου για να έχω την καλύτερη δυνατή προετοιμασία για τις πανελλήνιες, όσο και αν εγώ ήθελα ένα ανέμελο καλοκαίρι που κατάφερα να το έχω μονάχα για έναν μήνα). Σύντομα οι τύψεις μου βρέθηκαν στην τουαλέτα, αφού δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου.
Το χειρότερό μου ήταν όταν άκουγα πως έλα μωρέ, δεν έχεις ανάγκη εσύ. Λες και αν είχα ανάγκη η κοινωνία θα το κανονικοποιούσε αυτό. Μία κοινωνία που η ίδια με παρέσυρε στον βούρκο. Μέχρι και πέρυσι όμως όλα ήταν βάσανο. Εγώ συν είκοσι κάτι κιλά. Όταν με ρωτούσαν αν ο πατέρας μου είναι ζαχαροπλάστης δεν ήταν για αστείο ούτε για υπόνοια φλερτ. Αντιθέτως, όλοι ήξεραν ποια ήμουν.
Οι περισσότερες αλλαγές στην εφηβεία γίνονται για κάποιο λόγο. Κάπως έτσι έγινε και η αλλαγή μου. Η αιτία ήταν ο έρωτας που με είχε χτυπήσει σαν κεραμίδα. Δεν ήταν λίγο να έχεις για γείτονα τον Άρη. Για εμένα ήταν ο Θεός Άρης, αλλά και για πολλές άλλες. Έμοιαζε με Θεό η αλήθεια είναι. Αν και ήμασταν φίλοι από παιδιά, ο Άρης με έβλεπε πάντα σαν ένα χαριτωμένο και συνεσταλμένο κοριτσάκι. Τίποτε παραπάνω. Με την έναρξη του λυκείου άρχισα τους πειραματισμούς ώστε να αρχίσω να δείχνω λίγο μεγαλύτερη. Μία αλλαγή που έκανα και έμεινε σε βάθος χρόνου ήταν η αλλαγή στο χρώμα των μαλλιών μου. Το τζίντζερ είχε έρθει για να μείνει. Το θεωρούσα αρκετά χτυπητό και έτσι ο Άρης σίγουρα θα με πρόσεχε. Μόνο που εκείνος σχολίασε ευγενικά πόσο ταιριάζει με την λευκή επιδερμίδα μου. Από την άλλη, τα παιδιά του σχολείου είχαν αντίθετη άποψη. Όχι, γιατί δεν μου πήγαινε, αλλά γιατί η χοντρή θα παρέμενε χοντρή ό,τι και αν έκανε.
Η πρώτη λυκείου έφυγε και μαζί με το ενδιάμεσο καλοκαίρι, εγώ με τον Ιάσονα αποφασίσαμε να φύγουμε μαζί σε κάμπινκ στην Σίφνο, όπου από εκεί καταγόταν η μητέρα μας. Οι γονείς μας δεν είχαν κανένα πρόβλημα για το ταξίδι, αφού τα δίδυμα θα ήμασταν μαζί, αν και η μητέρα μας λύσσαξε να πάμε στο σπίτι της γιαγιάς που παρέμενε κλειστό μετά τον χαμό της, αλλά εμείς είχαμε άλλα σχέδια.
Ένα μήνα χρειάστηκα. Ένα μήνα για να γυρίσω αγνώριστη. Τα πρώτα δέκα κιλά είχαν γλιστρήσει σαν νερό πάνω από το σώμα μου. Το σώμα μου άρχισε να αλλάζει. Το κάπως ατσούμπαλο εφηβικό σώμα άρχισε να παίρνει άλλη μορφή. Σε αυτό βοήθησε το ακατάπαυστο κολύμπι στο νησί και η υγιεινή διατροφή που ακολουθούσα ευλαβικά σαν στρατιώτης. Αυτό κράτησε μονάχα τους πρώτους μήνες. Μετά μου γύρισε μπούμερανκ και έφτασα στο άλλο άκρο. Έχασα την ισορροπία και οι εξουθενωτικές δίαιτες μού έκλειναν το μάτι. Ο υποσιτισμός στον οποίο επέβαλα τον εαυτό μου, είχε αντίθετα αποτελέσματα. Ξεσπούσα σε τροφές πλούσιες σε θερμίδες και ο εμετός ήταν η μόνη διέξοδος σε αυτό το μαρτύριο. Και απλά άφηνα τον καιρό να περνάει λέγοντας πως κάθε φορά θα είναι η τελευταία, αλλά η αποδοχή θα ήταν μεγάλη. Από το σχολείο, από την οικογένεια, από τους φίλους, από τον Άρη. Και όλο το καλοκαίρι για αυτό λαχταρούσα, για να επιστρέψω Αθήνα και να δει πως έχω γίνει σαν τα κορίτσια που του άρεσαν. Ακόμη και η μαμά μου περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί μου. Τρελαινόταν να μου ψωνίζει καινούργια ρούχα και να με προσκαλεί ακόμα και όταν πηγαίνει για καφέ με τις φίλες της.
Αν ήξερα ότι έπρεπε να μοιάζω με μοντέλο για να ασχοληθεί μαζί μου, ίσως να είχα προσπαθήσει και νωρίτερα, γιατί η σχέση αυτή υπήρχε με τον γιο της ανέκαθεν. Ο Ιάσονας ήταν πάντοτε κούκλος. Σωστό μοντέλο και προσπαθούσε και εκείνος υπερβολικά για τους άλλους. Το έβλεπα και το καταλάβαινα. Το ίδιο ακριβώς έκανα και εγώ. Εκείνος ξεσπούσε στα αθλήματα και εγώ στο φαγητό. Το καλύτερο από όλα ήταν όταν στα οικογενειακά τραπέζια φρόντιζε να αναφέρει και ένα νέο γυναικείο όνομα. Μην τυχόν και του πεις κανείς πως δεν είναι αρκετά άντρας. Εμένα δεν με πείραζε. Με έθλιβε που ο αδελφός μου περιγελούσε τον ίδιο του τον εαυτό για να κάνει ένα τσούρμο καταπιεσμένους χαρούμενους. Πόσα βράδια είχαμε περάσει στα κεραμίδια του σπιτιού με το να κλαίμε ο ένας στον ώμο του άλλου. Πόσα βράδια παριστάναμε πως ποτέ δεν υπήρξαν.
«Επιτέλους ήρθε το σχολικό», ξίνισε η μητέρα μας, «Δεν δίνουμε τόσα λεφτά για να αργεί!»
«Δύο λεπτά άργησε» μπουκώθηκε ένα κρουασάν ο Ιάσονας στα γρήγορα και άρπαξε τα σακίδια μας να φύγουμε.
Άλλο ένα ελάττωμά της, ήταν η σχέση της με το χρήμα. Είχαμε τόσα, που είχε χάσει την μπάλα και όλα τα μετρούσε με λεφτά. Πίστευα πως η οργή που είχα απέναντι στην μητέρα μου, οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι περνούσα εφηβεία. Με το καιρό κατάλαβα πως έκανα λάθος. Θα ήταν ένα βαθιά χαραγμένο συναίσθημα απέναντί της.
«Αν το ξανακάνεις, θα το πω στην μαμά» είπε ο Ιάσονας όσο έπαιρνα μάτι το απέναντι σπίτι.
«Τι; Τι λες βρε βλαμμένο; Να πεις τι;» ρώτησα έντονα μόλις έκατσα απότομα στην θέση δίπλα του.
Ήξερα πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε. Ήξερα επίσης πως δεν θα με πρόδιδε. Άσε που και η μητέρα μας δεν θα έδινε και πολύ σημασία για το θέμα μου με τις διατροφικές διαταραχές. Λίγα χρόνια μετά, έτσι έμαθα πως ονομάζεται. Είχα ακούσει τόσους επαίνους από μεριά της, επειδή είχα καταφέρει να μείνω μισή, που και ακόμη να ήξερε τι μου συνέβαινε θα έκανε τα στραβά μάτια.
Στον δρόμο προς το σχολείο, αναρωτιόμουν αν θα έβλεπα τον Άρη σύντομα. Εκείνος πήγαινε σε άλλο σχολείο. Η οικογένειά του μετά βίας τα έφερνε βόλτα και η άνεση για ένα ιδιωτικό σχολείο για τα δύο τους παιδιά ήταν δύσκολη. Μονάχα η αδελφή του η Ιφιγένεια ήταν μέρος αυτού εξαιτίας της υποτροφίας της και στο γεγονός πως ήταν το μοναδικό σχολείο κοντά στα δικά μας προάστια που παρείχε εκπαίδευση ειδικής αγωγής. Η Ιφιγένεια ήταν κωφάλαλη, παρόλα αυτά μια χαρά τα κατάφερνε ως τώρα. Μια χαρά όσον αφορούσε τα μαθήματα, γιατί τα μαλακισμένα του σχολείου δεν έχαναν ευκαιρία να τραμπουκίζουν όποιον είναι διαφορετικός. Η κοπέλα μπορεί να μην άκουγε τα αιχμηρά σχόλιά τους, όμως η αντίληψη της ήταν αρκετά υψηλή για να καταλαβαίνει τι συμβαίνει.
Για αρκετά χρόνια όσο ήμασταν παιδιά κάναμε αρκετή παρέα, όμως με την πάροδο του χρόνου υπήρχε μια απομάκρυνση από πλευρά της. Η ανάγκη της για απομόνωση. Το γιατί το καταλάβαινα όταν οι άλλοι έκαναν πως δεν το έβλεπαν.
Παρά τα διάφορα γεγονότα που διαδραματίζονταν γύρω μου, εμένα ένα με απασχολούσε. Ο Άρης. Κανείς θα το έλεγε εμμονή. Οι μέρες περνούσαν, οι εβδομάδες το ίδιο και εγώ δεν τον είχα δει πουθενά. Θα μπορούσα να ρωτήσω την Ιφιγένεια, αλλά δεν ήθελα να καρφωθώ έτσι. Αρκετά συχνά έβλεπα και την οικογένειά του. Την μητέρα του όταν πήγαινε για το ξενοδοχείο, τον πατέρα του όταν πήγαινε οικοδομή, όμως ντρεπόμουν να ρωτήσω τους ανθρώπους. Έτσι, έβαλα τον επιστήθιο φίλο μου. Τον δίδυμό μου.
«Στείλε του τώρα μήνυμα» απαίτησα ένα απόγευμα στο τέλος του φθινοπώρου ενώ διαβάζαμε μαζί κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας ψάχνοντας τις απαντήσεις από το βοήθημα.
«Ελίνα, κάτσε κάτω και άσε τις κουταμάρες. Τι να στείλω στον άνθρωπο; Κάναμε παρέα, αλλά δεν ήμασταν και κολλητοί» τσίνησε λες και ζήτησα κάτι το φοβερό.
«Αμάν βρε Ιάσονα! Τι σου ζητήσαμε;» άρχισα να πηγαινοέρχομαι πάνω κάτω στην κουζίνα με την γκρίνια μου να ρέει ακατάπαυστα, ελπίζοντας πως θα τον κουράσω και θα λυγίσει.
«Κάτσω κάτω. Θα τον πάρω τηλέφωνο. Θα πω εκεί μια βλακεία, αλλά να ξέρεις…» με απείλησε με το δάχτυλο «μετά από αυτό, μου χρωστάς αδελφούλα!»
Άρχισα να χοροπηδάω σαν τρελή παίζοντας παλαμάκια στον αέρα. Και το τηλέφωνο άρχισε να καλεί, αλλά υπήρχε σιγή ώσπου το ηχογραφημένο μήνυμα κατέστρεψε τις ελπίδες μου. Το τηλέφωνο που καλέσατε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή.
«Λυπάμαι ρε Ελίνα…» τερμάτισε την κλήση άδικα, ενώ η εξώπορτα άνοιξε με την μητέρα μας να κάνει είσοδο γεμάτη ψώνια από το σούπερ μάρκετ.
«Γεια σας πουλάκια μου. Διαβάζετε;»
«Γεια μαμά» λέει ο Ιάσονας και εγώ δεν μιλάω καθόλου.
Η Καλλιόπη άφησε τις τσάντες πάνω στο πάσο, δίπλα στα βιβλία και με κοίταξε.
«Γιατί είσαι σαν την Μεγάλη Παρασκευή; Τι έγινε;»
«Άσε μας ρε μαμά» την αποπήρα και άρχισα να ψάχνω μέσα στις τσάντες για αυτό που θα με έκανε να νιώθω καλύτερα.
«Εδώ είναι» η Καλλιόπη άνοιξε αμέσως την σωστή τσάντα δίνοντας μου ακριβώς αυτό που ήθελα. Την σοκολάτα αμυγδάλου «αλλά μην το παρακάνεις!»
Πολύ ήθελα να της δώσω ευχούλα εκείνη την στιγμή, αλλά κρατήθηκα.
«Ρε μάνα!» ξεφώνισε ο Ιάσονας και αναρωτήθηκα τι στο καλό θα έλεγε.
«Πες μου γιε μου» άρχισε να τακτοποιεί τα ψώνια.
«Έχω καιρό να δω τον Άρη»
Με το που το λέει κάνω μία κίνηση πως θα του κόψω τον λαιμό.
«Α, δεν τα μάθατε;»
Ποια να μάθουμε; Τι λέει;
«Όχι» μου κάνει νόημα ο Ιάσονας να κάτσω κάτω.
«Ο Άρης το καλοκαίρι πήγε να δουλέψει στο χωριό τους και ξέμεινε εκεί. Ε, το παιδί δεν έπαιρνε τα γράμματα και πολύ. Άσε που είναι και φτωχαδάκια, οπότε τους είναι χρήσιμος. Τουλάχιστον έχουν ένα βάρος λιγότερο».
Ήξερα πως η μητέρα μου ήταν κακιασμένη, αλλά όχι και έτσι.
«Όταν λες ένα βάρος λιγότερο;» στράβωσα και ρώτησα επιθετικά. Ο καημένος ο Ιάσονας χαμήλωσε το κεφάλι του και το κούνησε καθώς ήξερε πως θα ξεσπάσω.
«Ε, δεν τους έφτανε η Ιφιγένεια, θα είχαν και τον Άρη που δεν θα πρόκοβε σε τίποτα. Έτσι και αλλιώς πήγε εκεί που ανήκει. Στο χωριό» γέλασε ανοίγοντας ένα από τα ντουλάπια για να βάλει μέσα τα μπισκότα και φαντάστηκα να κουτουλάει πάνω του.
«Μαμά, ξέρεις τι έχουν αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχεις εσύ;» την ρώτησα με σταυρωμένα χέρια.
«Τι αγάπη μου;» ρώτησε ειρωνικά.
«Αξιοπρέπεια» άρπαξα την σοκολάτα και έτρεξα στο δωμάτιό μου.
Φεύγοντας από εκείνο τον χώρο δεν άκουσα τίποτα πίσω μου. Αναρωτιόμουν και αν καταλάβαινε τι εννοούσα. Το να μιλάει έτσι για μία οικογένεια που για χρόνια ήταν στον άσσο, είναι ντροπή. Κανείς θα περίμενε να ασπάζομαι τις ίδιες απόψεις με την μητέρα μου – για να μην πω οικογένειά μου- αλλά η παροιμία με το μήλο και την μηλιά δεν ισχύει πάντα. Ευτυχώς, στον σύγχρονο κόσμο τα παιδιά έχουν μάτια και βλέπουν ακολουθώντας την δική τους πορεία.
Το χτύπημα στην πόρτα διέκοψε την συζήτηση που είχα με την σοκολάτα.
«Να περάσω;» Ο Ιάσονας στρίμωξε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας και αυτό με έκανε να γελάσω.
«Μπες» σηκώθηκα από την καρέκλα του γραφείου που έπαιζα με τα ροδάκια και έπεσα στο κρεβάτι ώστε να απλωθούμε και οι δύο.
«Μην στεναχωριέσαι για αυτό» άρπαξε την σοκολάτα και την άνοιξε ώστε να την φάμε μαζί. Ήξερα πως με βοηθάει όταν μοιραζόμουν. Όχι μόνο το φαγητό. Τις σκέψεις, τα συναισθήματα.
«Εντάξει, τώρα δεν θα στεναχωριέμαι» ξεφύσησα.
«Θα γυρίσει» είπε με σιγουριά.
Μακάρι να είχα την σιγουριά του.
«Ξέρεις γιατί λυπάμαι πιο πολύ;»
Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Πού να ήξερε.
«Γιατί είχε όνειρα ρε γαμώτο και δεν του αξίζει να χαραμίζεται εκεί που είναι. Ποτέ δεν του άρεσε το χωριό, πήγαινε τα τελευταία καλοκαίρια μόνο για το χαρτζιλίκι. Τουλάχιστον ας τελείωνε το λύκειο»
«Έχεις δίκιο σε αυτό, αλλά ξέρεις πως είναι σε αυτές τις οικογένειες…» έβαλε μία σταγόνα δικαιολογίας στα λόγια του
«Ναι, ξέρω. Ο ένας βοηθάει τον άλλον»
Δείχνει να το σκέφτεται, γιατί δεν περίμενε μία τέτοια απάντηση. Μα ούτε και εγώ περίμενα να ασπάζεται έτσι τις απόψεις της.
«Ελίνα, η μαμά είναι κάπως έντονη» συνέχισε και κατάλαβα πως απλά προσπαθούσε να μαλακώσει την συμπεριφορά μου απέναντί της.
«Ιάσονα, πάρε το χαμπάρι! Εγώ με την μαμά δεν θα τα βρούμε ποτέ!» επέμεινα και βαθιά μέσα μου κάτι με πλήγωνε. Δεν ήξερα τι ήταν. Η παρουσία της ή η απουσία της.
Άρης
Η λάμπα σε ένα από τα φώτα του γηπέδου τρεμόπαιξε. Πάλι καλά να έλεγα που είχαμε και φως. Εντυπωσιάστηκα που το χωριό εξελίχθηκε έτσι. Κέρδισε λίγο από το σεβασμό μου.
Δεν ήμουν σίγουρος για την ώρα. Δεν φορούσα ρολόι και το κινητό μου ήταν μέσα στην παράγκα που τολμούσαμε να αποκαλούμε αποδυτήρια. Πάντως, ήταν αργά. Η λαχανιασμένη ανάσα μου σχημάτιζε πάχνη από συννεφάκια. Μπορεί να ήταν ακόμα καλοκαίρι, αλλά η ψύχρα τα βράδια ήταν κάτι το σύνηθες, αν και από την προπόνηση δεν ένιωθα τίποτα. Αντιθέτως, έκαιγα ολόκληρος και αναρωτιόμουν ξανά και ξανά αν έκανα καλά. Από την άλλη, δεν παράτησα και τίποτα. Ένα σχολείο που ανάθεμα και αν το τελείωνα. Το κάθε χρόνο και χειρότερα περιέγραφε τέλεια την επίδοσή μου στον κόσμο της εκπαίδευσης και της παπαγαλίας.
Σε μία δύσκολη στιγμή πήρα μία απόφαση που μπορεί να επηρεάσει μία ζωή, αλλά δεν γινόταν και αλλιώς. Στεναχωρούσα τους δικούς μου, όμως ήξερα ότι ταυτόχρονα τους βοηθούσα. Αυτές οι σκέψεις με έβρισκαν κατάκοπο στο τέλος της ημέρας, στην μέση του γηπέδου μετά το τέλος ενός ερασιτεχνικού αγώνα που μετά βίας μάς έφταναν τα άτομα για να βγει το παιχνίδι μιας και η νεολαία δεν έμενε πια στο χωριά. Ειδικά με τον χειμώνα, υπήρχε η πιθανότητα να κοβόταν αυτή η καθημερινή απόλαυση που απάλυνε την κούραση. Ποιος θα έμενε; Όλοι πίσω στις πόλεις θα πήγαιναν.
Ευτυχώς που υπάρχει και αυτό το χωριό. Σε αυτό στηρίζω την ευκαιρία για να έχει η Ιφιγένεια μία καλύτερη ζωή. Δεν ήξερα πολλά από αγροτική ζωή, αλλά μάθαινα σιγά σιγά και το μεροκάματο γινόταν καλό. Ευτυχώς υπήρχε το παλιό σπιτάκι του παππού κοντά στο βουνό και με μερικές μεταποιήσεις έγινε ξανά κατοικήσιμο. Ένα δωμάτιο είναι όλο και όλο. Δεν χρειάζομαι παραπάνω. Έφτιαξα και τα κεραμίδια και το νερό δεν στάζει πια. Πήρα χαμπάρι ότι υπήρχαν διαρροές όταν άρχισαν τα πρωτοβρόχια. Εκεί πάλι στάθηκα τυχερός. Με πατέρα οικοδόμο ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Καταφέραμε να βάλουμε και ηλεκτρισμό, αλλά μέχρι εκεί. Το ζεστό νερό είναι κάτι ουτοπικό. Αν και είχα μάθει το κρύο ντουζ τόσα χρόνια μετά τις προπονήσεις. Όχι πως είχα ποτέ και καμιά τρελή πολυτέλεια στην ζωή μου.
Από αυτό το χωριό έφυγε η μάνα μου τριάντα χρόνια πριν για μία καλύτερη ζωή με τον πατέρα μου δημιουργώντας την οικογένεια Δαμνά. Ήταν και οι δύο άνθρωποι του μεροκάματου. Ο Κοσμάς, ο πατέρας μου, ίσα που είχε βγάλει το γυμνάσιο και έκανε πάντοτε δουλειές του μεροκάματου. Έπιαναν τα χέρια του και έτσι ήταν μία οικοδομή, μία μπογιατζής, όπου τον έβγαζε τέλος πάντων και κάπως έτσι το σπίτι είχε πάντα τα απαραίτητα. Η Μερόπη από την άλλη, σε ξενοδοχεία σαν καμαριέρα όλη της την ζωή. Όλη της την ζωή να καθαρίζει τα χάλια των άλλων, ενώ προσπαθούσε να φτιάξει την ζωή της. Μια ζωή που δεν την είχε σκεφτεί έτσι. Άλλοι την έπλασαν για εκείνη.
Ένα προξενιό ήταν ο γάμος της με τον πατέρα μου και της φάνηκε και φοβερή τύχη για να φύγει από το χωριό. Θα έπαιρνε και προίκα το σπίτι στην πρωτεύουσα, που ανάθεμα και αν ήξερε τότε πώς ήταν η πρωτεύουσα. Μία που τελείωσε το λύκειο, μία που παντρεύτηκε. Τουλάχιστον, είχε πέσει σε κάλο άνθρωπο. Ποτέ δεν ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον. Ένας συμβιβασμός ήταν για να μην μείνουν μπακούρια, όπως θα έλεγαν στο χωριό. Ένα χωριό από το οποίο έφυγε και έριξε μαύρη πέτρα πίσω της. Πίστευε πως η ζωή στην πρωτεύουσα θα είναι μέλι γάλα και τελικά ένα ξινόγαλο βρήκε στον ερχομό της. Αλλά τι να έκανε; συμβιβάστηκε. Τι επιλογές είχε μία γυναίκα αγράμματη;
Στην αρχή δεν δούλευε. Της τα είχε όλα στο πιάτο ο Κοσμάς. Μετά λίγο που βαριόταν στους τέσσερις τοίχους, δεν είχε και φίλες, αλλά ούτε και λεφτά για να χαλάσει σε λούσα, πήρε απόφαση πως κάτι έπρεπε να κάνει. Πτυχίο και από γράμματα δεν σκάμπαζε, οπότε η πιο εύκολη επιλογή ήταν της καθαρίστριας. Τουλάχιστον είχε δικά της λεφτά. Ακόμα θυμόταν την μέρα που πέταξε από πάνω της τις άχαρες φούστες που κουβάλησε μαζί της από το χωριό και τις αντικατέστησε με μοντέρνα ρούχα και ας ήταν από φτηνά συνοικιακά. Αυτό μπορούσε, αυτό έκανε.
Μετά ήρθε το πρώτο παιδί. Ο Άρης της, έτσι με αποκαλούσε πάντα. Κανέναν δεν έλεγαν έτσι, αν πήγαινες πίσω στο γενεαλογικό δέντρο. Ήθελε όμως το παιδί της να έχει το όνομα ενός δυνατού Θεού που ποτέ δεν θα το έβαζε κάτω. Δεν έπεσε έξω. Ένα πανέμορφο μωρό που εξελίχθηκε η ομορφιά του σε κάθε φάση της ζωής του. Την ομορφιά την πήρα από τον πατέρα μου, αν και άργησα να καταλάβω ότι είμαι όμορφος. Ο Κοσμάς βέβαια πάντα την έκρυβε κάτω από τα παλιά, σκονισμένα ρούχα και τις μπογιές. Γέρασε και πριν την ώρα του. Με τόσο ήλιο που έτρωγε, ο χρόνος έγραψε πάνω του μία ώρα αρχύτερα.
Έναν χρόνο και κάτι αργότερα, ήρθε η Ιφιγένεια. Ίσα που είχε ξεκινήσει η μητέρα να δουλεύει ξανά και βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που έμεινε έγκυος. Είχε ήδη ένα μωρό και έπρεπε να γεννήσει και άλλο. Δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε την δουλειά όσο άντεχε και όταν η Ιφιγένεια γεννήθηκε κατάλαβε πως θα είναι ένα παιδί θυσία. Την έφαγαν οι τύψεις που γεννήθηκε κωφάλαλο το παιδί. Έριξε τις ευθύνες στην δουλειά που έκανε όσο ήταν έγκυος, αλλά οι γιατροί δεν στήριζαν αυτή την άποψη.
Το όνομα της Ιφιγένειας το εμπνεύστηκε όταν το είδε σε μία αφίσα που διαφήμιζε την παράσταση που ανέβαινε στο Ηρώδειο. Ήθελε να την παρακολουθήσει, αλλά το εισιτήριο ήταν ακριβό. Το όνομα όμως της έμεινε και ο Κοσμάς δεν της χάλασε χατήρι. Αφού άρεσε στην γυναίκα του που είχε λόξα με τα αρχαία… Πίστευε πως με τέτοια ονόματα τα παιδιά της θα σφύζουν από καλοτυχία.
Αυτό το τυχαίο όνομα, που η Μερόπη δεν είχε ιδέα για το τι πρέσβευε, έμελε να γίνει η μοίρα του παιδιού αυτού. Θυσία. Θυσία έγιναν όλοι. Η μαμά δούλευε διπλοβάρδιες για να της παρέχει μία επιπλέον βοήθεια στο σπίτι. Καλά που είχε και εμένα δηλαδή. Και ο πατέρας όταν έβρισκε δεύτερο μεροκάματο μέσα στην μέρα το έκανε.
Όταν η μητέρα έμεινε έγκυος στο τρίτο παιδί κόντεψε να τρελαθεί. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Καλύτερα να την έτρωγαν τα φίδια. Φοβόταν. Φοβόταν μην τυχόν και το παιδί αυτό έχει κάνα κουσούρι. Άσε που και τρίτο στόμα δεν χωρούσε μέσα στο σπίτι. Η έκτρωση στοίχισε ακριβά, κυρίως στην Ιφιγένεια που της μείωσε τις ώρες των ειδικών μαθημάτων κατά πολύ, αλλά τι να έκανε; Καλύτερα να ζοριζόταν τώρα, παρά αργότερα μια και καλή. Στον Κοσμά δεν είπε τίποτα. Θα το έπαιρνε αυτό το μυστικό μαζί της στον τάφο.
Όταν ήρθε ο διαγωνισμός υποτροφίας για το ιδιωτικό σχολείο, κανείς δεν πίστευε πως την υποτροφία την πήρε η Ιφιγένεια για όλες τις τάξεις του λυκείου. Ήταν μία υποτροφία που είχε βρει η δασκάλα της και ήξερε πόσο έξυπνο κορίτσι ήταν και έτρεξε να της πει να πάρει μέρος. Η Μερόπη είχε τις αμφιβολίες της, γιατί ήξερε ποιοι πηγαίνουν σε αυτό το σχολείο και σίγουρα οι εξετάσεις θα ήταν πολύ δύσκολες και αν η Ιφιγένεια αποτύχαινε θα απογοητευόταν. Δεν ήθελε το παιδί της να στεναχωριέται. Άσε που ήθελε να προστατέψει το παιδί της από τους ανθρωποφάγους που φοιτούσαν εκεί. Δεν είχαν θέση σε αυτό το μέρος, αλλά προς έκπληξη όλων η Ιφιγένεια κατέκτησε μία.
Η Ιφιγένεια, αυτό το τόσο κλειστό παιδί, δεν το έβαζε κάτω. Όσο της έδειχναν ότι η διαφορετικότητα δεν έχει μέρος σε αυτό τον κόσμο, τόσο πάσχιζε να αποδείξει το αντίθετο. Μέρα νύχτα σε ένα βιβλίο χωμένη. Ήταν πανέξυπνη και στηριζόταν σε αυτό, γιατί της είχαν πει πως ο έρωτας δεν ταιριάζει στον κόσμο της. Ποιος θα την ερωτευόταν; Με ποιον θα έκανε οικογένεια; Πώς θα μεγάλωνε παιδί χωρίς λαλιά; Και όπως έχτισαν οι γύρω της ένα κόσμο γεμάτο στερεότυπα, εκείνη σκεφτόταν απεγνωσμένα τρόπους για να αποδείξει το αντίθετο, αλλά το μόνο στο οποίο τα κατάφερνε καλά ήταν η ιδιοφυΐα της. Και αυτό το μόνο ήταν αρκετό για περισσότερα από όσα μπορούσε κανείς να φανταστεί.
Ήξερα πως έπρεπε να μείνω και να επιμείνω. Να προσποιηθώ πως είμαι καλά. Πως μπορώ να δείχνω καλά.
Οι μήνες περνούσαν ο ένας μετά τον άλλον. Με τους δικούς μου μιλούσα σε εβδομαδιαία βάση. Το χωριό είχε αδειάσει από τους συνομήλικούς μου, αλλά κάθε μέρα μετά το τέλος των αγροτικών δουλειών, βρέξει χιονίσει, εγώ έβαζα τα φθαρμένα αθλητικά μου, έτρεχα ακατάπαυστα στο εγκαταλελειμμένο- για χειμώνα- γήπεδο. Με βοηθούσε να κλοτσάω μία μπάλα, ακόμα και αν αυτό το έκανα μόνος. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ήθελα. Ξεσπούσα και άδειαζε το μυαλό μου.
Στα μέσα του Δεκέμβρη και αφού είχα μαζέψει κάποια χρήματα, θα πήγαινα στην Αθήνα να κάνω έκπληξη στους δικούς μου. Το πλάνο ήταν να πάω τα Χριστούγεννα, αλλά αφού είχα την πολυτέλεια να πάω μία εβδομάδα νωρίτερα, θα το έκανα. Έναν σάκο χρειαζόμουν όλο και όλο. Πήρα το παλιό αγροτικό φορτηγάκι, αφήνοντάς το κοντά στην στάση του αστικού ΚΤΕΛ. Αν ήταν καλοκαίρι θα το έκοβα με τα πόδια, αλλά ήταν τρία τέταρτα περπάτημα και το κρύο πιο τσουχτερό από ποτέ.
Πατώντας το πόδι στην πρωτεύουσα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω δώρα για τους δικούς μου και έπειτα να πάρω τον δρόμο για το σπίτι.
Το χτύπημα μου στην πόρτα του πατρικού βρήκε αμέσως ανταπόκριση από την μητέρα μου, ακολουθώντας κραυγές έκπληξης και χαράς.
«Το παιδί! Ήρθε το παιδί!» τσίριξε ξανά και ξανά.
Φοβήθηκα μην πάθαινε τίποτα από τόση χαρά. Είχα ξεχάσει πόσο ζεστή ήταν η αγκαλιά όλων τους. Δέχτηκαν τα δώρα με μεγάλη χαρά, με την Ιφιγένεια να επιμένει πως δεν ήταν ανάγκη να ξοδευτώ. Για εκείνη αγόρασα ένα βιβλίο μίας συγγραφέας που ήξερα πόσο αγαπούσε και για τους γονείς μου από ένα ένδυμα για τον καθένα. Περάσαμε το απόγευμα μαζί, ώσπου τα νέα πως κατέφθασα μαθεύτηκαν γρήγορα και μερικά τηλεφωνήματα από παλιούς συμπαίκτες μου έπεσαν σαν βροχή. Παρασκευή βράδυ και δεν αντιστάθηκα στην ιδέα για ούζα και μεζεδάκια σε ένα μικρό ρεμπετάδικο, κάπου κρυμμένο στο στενά της Αθήνας.
Ετοιμάστηκα σε χρόνο ρεκόρ από τον ενθουσιασμό μου, λες και δεν είχα ξαναβγεί πότε στην ζωή μου και τότε συνειδητοποίησα πως θυσίαζα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Κακώς το σκεφτόμουν αυτό, μιας και ο λόγος ήταν ιερός.
Βγήκα από το σπίτι, αφότου είχα πάρει τα κλειδιά του σκαραβαίου του πατέρα μου και η ματιά μου πήγε στις φιγούρες του απέναντι πεζοδρομίου, που μας χώριζε μονάχα μερικά μέτρα. Τα μάτια μου διασταυρώθηκαν με ένα άλλο ζευγάρι μάτια. Και τα δύο ζευγάρια μάτια είχαν κάτι κοινό: την έκπληξη!
«Ελίνα» σχημάτισαν τα χείλη μου το όνομα αυτό σχεδόν άηχα.
«Άρη» είδα και στα δικά της χείλη να κρέμεται η λέξη αυτή.
Τρόμαξα να την γνωρίσω. Ήταν σαν να έβλεπα ένα άλλο πρόσωπο, αλλά ήταν ακριβώς το ίδιο, αφού η καλοσύνη δεν έφυγε ποτέ από το βλέμμα της. Ήταν ακριβώς εκεί, έτοιμη να εκπέμψει την λάμψη που πάντοτε είχε.
Δίπλα της ακριβώς, ήταν το άτομο που μπορούσε να επισκιάσει κάθε λάμψη. Δίπλα της ήταν η Καλλιόπη. Ξινή, ψηλομύτα και αποδοκιμαστική και ένα σωρό τσάντες επώνυμων ρούχων να κρέμονται από τα δυο της χέρια.
«Προχώρα» γύρισε και είπε στην Ελίνα λες και μιλούσε στο σκυλί της.
Η Ελίνα κάτι της είπε με εκνευρισμό και η Καλλιόπη με ύφος χιλίων καρδιναλίων κοίταξε προς τα έμενα γυρίζοντας την πλάτη της. Η Ελίνα όμως έμεινε εκεί. Η Ελίνα δεν την ακολούθησε. Το καλό, φρόνιμο και υπάκουο κορίτσι που ήξερα, φαίνεται να είχε κάνει κάποιες αλλαγές. Μία περηφάνια φούσκωσε μέσα μου για χάρη της.
Κούνησε το χέρι της σε έναν χαιρετισμό και αμέσως της έκανα νόημα να πλησιάσει. Θα πήγαινα εγώ, αλλά στα αλήθεια ένιωθα λες και με είχε χτυπήσει κεραυνός από τις τόσες αλλαγές.
«Γεια» ήρθε δειλά προς το μέρος μου με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της.
«Γεια» χαμογέλασα όπως δεν είχα κάνει εδώ και καιρό.
Ένιωσα λες και μου χαμογελούσε η τύχη για κάποιο λόγο. Ήταν τόσο περίεργο όλο αυτό, που δεν μπορούσα να φερθώ φυσιολογικά. Εξάλλου, τι σημαίνει το να φέρεσαι φυσιολογικά, όταν κάτι τόσο απλό σε κάνει να νιώθεις λες και σκάει μέσα σου μία βόμβα φωτός;
Ελίνα
Ήταν η παράλογη εφηβεία μου ή θα μισούσα την μητέρα μου για πάντα; Δεν ξέρω πως στο καλό με έπεισε να την ακολουθήσω για ψώνια. Πίστεψα πως άξιζε μία ευκαιρία να φτιάξουν οι σχέσεις μας, αλλά έκανα λάθος. Μεγάλο λάθος ώσπου σιχτίριζα! Προσπαθώ μάταια να καταλάβω τι την κάνει να πιστεύει πως μπορώ να γίνω σαν εκείνη.
Περπατούσαμε πλάι πλάι στο πεζοδρόμιο έξω από την μονοκατοικία. Μία κίνηση από τον απέναντι δρόμο μού τράβηξε την προσοχή. Ήθελα να τρίψω τα μάτια μου, αλλά κρατήθηκα. Είχα βαφτεί και χαιρόμουν που ήμουν κάπως περιποιημένη.
Τα βλέμματά μας δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν, όσο και αν η Καλλιόπη επέμενε να προχωρήσω. Της είπα να με παρατήσει ήσυχη και επιδεικτικά συνέχισε τον δρόμο της. Ήταν που είχε να πάει να παίξει χαρτιά με τις φίλες της και να δοκιμάσει τα νέα συνολάκια της, αλλιώς δεν θα κουνούσε ούτε χιλιοστό μέχρι να ακολουθήσω.
Ο Άρης λοιπόν. Με σάρκα και οστά. Ήθελα να τρέξω και να τον ρωτήσω τόσα πολλά πράγματα! Πού ήταν, τι έκανε, γιατί εξαφανίστηκε… Παρόλα αυτά, είχαμε μείνει να κοιτιόμαστε. Μού έκανε νόημα να πάω κοντά του και αμέσως έσπευσα να διανύσω την απόσταση.
Ένα «γεια» βγήκε και από τα χείλια των δυο μας.
«Γύρισες;» ρώτησα σαν να εξαρτάται η ύπαρξή μου από την απάντησή του.
«Για τις γιορτές» λέει χωρίς να συμμεριζόμαστε τα ίδια συναισθήματα. «Έχεις αλλάξει…» λέει με μία υπόνοια θαυμασμού.
«Μερικά κιλά έχασα μονάχα»
Όλοι τα ίδια μου έλεγαν, ενώ εγώ ήμουν η ίδια.
«Όχι, δεν είναι αυτό. Δεν είναι μόνο αυτό δηλαδή» χαμογελάει με το αγγελικό του πρόσωπο.
«Είσαι καλά;» θέλησα στα αλήθεια να μάθω.
«Ναι». Παύση. «Πάω για ένα ποτό με τους φίλους μου» εξηγεί σαν να έχει αργήσει.
«Μην σε καθυστερώ λοιπόν» στεναχωριέμαι που πρέπει να χωριστούμε.
«Καθόλου!». Αμήχανη παύση ξανά. «Θα τα πούμε» ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου και μένω να κοιτάω το φευγιό του.
Δεν καταλαβαίνω πώς άλλαξε η ψυχολογία του από την μια στιγμή στην άλλη, αλλά ήταν σαν να είδα πολλές διαφορετικές διαθέσεις σε μια στιγμή.
Έμεινα να τον κοιτάω με τον σκαραβαίο να απομακρύνεται από την γειτονιά κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο.
Άρης
Περίμενα αυτή η ξένοιαστη βραδιά με τους φίλους να με κάνει να ξεχαστώ από ό,τι είχα μέσα στο ηλίθιο κεφάλι μου, αλλά προστέθηκε κάτι ακόμα στις σκέψεις μου. Η όψη της Ελίνας. Αναρωτήθηκα από πότε έγινα τόσο επιφανειακός, μιας και δεν μου άρεσε που την είδα και τα έχασα. Ήθελα στα αλήθεια να καταλάβω αν με τραβούσε η θελκτική εμφάνισή της ή κάτι βαθύτερο που δεν είχα ιδέα από που πήγαζε.
Έφυγα άρον άρον μετά το τέλος της συζήτησής μας. Ένιωσα να με πλημμυρίζει η παρουσία της, όμως ακόμα και από όταν έφυγα, αυτό δεν άλλαξε. Ήταν χαραγμένη ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Με την επιστροφή μου στην γειτονιά, ήθελα απελπισμένα να την δω ξανά. Πάρκαρα το αυτοκίνητο στο γνωστό σημείο και κάτι μέσα μου με έκανε αρκετά θαρραλέα για να πλησιάσω την γειτονική αρχοντική μονοκατοικία. Ίσως να είχα πιει και ένα ποτηράκι παραπάνω. Είχα ξεμάθει κιόλας, όποτε χαλάρωσα αμέσως.
Δεν ήθελα με τίποτα να πάω να χτυπήσω το κουδούνι της οικείας Παυλίδου, έτσι είχα ήδη μία εναλλακτική. Μία επίφοβη εναλλακτική, που αν με έπαιρναν χαμπάρι θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών, αλλά κάτι μέσα μου μου έλεγε να το δοκιμάσω. Ήταν από αυτά τα πράγματα που έκαναν τα σχολιαρόπαιδα και εγώ η αλήθεια είναι ένιωθα αρκετά ενήλικος για να κάνω κάτι τέτοιο. Πρακτικά είχα κλείσει τα δεκαοχτώ πριν δυο μήνες, αλλά έτσι και αλλιώς είχα ενηλικιωθεί πολύ πριν τα κεράκια στην τούρτα γίνουν δεκαοχτώ. Το πολύ πολύ να έχανα την αξιοπρέπειά μου, σκέφτηκα πριν κάνω αυτό το βήμα. Στο κάτω- κάτω τι κακό έκανα; Παραβίαζα την είσοδο της αυλής ενός γειτονικού σπιτιού. Δεν ήμουν δα και κλέφτης! Βέβαια, αν η Καλλιόπη το έβλεπε αυτό, ξέροντας την οικονομική μας κατάσταση μπορεί και να το πίστευε.
Το φωτοκύτταρο στο πίσω μέρος του σπιτιού άναψε μόλις εντοπίστηκε η κίνησή μου και βλαστήμησα για αυτό. Ευχόμουν μόνο να μην με έπαιρναν χαμπάρι. Το σπίτι από ότι φαινόταν ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Λογικό, ήταν περασμένες δώδεκα και όλοι θα κοιμούνταν. Όταν έφτασα κάτω από το παράθυρο της Ελίνας, από την μικρή χαραμάδα, εκεί που ενώνονταν οι δύο κουρτίνες στο παράθυρο, ξέφευγε ένα χαμηλό φως και τα παραθυρόφυλλα ήταν ορθάνοιχτα. Μάλλον θα είχε ξεχάσει να τα κλείσει. Αυτό ήταν ένα συν που έκανε την ζωή μου πιο εύκολη.
Έπιασα με τόλμη μερικά χαλικάκια που βρήκα χάμω, αλλά το σκέφτηκα πολλές φορές προτού αφήσω το πρώτο να πέσει με δύναμη στο χοντρό τζάμι του παραθύρου. Έριξα το πρώτο και δεν υπήρχε καμία αντίδραση. Είχα άλλα δύο ακόμη στην χούφτα μου. Έριξα το δεύτερο και όταν με φόρα έριξα και το τρίτο δεν είχα υπολογίσει την πιθανότητα ότι εκείνη την στιγμή η αγουροξυπνημένη Ελίνα θα άνοιγε το παράθυρο.
«Αουτς!» ακούστηκε δυνατά και πιάνοντας αμέσως το κούτελό της κοίταξε γύρω της σαν να μην ήξερε από που της ήρθε.
«Ελίνα! Συγγνώμη γαμώτο!» ταράχτηκα και ξεστόμισα αυτές τις λέξεις σιγανά, τόσο σιγανά ώστε να με ακούσει μόνο εκείνη.
«Άρη; Εσύ; Τι κάνεις εδώ;» συνέχισε να κρατά το κούτελό της που το ένιωθε ελαφρώς πρησμένο από την δύναμη που έπεσε πάνω της το πετραδάκι, το οποίο ήταν και το πιο βαρύ από όλα.
Αυτό λέγεται γκαντεμιά.
«Ήθελα να σε δω» έκανα ένα βήμα πίσω για να την δω καλύτερα.
«Και όποιον θες να δεις τον σημαδεύεις με πετραδάκια;» αστειεύτηκε και δεν έχασε χρόνο «Έλα στην εξώπορτα» μου είπε, αλλά για ένα δευτερόλεπτο φάνηκε σκεπτική. «Έλα μέσα. Οι δικοί μου λείπουν».
Ελίνα
Ψυχραιμία λοιπόν! Δεν έγινε και κάτι το τρομερό! Μονάχα ο παιδικός μου έρωτας μου πέταξε μερικά πετραδάκια στο παράθυρο θέλοντας να με δει. Λες και χάθηκαν τα τηλέφωνα ή τα μηνύματα. Ώ Θεέ μου!
Προτού εξαφανιστώ για να τρέξω να του ανοίξω, κοιτάχτηκα στον ολόσωμο καθρέπτη της ντουλάπας. Φορούσα μονάχα ένα σετ πυτζάμες που αποτελούταν από κοντό σορτσάκι και τιράντα φανελάκι. Πρώτη φορά κάποιος και μάλιστα άντρας, πόσο μάλλον αυτός ο τύπος θα με έβλεπε τόσο εκτεθειμένη. Παρά το χάσιμο των κιλών μου, δεν είχα τολμήσει να βάλω σορτσάκι στον έξω κόσμο και ας μου έλεγε ο καθρέπτης μου πόσο ωραία πόδια είχα. Το μόνο που έκανα τελικά ήταν να λύσω τα μαλλιά της από τον πρόχειρο κότσο που τα είχα δεμένα. Ήταν πυκνά και μακριά και έπεφταν μπροστά στο στήθος μου και έτσι δεν θα ένιωθα τόσο… κάπως. Τόσο άβολα.
Με φόρα κατέβηκα τις σκάλες από τον πάνω όροφο και κατευθύνθηκα προς την μεγάλη πόρτα. Πήρα μία βαθιά ανάσα καθώς γύριζα τα κλειδιά που ήταν ήδη πάνω στην πόρτα και προσπάθησα να μην είναι τόσο προφανές το χαζό χαμόγελό μου. Σκέφτηκα μήπως κοιμόμουν ακόμη, αλλά κανένα τόσο όμορφο όνειρο δεν κρατάει για τόσο.
«Γεια» λέω μόλις τον αντικρίζω και συνειδητοποιώ πως είναι στα αλήθεια μπροστά μου.
Νόμιζα στην αρχή πως αυτό που δημιούργησε αυτόν τον θόρυβο, ήταν κάποια δυνατή βροχή που ξέσπασε κατάμεστα της άνοιξης. Τον βαρύ χειμώνα έτσι συνήθιζε να σκάει το χαλάζι στο παράθυρό μου. Χάρηκα που τελικά το νέο απόκτημα στην δεξιά πλευρά του κεφαλιού μου οφειλόταν στην πετρούλα. Αν δεν ήταν αυτές, δεν θα ξυπνούσα ποτέ. Για την ακρίβεια, αν δεν ήταν ο Άρης, οι πετρούλες δεν θα έπεφταν ποτέ. Αυτό με έκανε να χαμογελάσω ακόμα πιο πολύ.
«Συγγνώμη και πάλι» απολογήθηκε ο Άρης με το που με αντίκρισε.
Μετά από αυτήν την συγγνώμη, ο Άρης κατάπιε την γλώσσα του. Ζήτησε συγγνώμη για πολλά πράγματα μέσα σε μία λέξη που χρησιμοποίησε μόνο μια φορά, όμως δεν το ήξερα τότε. Εκείνος όμως ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση μιας και η ώρα ήταν ακατάλληλη, συγγνώμη για την κοκκινίλα στο κεφάλι μου και συγγνώμη για το βλέμμα του που έτρεξε προκλητικά πάνω μου βλέποντας με με αυτά τα ελαφριά πυτζαμάκια.
«Μην ζητάς συγγνώμη. Μπες μέσα» τον άρπαξα από τον καρπό κάπως ατσούμπαλα τραβώντας τον μέσα στο σπίτι.
«Οι γονείς σου;» ρώτησε και ήλπιζε για μία ικανοποιητική απάντηση.
«Λείπουν. Είναι Παρασκευή βράδυ. Συνήθως μετά τα χαρτιά πάνε μπουζούκια με τους κουμπάρους τους ή είναι καλεσμένοι σε κάποιο τραπέζι και γυρίζουν πολύ αργά» του εξήγησα και κοντοσταθήκαμε κάπως αμήχανα. Έπρεπε να είχα βάλει κάτι πάνω μου, σκέφτηκα όταν πια ήταν αργά. Ντρεπόμουν περισσότερο από όσο πίστευα.
«Και εσύ; Δεν πηγαίνεις μαζί τους;» ρώτησε σαν να του έκανε εντύπωση. Τα κορίτσια της ηλικίας μου τρελαίνονται για τέτοια πράγματα.
«Μπα. Τα βαριέμαι. Η μαμά μου προσπάθησε να με πείσει μερικές φορές και μετά τα παράτησε»
«Καλύτερα να βάλουμε πάγο» μου πρότεινε με το βλέμμα του να κατευθύνεται στο σημείο που είχε πρηστεί ψηλά στο κούτελό μου.
Έγνεψα μην έχοντας τι να πω. Τον οδήγησα μέχρι την κουζίνα και άναψα τον χαμηλό φωτισμό.
«Άσε με να σε βοηθήσω. Νιώθω άσχημα για αυτό» είπε απολογητικά. Δεν είχε ιδέα πως δεν με πείραζε.
Τα δάχτυλά μας συναντήθηκαν στην λαβή του ψυγείου. Τράβηξα το χέρι μου ενστικτωδώς. Αποκλείεται να το ένιωθα μόνο εγώ. Υπήρχε κάτι έντονο. Πάντα υπήρχε από μεριά μου, οπότε δεν ήξερα αν ο συνειρμός μου ήταν σωστός. Αυτός ο Θεός εμφανίστηκε από το πουθενά και ακόμη δεν ήξερα το γιατί. Φοβόμουν και να ρωτήσω μην και εξαφανιστεί.
Έκανα μερικά βήματα πίσω και έκατσα στην ψηλή καρέκλα στο μεγάλο πάσο, εκεί που λαμβάνει μέρος το μεγάλο πρωινό της οικογένειας.
Ο Άρης πήρε στο χέρι δύο μεγάλα κομμάτια πάγου που χάθηκαν εύκολα στην χούφτα του και τα τύλιξε στην πετσέτα που βρισκόταν πάνω στον μαρμάρινο πάγκο.
Με πλησίασε με δυο μεγάλα βήματα και μετά ήρθε το άγγιγμα του πάγου στο πρησμένο σημείο. Ακολούθησε και το άγγιγμα από τα ακροδάχτυλά του. Τότε άφησα την ανάσα μου. Δεν είχα καταλάβει ότι την κρατούσα. Πράγμα που έγινε αντιληπτό και στον Άρη. Ένα κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλά μου, που ευχήθηκα να μην φαινόταν μέσα στον χαμηλό φωτισμό. Σίγουρα ο Άρης θα ήταν συνηθισμένος να βρίσκεται ανάμεσα σε κορίτσια, ακόμα και αν δεν υπήρχε κάτι μεταξύ μας και αποκλείεται αυτό το γεγονός να τον έκανε να νιώθει κάπως.
Το μεταξύ μας εκείνη την στιγμή δεν είχε τίποτα το ερωτικό. Με βοηθούσε απλώς με τον πάγο, έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου. Αφού ήταν τόσο ξεκάθαρο, γιατί η καρδιά μου παλλόταν σαν τρελή; Έπρεπε να συνέλθω! Ο Άρης το αντιλήφθηκε. Ήταν εύκολο μέσα στην απόλυτη ησυχία που μας πλαισίωνε να ακούσει αυτόν τον χτύπο που προερχόταν από την αριστερή μεριά του στήθους μου. Βρισκόμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον που δεν μπορούσε να το αγνοήσει.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε απομακρύνοντας τον πάγο από το δέρμα μου, αφήνοντας τον στην επιφάνεια του τραπεζιού.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Όχι, δεν ήμουν καλά και δεν είχε να κάνει καθόλου με το χτύπημα. Πως ήταν δυνατόν μετά από τόσους μήνες που η απουσία του ήταν αισθητή, μακριά από το οπτικό μου πεδίο, μέσα σε μια στιγμή να βρίσκεται μέσα στο σπίτι της; Είχα αμφιβολίες μην τυχόν και η φαντασία μου ήταν μεγαλύτερη από όσο άντεχα. Σε απλά ελληνικά, φοβόμουν μην το είχα χάσει και ήμουν τρελή, επινοώντας πράγματα που θα ήθελα να είχαν συμβεί. Ευτυχώς που είχα το μικρό καρούμπαλο να μου θυμίζει πως όσο συνέβαιναν ήταν πέρα για πέρα αληθινά.
«Γιατί είσαι εδώ;» απάντησα στην ερώτησή του με ερώτηση, μην μπορώντας να διαχειριστώ την εξέλιξη μιας τόσο περίεργης κατάστασης που με έβγαζε δικαιολογημένα έξω από τα νερά μου.
«Απλά μετά το απόγευμα που σε είδα… σε σκεφτόμουν συνέχεια» ξεστόμισε μετά από λίγη σκέψη.
Η μικρή παύση δεν προέκυψε γιατί δεν ήταν σίγουρο για αυτό που είπε. Προέκυψε γιατί η γύμνια των σκέψεων είναι πάντα εύθραυστη. Ε λοιπόν, αυτό εγώ δεν το περίμενα. Το ήλπιζα, το ευχόμουν, αλλά δεν περίμενα η πρόταση αυτή να ακουμπήσει γλυκά τα αυτιά μου.
«Γιατί;» συνέχισε να μου φαίνεται αλλόκοτο.
«Δεν υπάρχει γιατί σε αυτά τα πράγματα, Ελίνα. Ξέρεις πώς είναι…» μου είπε και ακούμπησε τις παλάμες του στα γυμνά γόνατά μου και σκύβοντας μπροστά προς το μέρος μου.
Όχι, δεν ήξερα πώς είναι. Πώς να ήξερα; Ποτέ, κανένα αγόρι δεν με είχε ψάξει και ποτέ κανένα άλλο αγόρι δεν είχε ακουμπήσει καμία γυμνή επιφάνεια του σώματός μου. Εδώ που τα λέμε, ούτε και ντυμένη. Οπότε αυτό με έκανε να κομπλάρω.
«Οι γονείς μου θα γυρίσουν κάποια στιγμή. Δεν θέλω να μας βρουν εδώ» ήταν το μόνο που βρήκα να πω και αμέσως το μετάνιωσα, συνειδητοποιώντας πως κατέστρεψα την στιγμή.
Δεν φάνηκε ο Άρης να νιώθει έτσι. Αντιθέτως, χαμογέλασε πλατιά.
«Θες να φύγω;» με ρώτησε και ήταν έτοιμος για οποιαδήποτε απάντησή μου που θα έπρεπε να σεβαστεί.
Έγνεψα αρνητικά. Τώρα που τον βρήκα, πώς να τον έχανα;
«Ωραία. Ούτε εγώ θέλω να φύγω»
«Καλύτερα να πάμε στο δωμάτιό μου, γιατί αν οι γονείς μου καταφθάνουν, θα σε δουν να βγαίνεις από το σπίτι και δεν μου φαίνεται καλή ιδέα αυτό» είπα και είχα δίκιο. Και εκτός από δίκιο, η πρότασή μου είχε και πλεονεκτήματα που βλέπαμε και οι δυο μας.
Όταν ο Άρης τραβήχτηκε από κοντά μου, δεν μου άρεσε αυτό, αλλά ήταν και ο μόνος τρόπος για να πάμε μέχρι πάνω. Απόρησα πως βρήκα κουράγιο να του πω κάτι τέτοιο.
Ο πάγος στην πετσέτα έλιωνε αργά και απλά πέταξα το περίσσευμά του στον άδειο νεροχύτη πριν φύγουμε από τον χώρο της κουζίνας.
Ο Άρης περιεργάστηκε το σπίτι και ήταν όπως ακριβώς το είχε επισκεφθεί όσο ήταν μικρός. Κυρίως σε γενέθλια μας με τις τούρτες υπερπαραγωγή να είναι θέμα συζήτησης. Πώς να μην ήταν; Οι γονείς ήξεραν να δείχνουν τον νεοπλουτισμό τους. Μερικές φορές ακόμα το είχε επισκεφθεί όσο ήταν στο δημοτικό και παίζαμε μαζί όλα τα αδέλφια. Μετά πήγαμε στο ιδιωτικό και οι επισκέψεις όλο και αραίωναν όπως ήταν φυσικό. Όπως ήταν φυσικό…
Άρης
Συγκεντρώθηκα ή προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο ανέβασμα των σκαλιών. Προφανώς, είναι μία κίνηση που το σώμα καλείται να πράξει χωρίς σκέψη. Αβίαστα. Εκείνη όμως την στιγμή έπρεπε να είμαι αρκετά απασχολημένος με το να μετράω τα σκαλιά, διαφορετικά θα υπήρχε ατύχημα αν κοιτούσα την Ελίνα που ήταν ακριβώς μπροστά μου. Ήθελα τόσο να χαζέψω για λίγο ακόμα την πίσω όψη της, αλλά ένα αίσθημα σεβασμού με κρατούσε ακόμα πίσω. Πώς γινόταν να ήθελα να την φιλήσω σαν τρελός και παρόλα αυτά να έκανα τα πάντα για να αποσπάσω την προσοχή μου;
Είκοσι δύο σκαλιά. Είκοσι δύο σκαλιά και πέντε βήματα για το δωμάτιό της. Ένα δωμάτιο γεμάτο Ελίνα. Με εκείνη και το άρωμα της να περιπλανιέται στην ατμόσφαιρα.
«Συγγνώμη για την ακαταστασία» σπεύδει να απολογηθεί και αναφέρεται στο ξέστρωτο κρεβάτι και σε μερικά εσώρουχα που ήταν παρατημένα πάνω στο γραφείο της, ενώ έπρεπε να τοποθετηθούν μέσα στο συρτάρι. «Είναι που κοιμόμουν όταν…» με γρήγορες κινήσεις φύλαξε τα εσώρουχα που πρόλαβα και είδα, δίνοντάς μου επιπλέον τροφή για σκέψη.
Έστρωσε όπως όπως το κρεβάτι και μου έκανε νόημα να κάτσω. Ασυναίσθητα με το ένα της χέρι έσπρωξε όλα τα μαλλιά πίσω στην πλάτη της και κάθισε στην καρέκλα του γραφείου απέναντί μου.
Πρόσεξα πως η Ελίνα δεν φορούσε σουτιέν. Και το πρόσεξε και εκείνη πως η ματιά μου εστίασε στο στήθος της και αμέσως έφερε ξανά τα μακριά μαλλιά της μπροστά. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να την κάνω να αισθανθεί άβολα.
«Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση με το να έρθω εδώ απόψε»
«Καθόλου. Ίσα ίσα που χάρηκα» το χαμόγελο της ήταν πάλι εκεί.
«Απλά καταπάτησα τον χώρο σου χωρίς καμία ειδοποίηση. Πάει καιρός από τότε που ήμασταν φίλοι»
Το τελευταίο που ήθελα βέβαια ήταν μία φίλη.
«Ναι…» είπε σκεπτική και μακάρι να μπορούσα να κάνω βουτιά στο μυαλό της.
«Απλά αν υπάρχει κάτι άλλο στην ζωή σου, δεν θα ήθελα να ενοχλώ»
«Όχι, Άρη. Τι να υπάρχει;» γέλασε ειρωνικά ανασηκώνοντας τους ώμους.
«Αν είχες κάποια σχέση δεν θα ήθελα να γίνω ενοχλητικός. Αυτό είναι όλο»
«Άρη, δεν έχεις καταλάβει πως δεν υπάρχει τίποτα;» με ρωτάει σαν να είναι αυτονόητο και εγώ ειλικρινά δεν το καταλαβαίνω.
«Από πού να το καταλάβω; Είμαι σίγουρος πως τα αγόρια θα κάνουν χαμό για πάρτι σου» άραξα το σώμα μου πίσω, ώσπου η πλάτη μου ακούμπησε τον κρύο τοίχο.
«Δεν είναι καθόλου έτσι»
Η Ελίνα εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί άνοιξε την ντουλάπα της αρπάζοντας μία μακριά ζακέτα. Όσο ανοιγόταν στην συζήτηση τόσο ήθελε να κρυφτεί. Αυτό κατάλαβα τουλάχιστον. Λες και είχε σώμα από διαφάνεια και μπορούσα θα μπορούσε να δω μέσα της.
«Εγώ είμαι σίγουρος»
«Εσύ, Άρη;» έκατσε ξανά στην καρέκλα του γραφείου που την τοποθέτησε απέναντί μου με ακρίβεια χιλιοστού, προσμένοντας για την απάντησή μου «Υπάρχει κάτι στην ζωή σου;»
«Υπήρχε» της είπα την αλήθεια, «αλλά δεν ήταν κάτι σοβαρό» συμπλήρωσα και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ελίνας που με έκανε να αισιοδοξώ.
Δεν κατάλαβα πως το χαμόγελο αυτό κουβαλούσε ειρωνεία. Καλύτερα να μην είχε ολοκληρωθεί αυτή η πρόταση έτσι.
«Αυτό κάνεις γενικά;» προσπαθούσε ψύχραιμα να καταλάβει για κάτι που δεν είχα ιδέα αν μπορούσα να εξηγήσω.
«Τι εννοείς;»
«Ελεύθερες σχέσεις; Ξεπέτες ή όπως αλλιώς τις αποκαλείς; Βολικό όταν είσαι στο χωριό» έβλεπα έναν εαυτό της που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε και δεν καταλάβαινα το γιατί.
«Νομίζω το παρεξήγησες» η στάση του σώματός μου άλλαξε απότομα.
«Τι ακριβώς παρεξήγησα;»
«Απλά με αυτήν την κοπέλα δεν…» πώς να της το έλεγα και σωστά;
Με την Μυρτώ, έτσι την έλεγαν, η όλη φάση ήταν κατά κύριον λόγο σαρκική. Δεν υπήρχε καμία ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ μας. Τουλάχιστον έτσι το έβλεπα εγώ, γιατί είχα υποψιαστεί πως η Μυρτώ ήταν για τα καλά τσιμπημένη μαζί μου.
Με την Ελίνα ήταν αλλιώς. Την έβλεπα αλλιώς, διαφορετικά. Την γνώριζα πραγματικά ή έτσι νόμιζα. Λες και στο διάστημα που η επικοινωνία μας είχε αραιώσει για τα καλά, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ειδικά στην εφηβεία, στην πιο μεταβατική φάση της ζωής ενός ανθρώπου. Η Ελίνα μπορεί να παρέμενε το πιο καλόψυχο πλάσμα στον κόσμο, αλλά η αυτοκαταστροφή ήταν κομμάτι της όπως θα μάθαινα πολύ αργότερα. Πολλά περισσότερα είχαν αλλάξει εκτός από την εξωτερική της εμφάνιση που εντυπωσίαζε και μόνο εκείνη δεν το αντιλαμβανόταν.
Όταν αρκετές από τις συνομήλικές της ήθελαν να τραβούν την προσοχή, εκείνη από ντροπή ήθελε να μένει αόρατη. Αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος για τα κιλά που έχασε από όσο αντιλαμβανόμουν. Κάποτε της είχαν πει πιάνεις πολύ χώρο. Το θυμάμαι και θυμάμαι και το κωλόπαιδο που έτρεξα για να το πλακώσω στο ξύλο. Χαλάλι της η τιμωρία που είχα φάει.
«Εδώ γιατί ήρθες; Για κάποιο λόγο θα ήρθες» μου δίνει επιτέλους πάτημα για να μιλήσω.
Έχω φέρει το σώμα μου στο χείλος του κρεβατιού με τον κορμό μου σκυμμένο και στραμμένο προς την Ελίνα.
«Αφού θες την αλήθεια… σε είδα και τα έχασα. Είσαι πολύ αλλαγμένη και… και… δεν μπορούσα να βγάλω την εικόνα σου από το μυαλό μου» το βλέμμα μου καρφώθηκε στα χείλη της.
Τουλάχιστον ας άκουγε μιαν αλήθεια. Μία αλήθεια που έβγαζε νόημα.
«Ώστε όλο αυτό επειδή αδυνάτισα και θα μπορούσες να βγεις μαζί μου χωρίς να ντρέπεσαι;» το μυαλό της πήρε ανάποδες στροφές. Έκανε συνειρμούς που ποτέ δεν πίστευα.
«Τι;» έκπληκτος δεν πίστευα αυτό που άκουσα «Δεν έχει να κάνει με αυτό». Ή μήπως είχε;
Η Ελίνα σηκώθηκε όρθια και το ίδιο έκανα και εγώ.
«Το καταλαβαίνω, Άρη. Ένα αγόρι σαν και εσένα ποτέ δεν θα κοιτούσε την χοντρή και ανασφαλή κοπελίτσα»
«Ελίνα, δεν είναι καθόλου έτσι. Σε ξέρω από παιδί. Δεν θα σε πλησίαζα ποτέ για κάτι λίγο» είπα και συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ πιο πριν, αλλά το εννοούσα.
«Αν ήμουν όπως πριν έναν χρόνο θα με ήθελες και πάλι;»
Ερώτηση παγίδα.
«Δεν… δεν Ελίνα. Οι άνθρωποι αλλάζουμε και…»
«Μην κουράζεσαι, Άρη. Μέσα μου είμαι η ίδια. Καλύτερα να φύγεις. Ίσως κάποιο καημένο κοριτσάκι που βγαίνεις να σε γυρεύει»
Μου άνοιγε την πόρτα για να φύγω και ήξερα πως η διαφυγή ήταν μονόδρομος. Σε μια στιγμή πήγαν όλα τόσο λάθος που δεν κατάλαβα το πως. Ήταν η δική της ανασφάλεια ή ένα δικό μου λάθος;
Ελευθερία Τσιντάρη
Συνεχίζεται…

One response to “Το Χάος Μέσα Μας – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]