Η μοσχοβολιστή ανθοδέσμη έφτασε στο σπίτι τους από το ανθοπωλείο. Μοσχομυριστά μπλε και κίτρινα λουλούδια, τα αγαπημένα της Βασιλικής, γέμισαν την αγκαλιά του Κωστή, μπλε και το μονόπετρο στο βελούδινο κουτάκι, άστραφτε και περίμενε να γλιστρήσει στο δαχτυλάκι της αγαπημένης του. Ο μπάρμπα Μήτσος με το καινούργιο γυαλιστερό κοστούμι έλαμπε από χαρά και φούσκωνε από περηφάνεια κοιτώντας το καμάρι του. Ο Κωστής χάρμα οφθαλμών στο μπλε κοστούμι, ίδιο με το χρώμα των ματιών του και τα μάτια της Βασιλικής, χαμογελούσε ευτυχισμένος. Κοίταξε το ρολόι του, είχαν λίγο χρόνο ακόμη, θα είχε κίνηση όμως απόγευμα Σαββάτου. «Πατέρα έτοιμος;», «Πανέτοιμος! Πάμε παιδί μου, πάμε να συναντήσουμε την αγάπη!» είπε ο πατέρας κρατώντας την ανθοδέσμη και το δαχτυλίδι τρυφερά και κίνησαν για το αυτοκίνητο.
Ξεφουρνίστηκε και το τελευταίο ταψί επιτέλους, έτοιμες οι πίτες και τα κουλουράκια. Από το πρωί στην κουζίνα, αλλά χαλάλι, ήταν η σειρά της Κατερίνας, αλλά δεν μπορούσε με το μωρό πια. Φορτώθηκε τις σακούλες και έφυγε για το ορφανοτροφείο μη ξεχνώντας την υπόσχεση στη θετή της μητέρα να συνεχίσει ό,τι άφησε εκείνη στη μέση μετά το θάνατό της. Βιαζόταν σήμερα πολύ, είχε ένα σωρό δουλειές! Πότε θα προλάβαινε; Περίμενε τον Κωστή στο σπίτι το απόγευμα, της έταξε μια μεγάλη έκπληξη, μα λέξη δεν του πήρε όσο κι αν τον παρακαλούσε. «Θα χαρείς πολύ Βασιλική μου, έχε μου εμπιστοσύνη!». Του είχε τυφλή εμπιστοσύνη πράγματι, τόσα χρόνια στη ζωή της γύρω τριγύρω πάντα με ευγένεια και αξιοπρέπεια ποτέ δεν την έφερε σε δύσκολη θέση, ήταν κύριος, υπομονετικός και γεμάτος κατανόηση. Πόσο τυχερή στάθηκε στη ζωή της τελικά! Βρήκε μια αξιόλογη οικογένεια να την αγκαλιάσει σαν πραγματική κόρη και τώρα έναν υπέροχο νέο να τη λατρεύει. Σχεδόν ξέχασε τι πέρασε, πώς έφτασε ως εδώ.
Τρέχοντας στο δρόμο, τυφλωμένη από χαρά με τη σκέψη της στο όμορφο πρόσωπο του Κωστή, ούτε που πρόσεξε το τρελό μαύρο αυτοκίνητο που την πλησίαζε επικίνδυνα. Ένας αφόρητος πόνος τη διαπέρασε, της έκοψε την ανάσα, ο κόσμος έσβησε μονομιάς μπροστά της, οι σακούλες έφυγαν από τα χέρια της, ο δρόμος γέμισε κουλουράκια με πανέμορφα γελαστά προσωπάκια και ζεστές πίτες. «Ανάθεμα τον αλήτη! Τη σκότωσε την κοπέλα;» βροντοφώναξε ο μπάρμπα Μήτσος την ώρα που περνούσαν δίπλα από το δυστύχημα και είδε όλο το συμβάν. «Σταμάτα Κωστή να βοηθήσουμε!». Τον ίδιο αφόρητο πόνο αλλά στο μέρος της καρδιάς ένιωσε ο Κωστής, έπιασε το στήθος του, του κόπηκε η ανάσα, σκέφτηκε τη Βασιλική του και ηρέμησε, θα τον περίμενε, δεν ήθελε να αργήσει λεπτό. «Εντάξει πατέρα…» είπε βαριανασαίνοντας και παραμέρισε τον πόνο.
«Μην οδηγήσεις στην κατάστασή σου ρε μαλάκα! Τη μύτη σου δε βλέπεις, πάρε ταξί για το σπίτι. Αύριο ξεμέθυστος, έλα πάρε το αμάξι!». Χασκογελώντας και τρεκλίζοντας ούτε άκουσε, ούτε κατάλαβε τι λέγανε, ούτε και τον ένοιαξε βέβαια. Έβαλε μπροστά τη μηχανή, το αμάξι λες και κύλησε μόνο του στο δρόμο, σε ανεξέλεγκτη πορεία. «Θα το φάει το κεφάλι του μια μέρα με τέτοια ζωή που κάνει το κωλόπαιδο!» και συνέχισαν τα ποτάκια τους αδιάφορα στη δική τους μαστουρωμένη κοσμάρα. Μέσα στη σούρα του ο Πάρης ούτε κατάλαβε πως έφτανε στο φανταχτερό κόκκινο αρχοντικό τους. Ένα δυνατό τράνταγμα άλλαξε την πορεία του, γυαλιά γέμισαν την αγκαλιά του και το αυτοκίνητο στροβιλιζόταν σαν το φύλλο που το παίρνει ο άνεμος. Ξεκαρδίστηκε στα γέλια, σαν τη σβούρα που του έκανε ο πατέρας του όταν ήταν μικρός. Φώναζε “Κι άλλο! Κι άλλο!” ώσπου πέφτανε κι οι δυο ζαλισμένοι κάτω. Τι ευτυχισμένες στιγμές Θεέ μου! Το στροβίλισμα διακόπηκε απότομα, προσκρούοντας με φόρα στα κιγκλιδώματα κι ο Πάρης με κρότο έπεσε στην άσφαλτο δίπλα σε ένα άλλο σώμα. Ο έντονος πόνος στο κεφάλι έκοψε το γέλιο, τη χαρά και τη ζωή μια κι έξω.
Ήταν ένα δροσερό καλοκαιρινό απογευματάκι Σαββάτου, παιδικά γέλια ακουγόταν στο πάρκο, μανούλες στη σκιά πίνανε το καφεδάκι τους καμαρώνοντας τα βλαστάρια τους, κάποιες κυρίες ξετύλιγαν το ταλέντο τους στο τσιγκελάκι καθισμένες στη δροσιά του γρασιδιού, κάτι παλικαράδες παραδίπλα κλωτσοκοπανούσαν μια μπάλα ποδοσφαίρου, τα γερόντια στο καφενείο μαλώνανε για την πολιτική και την ακρίβεια του τόπου, όταν ένας εκκωφαντικός ήχος διέκοψε τη γαλήνη της στιγμής. Ουρλιαχτά απλώθηκαν παντού, άνθρωποι τρέχανε πάνω κάτω, φωνές καλούσαν σε βοήθεια, άλλοι κάνανε το σταυρό τους, κορναρίσματα, συναγερμοί και σειρήνες ακούστηκαν από κάπου μακριά…
Κατηφόριζε βιαστική η Μαρία να μην αργήσει στο αρχοντικό. Πίσω της έσερνε μια ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα, είχε προσέξει το μαύρο αυτοκίνητο να διαγράφει μια τρελή πορεία και με μεγάλη ταχύτητα να πλησιάζει επικίνδυνα προς τη χαμογελαστή κοπέλα που διέσχιζε το δρόμο φορτωμένη τσάντες. «Φύγε από το δρόμο τώρα! Φύγε γρήγορα! Εσύ με το λευκό φόρεμα!» τσίριζε η Μαρία με όλη τη δύναμη της φωνής της. Μάταια… Σε κλάσματα του δευτερολέπτου η κοπέλα βρέθηκε ξαπλωμένη στην άσφαλτο κι ύστερα μια λίμνη κόκκινη έπνιξε το λευκό του φορέματος, ανέβηκε γοργά στα μαύρα μαλλιά, στα όμορφα μπλε μάτια, στις πίτες και τα κουλουράκια που κουτρουβαλούσαν στο δρόμο. Ένα παγωμένο χέρι την άρπαξε και της έσφιξε δυνατά το λαιμό, πνιγόταν, με κόπο πήρε ανάσες και παραπατώντας έτρεξε προς το δυστύχημα να βοηθήσει όπως μπορούσε.
Αχ η Βασιλικούλα του Κωστή, όμορφη και ευτυχισμένη όλο το πρωί εκείνης της μέρας, κείτεται τώρα αιμόφυρτη και ακίνητη στο δρόμο κι ο μεθυσμένος Πάρης της Πέλο και του Επαμεινώνδα βρίσκεται δίπλα της με μπερδεμένα τα μέλη τους λες και κρατιούνται αγκαλιά, την κοιτάει στα μάτια με το άψυχο μπλε του βλέμμα, μα καμία ανταπόκριση κι από εκείνη. Ο Κωστής κλαίει και ουρλιάζει. Φωνάζει τη Βασιλική να σηκωθεί, χαϊδεύει τα μαύρα της μαλλιά πνιγμένα στο αίμα, παρακαλεί το Θεό να σώσει την αγάπη του, μια κοπέλα τον αγκαλιάζει σφιχτά, κλαίει μαζί του και του ψελλίζει διαρκώς να ηρεμήσει κι όλα θα πάνε καλά. Ο μπάρμπα Μήτσος κρατά μια μαραμένη ανθοδέσμη, τα μπλε και κίτρινα λουλούδια γείρανε προς το μέρος της Βασιλικής λες κι εκφράζανε τη λύπη τους, κοιτά με μάτια θολά το αίμα των κορμιών να τυλίγει τον Κωστή, το άλλοτε όμορφο πρόσωπο της Βασιλικής πληγωμένο βαθιά, το σώμα της αφύσικα ξαπλωμένο, την προσπάθεια να πάρει ανάσα, την όμορφη κοπέλα δίπλα του που τον κρατάει σφιχτά αγκαλιά. «Εγώ! Εγώ για τη θέση της!» διαρκώς ψιθυρίζει και τα δάκρυα ποτάμι αυλακώνουν τα γέρικα μάγουλα. Ο κόσμος γύρω τους τώρα έχει σωπάσει, κοιτάζει με βαθιά λύπη τους πρωταγωνιστές του συμβάντος, ένα σιγανό μουρμουρητό ανάμεσα στα βουβά κλάματα απλώνεται σιγά σιγά στην ομήγυρη εκφράζοντας όλοι την ίδια σκέψη. «Πόσο κρίμα! Πρέπει να είναι οικογένεια!». Το μουρμουρητό διακόπηκε, όταν ξαφνικά, μια φωνή στο βάθος φώναξε δυνατά «Τα παιδιά της Βέρας!», μα κανείς δεν άκουσε ή δεν κατάλαβε τι άκουσε.
Το ασθενοφόρο μετέφερε τα πληγωμένα σώματα στο νοσοκομείο, μέσα μπήκε κι ο Κωστής τραβώντας τη Μαρία, καθώς δεν της άφησε στιγμή το χέρι. «Μόνο συγγενείς παρακαλώ» φώναξε ο γιατρός. «Αδέλφια είμαστε» τραύλισε η Μαρία, μη ξέροντας τι άλλο να πει.
Στους γονείς του Πάρη ανακοινώθηκε ο θάνατός του σχεδόν αμέσως, όσο για τη Βασιλική οι μέρες περνούσαν δύσκολα, οι γιατροί δίνανε καθημερινά μάχες να την κρατήσουν ζωντανή, κανείς δεν τους μιλούσε, δεν ήξεραν τίποτα, μόνο σκυφτά κεφάλια, γρήγορα βήματα και “κάνετε υπομονή” κάθε φορά που ρωτούσαν. Ο Κωστής έλιωνε στην αίθουσα αναμονής μερόνυχτα μαζί με τον μπάρμπα Μήτσο και τη Μαρία, πηγαινοερχόταν κι αυτό το δόλιο κάθε μέρα στο νοσοκομείο, αφού δεν είχε πού να πάει, νιώθοντας τεράστια ανάγκη να βρίσκεται εκεί να τους στηρίζει και να τους φροντίζει σα να είναι δικοί της άνθρωποι. Πονούσε για τη Βασιλική, για τον Κωστή, πονούσε ακόμη και γι’ αυτόν που προξένησε το δυστύχημα κι ας έφταιγε, άδικα πήγε τόσο νέος με όλη τη ζωή μπροστά του.
Οι γιατροί τους μίλησαν μετά από πολλές μέρες και όσα τους είπαν ήταν μαχαίρι στην καρδιά. Η Βασιλική θα ζούσε, αλλά παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες, δεν κατάφεραν να σώσουν τα μάτια και τον πνεύμονά της, παρόλα αυτά είχαν να τους μεταφέρουν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα. Οι γονείς του Πάρη προσέφεραν τα όργανα του ως φόρο τιμής γι’ αυτό που προκάλεσε κι ως εκ θαύματος ο θύτης βρέθηκε συμβατός δότης. «Σας συμβουλεύω να δεχτείτε, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται. Οι επόμενες μέρες θα είναι ακόμη πιο δύσκολες, θα γίνουν αλλεπάλληλες επεμβάσεις και θα χρειαστούμε αρκετό αίμα, ωστόσο τίποτα δεν θα έχει τελειώσει ακόμη. Από εκεί και πέρα, πρέπει να περιμένουμε να δούμε αν ο οργανισμός της κρατήσει τα νέα μοσχεύματα. Εμείς θα κάνουμε οτιδήποτε περνάει από το ανθρώπινο χέρι, ελπίζουμε και ο Θεός να βάλει το δικό του» ήταν τα τελευταία λόγια του γιατρού κι έφυγε.
Τη Βασιλική δεν τους άφησαν να τη δούνε, μια στιγμή μόνο, όταν το φορείο πέρασε από δίπλα τους για το χειρουργείο, γλίστρησε το χέρι της και πρόλαβε ο Κωστής να αγγίξει το παγωμένο χέρι για λίγα δευτερόλεπτα.
Οι γονείς του Πάρη επιθυμούσαν να βρίσκονται εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια των επεμβάσεων, η Πέλο ζητούσε συγνώμη κλαίγοντας για τα όσα προκάλεσε ο γιός της και ο Επαμεινώνδας δειλά έκατσε δίπλα στον μπάρμπα Μήτσο με σκυμμένο το κεφάλι. Στις ατέλειωτες ώρες αναμονής στην ησυχία του νοσοκομείου, ο Επαμεινώνδας άρχισε να διηγείται την ιστορία του Πάρη. «Ο Πάρης δεν είναι πραγματικός μας γιος. Μια δύσμοιρη μισότρελη που γυρνούσε στους δρόμους ήταν η μάνα του. Θυμάμαι Βέρα την ελέγανε».
Κι ο Κωστής θυμήθηκε…
Magic Garden
ΤΕΛΟΣ
