Το Χάος Μέσα Μας – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Άρης

Δεν μπορώ να πω πως είχα ποτέ κάποιον εγωισμό, όμως είχα τον τρόπο μου σε όσα ήθελα να διεκδικήσω. Το μάθημά μου το πήρα πάντως. Μερικές φορές μέχρι και οι Θεοί χάνουν. Ξύπνησα και κοιτούσα τα κεραμίδια του μικρού δωματίου. Πίσω από το σπίτι μας υπήρχε μία παλιά αποθήκη που αποφάσισα να την κάνω έναν ξεχωριστό χώρο, μιας και ήθελα τον δικό μου ιδιωτικό χώρο. Μου άρεσε η ησυχία και η μοναξιά και για αυτό είχα προσαρμοστεί γρήγορα στο χωριό.

Το δωμάτιο δεν ήταν πάνω από είκοσι τετραγωνικά και είχα τα απολύτως απαραίτητα. Σίγουρα δεν έμοιαζε με το πολυτελές δωμάτιο που βρέθηκα χθες βράδυ. Θα έλεγα στην Ελίνα αν ήθελα να ερχόταν εδώ, αλλά πρώτον η συνάντηση μας τελείωσε άδοξα και δεύτερον δεν θα ήθελα να νιώσει λύπηση βλέποντας πού μένω αν και ποτέ δεν μου είχε δώσει την εντύπωση πως αυτά την ενδιαφέρουν.

Το τηλέφωνό μου δόνησε μανιωδώς όσο σκεφτόμουν τα χθεσινοβραδινά γεγονότα και μου έκανε εντύπωση μιας και ήταν μόλις οχτώ το πρωί του Σαββάτου. Ήταν ο Στέλιος, ένας φίλος και συμπαίκτης μου που ήμασταν στην ίδια ομάδα ποδοσφαίρου όπου συνήθιζα να παίζω.
«Στον ύπνο σου με έβλεπες;» μπήκα κατευθείαν στο θέμα.
«Δάμνα! Σώσε μας!» τον άκουσα ταραγμένο.
«Τι έγινε;» ξεσηκώθηκα μέσα από τα σκεπάσματα ώσπου να καταλάβω τι γίνεται.
«Ο Λευτέρης, ο βλάκας, σηκώθηκε να έρθει στην προπόνηση πρωί πρωί και έσπασε το πόδι του λίγο πριν έρθει. Στον δρόμο! Παραπάτησε! Αν έχεις τον Θεό σου!» ακουγόταν έξαλλος από την άλλη γραμμή και καταλάβαινα πως πράγματι είχαν πρόβλημα. «Χρειαζόμαστε κάποιον στην θέση του» είπε και ήξερα πολύ καλά που το πήγαινε. «Θα βοηθήσεις;» ρωτάει, αφού ξέρω πως αύριο το πρωί είναι ο αγώνας και χρειάζονται επειγόντως αντικαταστάτη.
«Έρχομαι» ξεφύσησα και έκλεισα την γραμμή.

Ξεφύσησα όχι γιατί βαρυγκωμούσα για να πάω. Τουναντίον! Το ποδόσφαιρο γέμιζε την ψυχή μου, το είναι μου, με έκανε έναν πιο ακέραιο άνθρωπο μέσω της ομαδικότητας και των φιλιών που είχα χτίσει μέσω αυτού. Έχοντας όμως παρατήσει το παιχνίδι εδώ και καιρό και έχοντας φύγει από αυτή την ομάδα, το να γυρίσω έστω και για λίγο θα μου βάλει σκέψεις. Σκέψεις που δεν θα καταφέρω να υλοποιήσω. Είχα πολλές προσδοκίες κάποτε από αυτό. Το γεγονός ότι δεν ήμουν καλός μαθητής, αφού με το ζόρι περνούσα τις τάξεις και το γεγονός ότι η οικογένειά μου χρειαζόταν μία επιπλέον βοήθεια, όλα αυτά με έστειλαν στην αγροτική εργασία που είχε επιπλέον χρήματα από κάθε άλλη, μιας και μεγάλος ποδοσφαιριστής μπορούσα να γίνω μόνο στο μυαλό μου. Είχα προσπαθήσει και σε άλλες δουλειές εντός της Αθήνας, όμως σαν ανήλικος η εκμετάλλευση ήταν μεγάλη. Δουλεύεις για εξάωρα και πληρώνεσαι τετράωρα. Όσον για την ασφάλιση, είναι κάτι που τους φαίνεται αστείο.

Μελαγχολία και χαρά που έπρεπε να φτιάξω αυτόν τον σάκο που κάποτε ήταν γεμάτος με όνειρα και θέληση. Προτού πάρω τον δρόμο για το γήπεδο, μπήκα μέσα στο σπίτι, ώστε να δώσω ένα μεγάλο φιλί στην Ιφιγένεια που έκανε μάθημα με την δασκάλα της. Τις χαιρέτησα στα γρήγορα και έφυγα. Ήθελα να μάθω περισσότερα για το σχολείο που πήγαινε η μικρή, αλλά δεν ήταν ώρα. Το μόνο που ήξερα ήταν πως φοιτούσε στο ίδιο σχολείο με τα δίδυμα Παυλίδου και μερικά άλλα γελοία υποκείμενα.

Έφτασα στο γήπεδο το γρηγορότερο δυνατό, τρέχοντας αμέσως στα αποδυτήρια. Όλη η ομάδα με υποδέχτηκε και με αγκάλιασε και ο προπονητής δεν σταμάτησε να πετάει υπονοούμενα, λέγοντας για το πόσο πολύ πρέπει να επιστρέψω στην ομάδα αν και γνώριζε την κατάσταση. Θα επέμενε περισσότερο, αλλά δυστυχώς σε μία ομάδα τόσο μικρή σαν και αυτή που ίσα ίσα βγάζει τα έξοδα της, είναι αδύνατον να προσφέρει κάτι στους παίχτες της. Μετά βίας είχαμε κάνει την εμφάνιση μας στην γ’ εθνική από το μηδέν. Η προπόνηση ήταν πολύωρη, καθώς αύριο θα παίζαμε με ομάδα που ήταν αρκετά ανώτερη από εμάς.

Η θέση του κεντρικού αμυντικού μου ανήκε για ακόμη μία φορά. Στόχος μου δεν ήταν ποτέ να πασάρω την μπάλα σε μία ασφαλή περιοχή για σιγουριά, στόχος μου ήταν να κινούμαι έτσι με σκοπό το γκολ. Με σκοπό την νίκη της ομάδας μου, που ευτυχώς η χημεία μας ήταν αρκετά καλή παρά τις ρήξεις που μπορεί να είχαμε ορισμένες φορές.
Πράγματι ως τέλος του παιχνιδιού τα είχαμε πάει εξαιρετικά. Έκανα καλά που το καλοκαίρι και όλον αυτό τον καιρό κλωτσούσα μία μπάλα, ακόμα και αν αυτό συνέβαινε σε ένα παρακμιακό γήπεδο ενός ξεχασμένου χωριού. Να που βρέθηκα ξανά στο γρασίδι. Οξύμωρο να γυρνάς σε ό,τι αγαπάς και να πρέπει βίαια να το αφήσεις.

Μετά το τέλος του αγώνα, πρώτη προτεραιότητα είναι η καλή τροφή και η ξεκούραση. Μέσα σε όλα αυτά για άλλη μία φορά γύριζε και το όνομά της. Τι να έκανε, άραγε;

Όταν τελείωσα με το μπάνιο μου και έβαλα ένα καθαρό ζευγάρι φόρμες, μπήκα στο πατρικό μου. Αργά το απόγευμα ήμασταν όλοι μαζεμένοι. Προσπάθησα να περάσω χρόνο με την Ιφιγένεια, αλλά δεν μου ανοιγόταν όπως παλιά. Δεν ήθελε να φύγω, μα δεν γινόταν και αλλιώς. Κάποιος έπρεπε να έχει ένα καλύτερο μέλλον σε αυτήν την οικογένεια.
Είπα σε όλους για τον αγώνα αύριο και περιχαρής όλοι τους θα ερχόταν να μου κάνουν κερκίδα. Η θέλησή μου να επικοινωνήσω με την Ελίνα ήταν μεγάλη, παρόλα αυτά είχα αλλάξει αριθμό τηλεφώνου. Ήμουν τόσο άτυχος, που προτού φύγω από την Αθήνα κάποιος μου έκλεψε το κινητό, το όποιο μάλιστα δεν άξιζε και τίποτα. Μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είχαμε ανταλλάξει και δεν ήμουν από τους νέους που θα ασχοληθούν με αυτά με τις ώρες. Ξεφύσησα δυνατά και πλησίασα το παράθυρο του σπιτιού. Σκοτείνιαζε και το μόνο φως ερχόταν από τα φώτα του δρόμου και τα στολισμένα σπίτια που ομόρφαιναν την γειτονιά, δίνοντας μία νότα ευθυμία βάζοντας μας σε εορταστική διάθεση. Ή καπιταλιστική. Όπως το βλέπει ο καθένας.

Μία φιγούρα σερνόταν χάμω, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πλησίασα περισσότερο στο τζάκι και βεβαιώθηκα πως έβλεπα καλά.
«Βγαίνω λίγο έξω» φώναξα στους δικούς μου που κάθονταν μαζεμένοι στην κουζίνα.

Από την βιασύνη μου δεν πήρα καν μπουφάν, αν και το κρύο δεν ήταν τόσο έντονο όσο χθες. Τα αγκομαχητά του ανθρώπου που σερνόταν απέναντί μου ακούγονταν ξεκάθαρα.
«Ιάσωνα;» βρέθηκα προς έκπληξη όταν έφτασα δίπλα του.
«Άρη;» η δική του έκπληξη χάθηκε μέσα στον πόνο.

Ήταν αιμόφυρτος. Το αίμα έτρεχε από την μύτη του και ήταν εμφανώς χτυπημένος.
«Τι έγινε; Τι σου συνέβη;» έπεσα αμέσως στα γόνατα προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβη. Έβγαλα το κινητό μου για να καλέσω ένα ασθενοφόρο. «Καλώ ασθενοφόρο»
«Όχι! Όχι! Θα έχω πρόβλημα!» είπε με όση δύναμη είχε.
«Τι θες να κάνω ρε Ιάσωνα;»
«Την Ελίνα! Κάλεσε την Ελίνα! Είναι σπίτι. Μόνη»
Τον βοήθησα όπως και όπως να σηκωθεί περνώντας το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου. Η διαδρομή που θα διανύαμε σε δευτερόλεπτα, μας πήρε δύο ολόκληρα λεπτά.
Επιτέλους, ήμασταν πολύ κοντά. Τόσο κοντά που χτύπησα το ρημάδι το κουδούνι.

Ελίνα

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να λείπουν οι γονείς μου από το σπίτι. Είχαν κανονίσει να περάσουν την μέρα στο εξοχικό, στον Παρνασσό και ξέμειναν εκεί. Αν αυτό δεν είναι ευτυχία, τότε τι είναι;

Αράζω στον καναπέ με μία κούπα τσάι και χαζεύοντας άσκοπα την τηλεόραση. Όπου να ‘ναι θα ερχόταν και ο Ιάσωνας που τον περίμενα ανυπόμονα να κάνουμε κάτι παρέα. Είναι ο μόνος που με καταλαβαίνει. Ωστόσο, ο Άρης δεν έχει βγει από το μυαλό μου. Είναι εκεί να μου κάνει την παρουσία του αισθητή. Από την μία να παρακαλάω να γυρίσει στο χωριό να τον ξεχάσω και από την άλλη να θέλω να τον βλέπω κάθε μέρα.

Το κουδούνι με έκανε να πεταχτώ πάνω. Κάθε φορά τα ίδια!
«Και σου έχω πει ρε Ιάσωνα! Μην ξεχνάς τα κλειδιά!» άνοιξα την πόρτα επιτόπου και ο τρόμος με κατέκλεισε.
«Ιάσωνα; Ιάσωνά μου! Τι έγινε;» κοιτούσα μία εκείνον μία τον Άρη.
«Τον βρήκα έτσι στο πεζοδρόμιο. Δεν μου λέει τι έχει συμβεί και ούτε θέλει να τον πάμε νοσοκομείο»

Έκανα αμέσως χώρο να τον ξαπλώσουμε στον καναπέ. Ο Άρης ήξερε τι να κάνει. Χάθηκε αμέσως στην κουζίνα να φέρει πάγο και νερό. Εγώ έμεινα με τον Ιάσωνα. Σήκωσα την μπλούζα του και μία μελανιά έγραφε στα πλευρά του.
«Ποιος;» τον ρώτησα αμέσως.

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του και πρώτη φορά έβλεπα τον αδελφό μου έτσι. Όποιος το έκανε, ήθελα να το πληρώσει ακριβά. Με το ίδιο νόμισμα.
«Ξέρεις…» ψιθύρισε.

Ναι, ήξερα. Η γνωστή παρέα. Η τρία φωτιά του κολεγίου. Είχαν τους στόχους τους. Κάποτε εμένα, μετά τον Ιάσωνα, τώρα την Ιφιγένεια. Και πολλοί άλλοι αδύναμοι και διαφορετικοί που δεν ήμασταν αρκετά φυσιολογικοί για τα δεδομένα των τραμπούκων.
«Με είδαν που ήμουν με τον Φαίδων» είπε με νόημα και αμέσως κατάλαβα.
«Τα γουρούνια! Τα κτήνη!»

Ο Άρης έκανε γρήγορα την εμφάνισή του, βοηθώντας με με τον πάγο στις πληγές. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε και σύντομα με την βοήθεια των παυσίπονων ένιωσε καλύτερα. Μόνο η μύτη του ήταν πρησμένη. Τα σημάδια στο σώμα του θα έπαιρναν εβδομάδες για να φύγουν. Είχα σκοπό να τον πείσω να πάμε τουλάχιστον σε έναν γιατρό ιδιωτικά. Να κάνουμε κάτι αν δεν βελτιωνόταν.

Η μέρα είχε αλλάξει και είχαμε μείνει όλοι μαζί, ενωμένοι στο καθιστικό να προσέχουμε τον Ιάσωνα. Αχ βρε, Ιάσωνα! Πόσο μίσος έχουν κάποιοι για κάτι που τυχαία δεν είναι. Δεν θα καταλάβω ποτέ πως κάποιοι μεγαλώνουν με φαρμάκι τα παιδιά τους. Αναρωτιόμουν αν ο Άρης είχε ιδέα τι εκφοβισμό έτρωγε η Ιφιγένεια. Την υπερασπιζόμουν πάντα, γιατί αυτό έκανε ο Άρης κάποτε με έμενα. Δεν το έκανα γιατί του το χρωστούσα, αλλά γιατί ήθελα να έχω την συνείδησή μου καθαρή όταν κοιμάμαι τα βράδια. Εγώ την γλίτωνα με μερικά σημειώματα στο ντουλάπι μου, που είχαν τα γνωστά μηνύματα μέσα «Φάλαινα», «Χοντρή Άριελ», «Ντόνατς» και να φανταστεί κανείς πως πια δεν είχε μείνει λίπος πάνω μου. Μόνο χαλαρό δέρμα που έφτιαχνε με τον καιρό λόγω ηλικίας.

«Άρη, σε ευχαριστώ» τον κοίταξα όταν πια ο αδελφός μου είχε αποκοιμηθεί.
«Ο ένας για τον άλλον, θυμάσαι;» μού χαμογέλασε.

Φυσικά… κάθε φορά που γινόταν ο ήρωάς μου, αυτό μου έλεγε. Ο κόσμος χρειάζεται περισσότερους Άρηδες.

«Πώς να ξεχάσω;» το βλέμμα μου έπεσε στα πλεγμένα μου δάχτυλα. Ένιωσα πως θα βουρκώσω. Τόσο συναισθήματα μαζεμένα πίεζαν το στήθος μου.
«Θες να φύγω;» ρώτησε δειλά.
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου αμέσως.
«Όχι. Μου κάνει καλό που είσαι εδώ»

Καθόταν ακριβώς απέναντί μου. Ήμασταν και οι δύο οκλαδόν καθιστοί στο μεγάλο χαλί. Είχαμε αφήσει τον αναπαυτικό καναπέ για το πονεμένο σώμα του Ιάσωνα.
«Αύριο έχω αγώνα» χαμογέλασε πλατιά και δεν πίστευα σε αυτό που έλεγε.
Μου μετέδωσε το χαμόγελό του.
«Πώς προέκυψε;»
«Ένας συμπαίκτης μου τραυματίστηκε και θεώρησαν πως μπορώ να τον αναπληρώσω. Ξέρεις πώς είναι… Μικρή ομάδα. Λίγοι παίχτες. Ήθελα πολύ να σου πω να έρθεις, αλλά δεν ήξερα πώς να βρω την ευκαιρία. Άσε που με κατσάδιασες χθες βράδυ…» είπε αστεία, αλλά το εννοούσε, γιατί ήταν αλήθεια.
Ήμουν άδικη και σκληρή μαζί του. Δεν έπρεπε. Ήθελα μονάχα να προφυλάξω τον εαυτό μου.
«Λοιπόν, θα έρθω» δεν μπορούσα να αντισταθώ σε μία τέτοια πρόσκληση. «Και θα έπρεπε ήδη να ήσουν στο κρεβάτι σου. Χρειάζεσαι ξεκούραση» τον μάλωσα, αλλά ήμουν ευγνώμων για την βοήθειά του.
«Θα φύγω τώρα» σηκώθηκε δίνοντας μου το χέρι του, ώστε να σηκωθώ και εγώ.

Το ανάστημά του με καθήλωνε. Ο ίδιος με καθήλωνε και ευχόμουν να είχα την ευκαιρία να τον χαζέψω για περισσότερο. Στο λεξικό, αν ψάξετε την λέξη τελειότητα, δίπλα υπάρχει το όνομά του. Και όχι για αυτά που είναι, αλλά για όλα αυτά που προσπαθεί να είναι. Καλός, ευγενικός, καθόλου επικριτικός με τους άλλους. Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να λέει κακή κουβέντα για κανέναν. Βοηθάει πάντοτε. Φιλότιμος, εργατικός. Αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά για έναν δεκαοχτάχρονο που παλεύει μόνος του, τότε τι; Οι καθημερινοί ήρωες είναι ανάμεσά μας. Στο μετρό, σερβιτόροι, γιατροί, μετανάστες… Μπορείς να βγεις ευγενικά πρόσωπα πίσω από κάθε προσωπείο.

Άνοιξα την πόρτα έτοιμη να τον αποχωριστώ. Άλλο ένα βράδυ που θα παρακαλούσα να έρθει στα όνειρά μου για να πραγματοποιήσει τις πιο κρυφές μου επιθυμίες.
«Όσα ευχαριστώ και να πω, δεν φτάνουν» είπα όσο κοντοστεκόμουν στην πόρτα.

Η μεγάλη του αγκαλιά άνοιξε και χώθηκα μέσα του εισπνέοντας βαθιά το άρωμά του. Ευχήθηκα να μείνει στα ρούχα μου, ώστε να μπορώ να τον μυρίζω μέχρι αύριο. Ήθελα ήδη να ξημερώσει για να απολαύσω την θέα, όταν θα τρέχει στο γήπεδο.
«Είπαμε… Ο ένας για τον άλλον» ψιθυρίζει δίπλα στο αυτί μου και ξέρω πως ποτέ δεν θα μπορέσω να ανταποδώσω την γενναιότητά του.

Ο Άρης έχει τον ρόλο του ανθρώπου που είναι πάντοτε δίπλα για τους άλλους. Για εκείνον δεν υπάρχει κάποιος, μιας και ο ρόλος ολόκληρος είναι στις πλάτες του.

Όταν αποτραβιέμαι από την αγκαλιά του που κράτησε λεπτά ολόκληρα, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν λες και ήταν οι ψυχές μας.
Τα επιδέξια δάχτυλά του πέρασαν ξυστά πάνω από το κούτελο μου, κάνοντας στην άκρη μία κόκκινη τούφα από τα μαλλιά μου. Ξεροκατάπια, αν και η κίνηση αυτή δεν είχε τίποτα το περίεργο. Κοιτούσε τα χείλη μου και έκανα και εγώ το ίδιο. Μόνο που εγώ είχα φανταστεί πολλές φορές να τα φιλάω αυτά τα χείλη. Φαίνονταν ζουμερά σαν ένα καλοκαιρινό φρούτο. Μείναμε ακίνητοι. Το στόμα μου ξεράθηκε και τα χείλη μου ξεκόλλησαν μεταξύ τους, βγάζοντας μερικά συννεφάκια πάχνης από το κρύο. Πολύ απαλά, με απόλυτη τρυφερότητα, τα χείλη του ήρθαν και άγγιξαν τα δικά μου. Μόνο δύο ζευγάρια χείλη. Χωρίς αγγίγματα. Χωρίς περιττές κινήσεις. Ήδη αυτό για εμένα ήταν πολύ. Η καρδιά χόρευε ξέφρενα, λες και ήταν έτοιμη να εκραγεί. Δεν είχε ιδέα η καρδιά μου από τέτοιες χημικές αντιδράσεις. Δεν έχει σημασία πόσες φορές έχεις φαντασιωθεί κάτι μέχρι να συμβεί. Και εγώ πίστευα πως ζούσα το όνειρο ξανά.
Απομακρύνθηκε αργά από κοντά μου. Το χαμόγελό του ήταν εκεί. Και το δικό μου το ίδιο. Μόνο χαρούμενη μπορούσα να νιώθω μετά από κάτι τέτοιο.
«Καληνύχτα» είπε σιγανά, λες και ούτε η φύση δεν έπρεπε να το ακούσει αυτό. Λες και αν δεν έμενε μεταξύ μας, κάτι κακό θα συνέβαινε.
«Καληνύχτα, Άρη μου» αυτό το μου το είπα τόσο σιγανά, που όχι η φύση, αλλά ούτε εκείνος δεν το άκουσε.

Άρης

Κάποιες μέρες είναι λες και τα άστρα συνωμοτούν για χάρη σου. Και απορείς για το τι ιδιαίτερο ή ξεχωριστό έχεις για να αξίζεις κάτι τέτοιο. Κάτι καλό. Κάτι όμορφο. Κάτι εύκολο, όταν κάθε στιγμή της ζωής σου έπρεπε να πασχίσεις για να αποκτήσεις το οτιδήποτε.

Η οικογένεια και οι δικοί σου, είναι η καλύτερη κερκίδα που μπορεί να έχει κανείς. Υποστηρίζουν και κραυγάζουν τόσο δυνατά, που αν αποτύχεις, νιώθεις βλάκας. Για κάποιο λόγο, εκείνη την ημέρα η αποτυχία είχε ξεγραφτεί από την μοίρα μου. Ήταν γραφτό να βάλω γκολ στην ζωή. Ή σχεδόν γκολ…

Το άγχος είχε κυριεύσει ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου, αλλά όχι τόσο ώστε να μην σκέφτομαι καθαρά. Η Ελίνα ήταν εκεί, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί. Αναρωτιόμουν για την κατάσταση του Ιάσωνα, όμως δεν τηλεφώνησα εκείνο το πρωί. Ήταν πολύ νωρίς και κατά πάσα πιθανότητα κοιμόντουσαν. Όμως να την, με σάρκα και οστά! Με το χαμόγελό της και τα κόκκινα μαλλιά της να μοιάζουν σαν φωτοστέφανο γύρω από το πρόσωπό της. Σαν μια λάμψη φωτιάς να ακτινοβολούσε. Σαν τον προσωπικό μου άγγελο να στεκόταν σε αυτή την ρημαγμένη κερκίδα φωνάζοντας το όνομά μου στα κρίσιμα σημεία του αγώνα.

Η αγωνία ήταν στη κορυφή όταν πια είχαμε φτάσει στο τελευταίο ημίχρονο. Το αποτέλεσμα ως εκείνη την στιγμή ήταν μια ισοπαλία 2-2 και ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι με αυτό, μιας και ξέραμε ότι η ομάδα απέναντί μας υπερτερούσε της δικής μας. Τα επόμενα δευτερόλεπτα ήταν εκείνα τα καθοριστικά. Ενώ ο ρόλος μου είναι να είμαι συγκεντρωμένος και να μην παίρνω παρορμητικές αποφάσεις, εκείνη την στιγμή το μόνο που σκέφτηκα ήταν να πάρω την μπάλα πάνω μου. Θα μπορούσαμε άνετα να είχαμε κάνει ομαδική δουλειά, μεταφέροντάς την σε κάποιον συμπαίχτη μου, αλλά αν όλες οι κινήσεις που σκεφτόμουν συνέβαιναν με ακρίβεια χιλιοστού, θα είχαμε άλλο ένα γκολ. Και συνέβησαν με την ακρίβεια αυτή, σαν ένα καλοκουρδισμένο σχέδιο, με το αποτέλεσμα να είναι το ποθητό. Είχαμε ένα γκολ! Άλλο ένα γκολ!

Ένιωσα να ζούσα μια σκηνή σουρεάλ. Ποτέ άλλοτε δεν είχα ξανακούσει το όνομά μου σε τέτοια ένταση και με τέτοιο χειροκρότημα. Οι συμπαίχτες μου έτρεξαν κυριολεκτικά πάνω μου, παρασέρνοντάς μας στο γρασίδι. Πανηγυρίζαμε λες και γινόταν γιορτή, ενώ απλά είχαμε μια νίκη που ήταν μη αναμενόμενη. Δεν το λες και λίγο!

Όταν μπόρεσα πια να ξεφύγω από τους συμπαίχτες μου, ήξερα προς τα πού να κοιτάξω. Η Ελίνα ήταν ακόμη εκεί. Με σφιγμένες τις χούφτες κοντά στο πρόσωπό της, δείχνοντας ποσό μεγάλος ήταν ο ενθουσιασμός της. Ευτυχώς, που όταν φοβόμαστε να χαρούμε και να αφεθούμε, υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που το δείχνουν σαν να πίστευαν πάντοτε σε εμάς. Εύχομαι να βρείτε έναν τέτοιο άνθρωπο να σας κοιτάει έτσι σε νίκες και αποτυχίες. Γιατί ως τότε οι αποτυχίες ήταν περισσότερες, αλλά ο θαυμασμός πάντοτε εκεί.

Στο τέλος του παιχνιδιού και αφού το γήπεδο άδειαζε σιγά σιγά, ο προπονητής της ομάδας με κάλεσε κοντά του. Ένας κύριος στεκόταν δίπλα του γύρω στα σαράντα, με μαύρα ρούχα και γυαλιά ηλίου παρά την ελλιπής ηλιοφάνεια. Κάτι μου θύμιζε, αλλά δεν ήμουν σίγουρος τι.
«Άρη, αγόρι μου, να σου γνωρίσω κάποιον» προσφώνησε με χαρά ο προπονητής μου. «Ο κύριος Βέρνης ήθελε να σε γνωρίσει και από κοντά».

Μόνο στο άκουσμα του ονόματος αυτού, ήξερα για ποιον μιλούσαμε! Βέρνης: ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του αγγλικού ποδοσφαίρου. Οι ομάδες τον αγόραζαν για πολλά εκατομμύρια και τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως μάνατζερ και προπονητής νέων ταλέντων. Δύσκολο να τον γνωρίσεις και ακόμα δυσκολότερο να σε ξεχωρίσει.
«Γεια σου, Άρη» μου έδωσε το χέρι του και για πρώτη φορά ανατρίχιασα σε έναν τέτοιο χαιρετισμό. Λες και ακούμπησα την σωτηρία μου.
«Γεια σας! Χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω! Είναι τιμή μου και που βρεθήκατε εδώ!»
«Με τον Βέρνη είμαστε φίλοι από παιδιά. Ήρθε Ελλάδα μερικές μέρες μέχρι να γυρίσει πάλι Αγγλία στην ομάδα που προπονεί και το βρήκα καλή ευκαιρία να έρθει ως εδώ» είπε ο προπονητής μου.
«Αναρωτιόμουν…» ξεκίνησε να λέει ο Βέρνης και δεν μπορούσα παρά να τον παρακολουθήσω με προσοχή, «Ποια είναι τα σχέδιά σου τα επόμενα χρόνια. Σίγουρα πρέπει να περιλαμβάνουν το ποδόσφαιρο μέσα σε αυτά».

Έριξα μια μάτια στον προπονητή μου μην πιστεύοντας στα αυτιά μου. Ο προπονητής μου μου έκανε ένα νεύμα. Δεν ήμουν σίγουρος τι σήμαινε αυτό.
«Ξέρετε…» ξεκίνησα να λέω, «εγώ ήρθα μόνο για τις γιορτές εδώ. Μετά θα πρέπει να επιστρέψω στο χωριό. Όσο και αν αγαπώ το ποδόσφαιρο, όσο και αν είναι ο αθλητισμός η ζωή μου, το ζήτημα είναι βιοποριστικό» είπα απογοητευμένος.

«Και αν σου έλεγα πως σου δίνω μια ευκαιρία να έρθεις στην Αγγλία; Στην αρχή τα χρήματα δεν θα είναι κάτι το σπουδαίο, αλλά αναλαμβάνω εγώ την προπόνησή σου και είμαι σίγουρος πως σε λίγο καιρό η πορεία σου θα λάμψει. Το γνώριζα πως έλειπες από την ομάδα και είναι εντυπωσιακό αυτό που έκανες σήμερα, ενώ δεν έχεις συστηματική προπόνηση. Αυτή εδώ είναι η κάρτα μου» βγάζει από το μέσα μέρος του παλτού του μια κάρτα με τα στοιχεία του και μου την δίνει. Ήθελα να τρίψω τα μάτια μου από την έκπληξη. «Σε τρεις ημέρες φεύγω. Μετά τα Χριστούγεννα δηλαδή. Σου δίνω τρεις μέρες καιρό να αποφασίσεις. Με τον νέο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεσαι Αγγλία. Αυτές οι ευκαιρίες δεν δίνονται κάθε μέρα» χτύπησε φιλικά τον ώμο μου με την παλάμη του. Ο προπονητής μου και ο Βέρνης μού γύρισαν την πλάτη.

Ένιωσα σαν να βρέθηκα μπροστά από έναν χρησμό. Έπρεπε να πάρω απόφαση ανάμεσα σε κάτι που είχα σίγουρο, ώστε να μην κρεμάσω την οικογένειά μου και είχα ακριβώς δίπλα το όνειρό μου. Τα όνειρα δεν θυσιάζονται γαμώτο, όταν σου δίνεται μια ευκαιρία σε αυτά! Αν τα κατάφερνα, όλα θα ήταν καλύτερα. Η μάνα μου δεν θα καθάριζε ξενοδοχεία, ο πατέρας μου θα ξεκουραζόταν πια, η Ιφιγένεια θα είχε μια ζωή με όσα της άξιζαν και εγώ… εγώ θα ένιωθα τόσο σημαντικός που μέσα στο χάλασμα βρήκα κάπου να ξαποστάσω.

Ελίνα

Έφυγα από το γήπεδο τόσο χαρούμενη, σαν κάτι καλό να μου είχε συμβεί. Δεν ξέρω πολλά από ποδόσφαιρο, αλλά ο Άρης διέπρεψε! Τι κρίμα να μην είναι εκεί που ανήκει! Τι κρίμα να μην ακολουθεί τον δρόμο του! Σάμπως θα ακολουθούσα εγώ τον δικό μου;

Ξεχύθηκα στην αγορά για ψώνια, η οποία ασφυκτιούσε από το πλήθος λόγω του εορταστικού ωραρίου. Δεν ήθελα τίποτα για εμένα. Χρειαζόμουν να αγοράσω δώρο για τον Άρη. Χρειαζόταν ένα ζευγάρι καλά παπούτσια ποδοσφαίρου. Δεν μου άρεσε που είχε αυτά τα παλιά και ξεφτισμένα παπούτσια. Του αξίζουν τα καλύτερα και δεν τα είχε. Και δεν μιλάω απλώς για ένα ζευγάρι παπούτσια. Μιλάω για περισσότερα.

Του αγόρασα ένα από αυτά που διαφήμιζε ένας μεγάλος ποδοσφαιριστής και θεωρούνταν τα καλύτερα του είδους του. Το κόστος δεν είχε καμία σημασία. Σημασία είχε πως θα τα λάτρευε.

Γυρνώντας σπίτι, η μεγαλύτερη μου αγωνία ήταν να δω πως ήταν ο Ιάσωνάς μου. Οι γονείς μου γύρισαν νωρίς το πρωί, αλλά ο Ιάσωνας κοιμόταν, όποτε δεν τον είχαν δει ακόμα. Δεν νομίζω πως θα έμεναν και για πολύ στο σπίτι, μιας και το βράδυ θα έφευγαν για να κάνουν Χριστούγεννα στην Βενετία με τους αχώνευτους φίλους τους. Εννοείται πως δεν τους καιγόταν καρφάκι για εμάς. Μεγάλα παιδιά είμαστε, ας κάνουμε ό,τι θέλουμε. Φυσικά και πρότειναν να πάμε μαζί τους, αλλά εμείς αρνηθήκαμε και αυτοί δεν επέμειναν. Άλλα παιδιά θα πέθαιναν για τέτοιο ταξίδι, αλλά δεν έχουν για γονείς τους δικούς μας.

Φτάνοντας σπίτι, όρμισα αμέσως στο δωμάτιο του Ιάσωνα. Τον πέτυχα να σχεδιάζει στο μπλοκ του. Ο Ιάσωνας πάντα αγαπούσε να σχεδιάζει ρούχα. Άλλο ένα μυστικό του. Πόσα μυστικά να κρατάει ένας άνθρωπος από ντροπή, μόνο και μόνο για να μην κριθεί από κάτι που δεν διάλεξε να είναι;
«Έλα να μου πεις αν σου αρέσει αυτό…» μου έδειξε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα κεντημένο με δαντέλα.
«Άλλο ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα!»
«Το εννοείς;» Έλαμψαν τα μάτια του.

Έγνεψα με χαμόγελο. Το εννοούσα.
«Χώρισα με τον Φαίδων» έσκυψε το κεφάλι του και χάθηκε το λαμπερό βλέμμα του.
«Λυπάμαι. Ιάσωνα, δεν σου άξιζε. Φοβόταν και την σκιά του»
«Γιατί εμείς τι κάνουμε ρε Ελίνα; Μια ζωή τρέχουμε από τους νταήδες. Μια ζωή μην μας κοροϊδέψουν, μην φάμε ξύλο, μην μας εκβιάσουν» είπε με οργή. «Κουράστηκα να φοβάμαι. Μας είδαν χθες οι μαλάκες να φιλιόμαστε πιο κάτω στο πάρκο και μας όρμησαν. Νόμιζα πως κανείς δεν έβλεπε, αλλά ήταν αυτοί εκεί. Άρχισαν αμέσως να μας χαρακτηρίζουν. Ήταν τρεις και εμείς δυο. Είπα στον Φαίδων να τρέξει. Δεν το έκανε. Και τους χώθηκα. Έγινε φασαρία. Εν τέλη, φτάνοντας τρέχοντας ως εδώ, με έφτασαν. Τρεις και εγώ ένας. Και όλα αυτά, γιατί; Για ένα φιλί. Έχω κουραστεί να δείχνω σε όλους ότι είμαι άντρας, έχω κουραστεί να φοβάμαι να ερωτευτώ. Κάθε μέρα εκεί έξω τόσοι κάνουν τόσα εγκλήματα και κανείς δεν τους πειράζει και πειράζουν εμένα επειδή φίλησα κάποιον που ερωτεύτηκα» έμπηξε στα κλάματα.

Ο Ιάσωνας πάντοτε έμοιαζε άντρας. Λες και οι άντρες μοιάζουν κάπως. Ξέρετε… μούσκουλα, αρρενωποί, αθλητικοί, ωραίοι. Και όλα αυτά τα είχε ο Ιάσωνας, οπότε κανείς δεν είχε υποψιαστεί πως ίσως και να είναι γκέι. Κάνοντας όμως παρέα με τον Φαίδων, που με βάση των προτύπων δεν είναι και τόσο άντρας, τα στόματα άρχισαν να μιλάνε κι έτσι δεν τους άφησαν σε ησυχία.

Κάτσαμε αγκαλιά για ώρα, μπας και θεράπευα τον πόνο του. Είχε έναν πόνο στην ψυχή και έναν στον σώμα. Το καλό ήταν πως ο πόνος στο σώμα θα περνούσε, όχι όμως και εκείνος στην ψυχή.

Αργά το βράδυ, πήρα απόφαση να επισκεφτώ το σπίτι του Άρη. Έπρεπε να του δώσω το δώρο του. Περίμενα μήπως και εμφανιζόταν, αλλά μάταιο. Πρώτη φορά πρόσεξα τόσο την εμφάνισή μου για μια απλή επίσκεψη.
Δεν φοβήθηκα να βάλω το κολλητό μου μαύρο τζιν, ούτε την κολλητή μαύρη μπλούζα. Κρατούσα το μαύρο χρώμα, μιας και λένε πως σε αδυνατίζει.

Πέρασα τον σκοτεινό δρόμο φτάνοντας ως την αυλή τους. Ήξερα πως ο Άρης είχε τον δικό του χώρο πίσω από το σπίτι τους, οπότε κατευθύνθηκα αμέσως προς τα εκεί. Για καλή μου τύχη είχε φως.

Χτύπησα την ξύλινη πόρτα διακριτικά και αμέσως άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα να γυρίζουν.
«Ελίνα!» ανοιγόκλεισε τα μάτια του έκπληκτος.
«Συγγνώμη για την ώρα…» είπα αν και ήταν μόνο εννιά, «αλλά ήθελα να σε δω»
«Και πολύ καλά έκανες» είπε και μου έκανε νόημα να περάσω.

Ο προσωπικός του χώρος ήταν πιο απλός από ότι περίμενα και πιο καθαρός από όσο είχα φανταστεί, μιας και τα αγόρια δε νοιάζονται για αυτά.
Του έδωσα αμέσως την σακούλα με τα παπούτσια μιας και είχα αγωνία αν θα του αρέσουν «Αυτά είναι για εσένα».
«Τι είναι αυτό;» Το πήρε δειλά στα χέρια του.
«Άνοιξέ το» τον παρότρυνα.
«Δεν μπορεί!», ξεφώνισε με το που αντίκρισε τα παπούτσια. «Μα, γιατί;» αναρωτήθηκε χωρίς να χάσει χαμόγελο που πλαισίωσε το πρόσωπό του.
«Ένα δώρο είναι για το πόσο καλά τα πήγες σήμερα. Είσαι στα αλήθεια φτιαγμένος για αυτό» του είπα ελπίζοντας να πιάσουν τόσο τα λόγια μου.

Καθόμασταν και οι δυο στην άκρη του κρεβατιού κοιτώντας ο ένας τον άλλον.
«Θέλω να σου πω κάτι…» είπε και δεν είχα ιδέα τι να περιμένω. «Μου έγινε μια πρόταση» τον άκουγα πολύ προσεχτικά μη τυχόν και χάσω κάποια λέξη. «Στον αγώνα σήμερα, ήταν ένας μάνατζερ και προπονητής μεγάλων παιχτών. Ο Βέρνης» είπε και δεν χρειαζόταν να πει τίποτα άλλο.
«Ο Βέρνης;». Μπορεί να μην είχα ιδέα από μπάλα, αλλά όλοι τον ήξεραν. Είχε αφήσει ιστορία στο ποδόσφαιρο.
«Ναι. Μου έδωσε την κάρτα του. Μου έδωσε διορία τρεις μέρες για να αποφασίσω»
«Να αποφασίσεις τι;» με έκαιγε η αγωνία.
«Αν θέλω να τον ακολουθήσω στην Αγγλία. Μου δίνει μια ευκαιρία να καταφέρω να γίνω ένας από τους αστέρες του»
«Άρη…» πρόφερα το όνομα του συγκινημένη, «είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτό που μου λες. Είναι το καλύτερο δώρο Χριστουγέννων!»
«Το ξέρεις ότι τα παπούτσια που έκανες εσύ δώρο, είναι ένα σημάδι για να πω ναι;»
«Δεν ήσουν σίγουρος;» ρώτησα.
«Όχι» αναστέναξε, «αλλά τώρα είμαι. Και σε ευχαριστώ πολύ για όλα!» λέει εννοώντας το.
«Τον εαυτό σου να ευχαριστείς. Εσύ τα έκανες όλα!». Έπρεπε να το καταλάβει αυτό.

Κοιταζόμασταν για πολλά παρατεταμένα δευτερόλεπτα, μέχρι που έσκυψε το βλέμμα του για να τραβήξει το ένα μου χέρι στις χούφτες του. Τότε κατάλαβα πόσο ερωτευμένη είμαι με τον Άρη Δάμνα. Αν είχε έστω και την παραμικρή ιδέα…

Ήρθε πιο κοντά μου, με την έλξη μεταξύ μας να είναι τόσο φυσική…
«Ελίνα, είσαι πολύ όμορφη. Και δεν εννοώ μόνο εξωτερικά, γιατί είσαι στα αλήθεια μια κούκλα. Αλλά μέσα σου έχεις έναν θησαυρό που σε όποιον δοθεί θα είναι πολύ τυχερός» μου είπε αποστομώνοντάς με.
«Άρη, εγώ…»
«Σσς» έβαλε τον δείκτη του πάνω στα χείλη μου, «μην πεις τίποτα» σηκώθηκε τραβώντας με όρθια παίρνοντας με στην αγκαλιά του.

Σε μια αγκαλιά που δεν πίστευα πως ποτέ θα έμπαινα. Αυτά τα λόγια και αυτή η αγκαλιά, ήταν ο,τι πιο όμορφο είχα ζήσει. Αφενός επειδή ήταν από τον Άρη και αφετέρου επειδή ακολούθησε ένα φιλί τόσο επικό, που ήταν ισάξιο του γκολ του. Λοιπόν, ο Δάμνας βάζει γκολ και σε καρδιές. Έβαλε γκολ στην δίκη μου καρδιά.

Το φιλί μας, το πρώτο μου κανονικό φιλί, είχε κάτι από Χριστούγεννα και από αισιοδοξία. Το φιλί μας είχε στοργή και αγάπη, αγάπη τόση αγνή που μόνο στις ψυχές παιδιών έβρισκες. Το φιλί αυτό αποτυπώθηκε στην καρδιά και στο μυαλό μου, ώστε να το σκέφτομαι τις νύχτες που θα είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλον.

Είχε το πρόσωπό μου στα δυο του χέρια, λες και κρατούσε κάποιο ιερό κειμήλιο. Τα χέρια μου γέμιζαν από εκείνον σαν να κρατούσα κάποιο αρχαίο άγαλμα. Στην ουσία, ήμασταν μόνο η Ελίνα και ο Άρης. Δυο παιδιά τόσο αγνά που δεν είχαμε ιδέα πως όλα όσα μας γέμιζαν θα είχαν την δύναμη να μας αδειάσουν. Και δεν είχα τίποτα χειρότερο από ανθρώπους- κουφάρια.

Άρης

Στην ηλικία των σχεδόν δεκαοχτώ, δεν είχα καμία τρομερή εμπειρία από κορίτσια όπως πολλοί νόμιζαν. Ναι, άρεσα στα κορίτσια στο λύκειο και κάποιες άρεσαν και σε εμένα, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ο,τι μπορούσα να ταιριάξω με κάποια. Εκτός από την Μυρτώ, που είχαμε χρίσει μια ωραία σχέση μεταξύ μας. Μια σαρκική σχέση κατά κύριον λόγο. Πέρα από εκείνη, δεν είχα ποτέ κάποια άλλη εμπειρία. Και όταν η επιβίωση είναι προτεραιότητά σου, ο έρωτας είναι πολυτέλεια.

Με την Ελίνα όμως το νιώθω διαφορετικά. Το νιώθω σωστό. Το νιώθω όπως δεν το έχω νιώσει ποτέ. Αν αυτό λέγεται έρωτας, τότε είμαι ερωτευμένος.
«Θες να κοιμηθείς εδώ απόψε;» πρότεινα και είδα αμέσως να μοιάζει σκεπτική. «Μόνο να κοιμηθούμε. Αγκαλιά. Δεν πρόκειται να σε πιέσω για τίποτα άλλο»
«Μπορώ να μείνω για λίγες ώρες, αλλά δεν μου κάνει καρδιά να αφήσω τον Ιάσωνα μόνο του»
«Καταλαβαίνω»

Είχε δίκιο. Και εγώ στην θέση της το ίδιο θα έκανα.

Βρεθήκαμε στο κρεβάτι ξαπλωμένοι πολύ φυσικά. Ήταν μερικές ώρες εξερεύνησης όσον αφορά τις ζωές μας. Ήταν μερικές ώρες εξερεύνησης των κορμιών μας πάνω από τα ρούχα μας. Ώρες που είχαμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον και να επιβεβαιώσουμε πως αυτό που νιώθαμε ήταν πέρα για πέρα αληθινό.
«Θα φύγω και θα σε σκέφτομαι. Δεν θα σε βγάλω λεπτό από το μυαλό μου» είπα και εκείνη την στιγμή το εννοούσα σαν να έδινα όρκο ιερό.
«Άρη, η πορεία σου τώρα αρχίζει. Πήγαινε και μην κοιτάς πίσω»
«Θα έρχομαι, Ελίνα» της είπα. Ήθελα αυτό να δουλέψει.
«Θα τα καταφέρουμε» με παρότρυνε σε αυτό. Σπουδαίο να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος.
«Θα γυρίσω και μια μέρα θα είμαστε μαζί όπως μας αξίζει»

Την άκουσα να χαχανίζει, «Αν είσαι ευτυχισμένος τότε είμαι και εγώ. Αν είναι γραφτό να είμαστε μαζί, θα είμαστε».
«Και αν δεν είναι θα το γράψουμε εμείς αυτό κεφάλαιο» είπα με σιγουριά πριν μας πάρει ο ύπνος για λίγες μονάχα ώρες.

Στους γονείς μου θα το ανακοίνωνα αύριο το πρωί. Παραμονή Χριστουγέννων και αμέσως θα καλούσα τον Βέρνη ώστε να πω το ναι που ήλπιζα να μου αλλάξει την ζωή.

Ελίνα

Ποτέ δεν πίστευα σε εκφράσεις που λέγονται παρορμητικά. Μου πήρες το μυαλό, δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι, είμαι ερωτευμένη… να που τα έλεγα και τα εννοούσα.

Όταν ξύπνησα στο δωμάτιο του Άρη, ταράχτηκα γιατί είχα αφεθεί τόσο πολύ, που ξέχασα τον Ιάσωνα. Όμως άξιζα λίγη ευτυχία. Πρώτη φορά την βρήκα. Ποτέ δεν ήμουν άπληστη, όμως άξιζε να γίνω. Χωριστήκαμε στα βιαστικά μόνο και μόνο από την αγωνία μου να δω πώς είναι ο αδελφός μου. Γυρνώντας σπίτι τον βρήκα μια χαρά. Τον πέτυχα στο μεγάλο χαλί να σχεδιάζει ώρες ατέλειωτες. Ανακουφίστηκα.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και δεν είχαμε κανένα συγκεκριμένο πλάνο. Δεν μας ένοιαζε κιόλας. Μέχρι και στην ηλικία των δεκατεσσάρων, ακολουθούσαμε παντού μην έχοντας επιλογή. Και είχαμε ταξιδέψει αρκετά. Το πρόβλημα ήταν οι γονείς μας, που στα αλήθεια πλήτταμε ακούγοντάς τους να κουτσομπολεύουν τους πάντες και τα πάντα.

Η παραμονή των Χριστουγέννων τελικά μας βρήκε πολύ διαφορετικά από όσο περιμέναμε. Ο Άρης είχε πει στους γονείς του πως εγώ και ο Ιάσωνας θα ήμασταν μόνοι στο σπίτι, όποτε οι άνθρωποι έσπευσαν να μας καλέσουν και να να μας υποδεχτούν. Θα μπορούσε να μου έκανε εντύπωση, μιας και οι σχέσεις μεταξύ των γονιών μας δεν είναι και ό,τι καλύτερο, αλλά μετά ξεκαθάρισε το τοπίο και συνειδητοποίησα πως οι άνθρωποι αυτοί έχουν φιλότιμο, ζεστασιά και αγάπη. Πράγματα που πήραν τα παιδιά τους από εκείνους. Αντιθέτως, εγώ με τον Ιάσωνα είχαμε αντιληφθεί ποσό λάθος είναι οι γονείς μας και κάναμε τα πάντα για να μην τους μοιάσουμε. Λες και υπήρχε τέτοια περίπτωση…

Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ γιορτινή και ήταν και μια ευκαιρία να γιορτάσουμε την επιτυχία του Άρη, ο οποίος θα έφευγε από την Ελλάδα μέσα Γενάρη. Κάτι που με έκανε να χαίρομαι και να στεναχωριέμαι ταυτόχρονα. Θα ήταν άδικο όμως να έκανα οποιαδήποτε νύξη στο δεύτερο συναίσθημά μου.

Έτσι, οι μέρες άρχισαν να φεύγουν σαν νερό. Θα με περιέγραφα και ως ευτυχισμένη. Για την ώρα ήμασταν αχώριστοι. Ωσότου να έφευγε, πήγαινε καθημερινά στις προπονήσεις του και ανυπομονούσα για την στιγμή που θα τελείωνε ώστε να τον έβλεπα. Βοηθούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων σε αυτό.

Αν και οι γονείς μας είχαν επιστρέψει, προσπάθησα να κάνω την απουσία μου διακριτική. Όχι πως οι ενήλικες του σπιτιού ήταν συχνά στην οικεία. Με τον Ιάσωνα αν και ήμασταν έναν χρόνο μακριά από την ενηλικίωση, είχαμε ήδη ευθύνες ενηλίκων. Προσέχαμε τους εαυτούς μας χρόνια τώρα. Ευτυχώς που είχαμε ο ένας τον άλλον.

Άρης

Σε δυο μέρες θα άνοιγαν τα σχολεία. Αυτό σήμαινε πως δεν θα την έβλεπα τόσο όσο θα ήθελα και η αποχώρησή μου από την Ελλάδα όλο και πλησίαζε. Τουλάχιστον, λίγος χρόνος απέμεινε για να παρηγορεί και τους δυο μας.

Η Ελίνα και εγώ περάσαμε εκείνο το βράδυ μαζί, προσπαθώντας να δημιουργήσω κάτι όμορφο προτού μπούμε πάλι στην ρουτίνα. Ήξερα πως είχε συνηθίσει σε ωραία πράγματα και πολυτέλειες και προσπάθησα για ό,τι κοντινότερο σε αυτό. Δεν θέλαμε να μείνουμε στην περιοχή μας, έτσι πήραμε δρόμο για το κέντρο, στο μαγαζί το οποίο είχα κλείσει τραπέζι για τους δυο μας.

Δεν την είχα ξαναδεί τόσο όμορφη. Βασικά όχι, λάθος χαρακτηρισμός. Τόσο λαμπερή! Γιατί όμορφη ήταν ανέκαθεν. Απλά σαν να είχε κάτι αλλάξει. Σαν να έλαμψε το φωτοστέφανο γύρω από τα μαλλάκια της, γιατί σαν άγγελο θα την περιέγραφα.

Ήταν πολύ όμορφα ντυμένη. Φορούσε ένα σμαραγδί κολλητό φόρεμα που κατέληγε από τα γόνατα και πήγαινε τρέλα με το φλογερό χρώμα των μαλλιών της. Ο χαρακτηρισμός που την έκανε να μοιάζει με άγγελο, οφειλόταν στο λευκό γούνινο πανωφόρι της.

Και οι δυο θέλαμε να πιούμε αλκοόλ, αλλά κανείς από τους δυο μας δεν ήταν ενήλικος. Είχα κανονίσει όμως να βρίσκεται ένα μπουκάλι κρασί στο σπίτι μου, που έλπιζα να βρεθεί η ευκαιρία να το καταναλώσουμε αργότερα αν δεχτεί να έρθει μαζί μου. Νομίζω ήταν κάπως προφανές προς τα πού πήγαινε η βραδιά χωρίς να θέλω να πιέσω τίποτα. Δεν μπορούσα όμως να κρύψω και το γεγονός ότι την ήθελα σαν τρελός. Μου είχε κλέψει το μυαλό και την καρδιά. Μου έδινε ενέργεια και δύναμη για να χαράξω τον δρόμο που πάντα ήθελα.
«Δεν ξέρω αν θα ήθελες να έρθεις μαζί μου να πιούμε ένα κρασί που πήρα» πρότεινα δειλά στον δρόμο της επιστροφής μετά από ένα παρατεταμένο φιλί.
«Θέλω» είπε χωρίς να το σκεφτεί και αποσυρθήκαμε στο μικρό δωμάτιο.

Ελίνα

Ήμουν σε αναμονή για αυτήν την βραδιά. Ανυπομονούσα να έρθουμε κοντά, δηλαδή πιο κοντά από ποτέ. Τόσο κοντά, που τα σώματά μας να εφάπτονται τέλεια το ένα πάνω στο άλλο. Το δωμάτιο γέμισε από τις ανάσες μας και τις γρήγορα παλλόμενες καρδιές μας.

Υπό άλλες συνθήκες, κάθε φορά που σκεφτόμουν μια τέτοια πρώτη φορά, με έπιανε ένας κόμπος. Ένας φόβος. Μια ντροπή που θα έπρεπε να ξεγυμνωθώ μπροστά σε κάποιον. Και δεν εννοώ για την ψυχή μου. Αυτή ανήκε απόλυτα στον Άρη. Μιλούσα για χαζά, μικρά επιφανειακά πράγματα. Για τις ραγάδες στους γλουτούς μου, για την κυτταρίτιδα στα μπούτια μου, για την πρησμένη μου κοιλιά που είχα πάντοτε μετά από ένα γεύμα. Δεν ξέρω αν έφταιγε το γεγονός ότι ήταν τρέλα ερωτευμένος μαζί μου ή αν τον είχε πειράξει το κρασί που είχε κάνει και τους δυο να χαλαρώσουμε, αλλά δεν σταματούσε να μου λέει για το ποσό υπέροχη είμαι. Για το ποσό τέλεια είναι τα μαλλιά μου, για το πόσο όμορφο είναι το στήθος μου, για τα γεμάτα χείλη μου που ήταν σαν να φίλα το καλοκαίρι και εγώ να θέλω να κλάψω από πληρότητα. Καταλάμβαναν τόσο χώρο στην ψυχή μου τα σκουπίδια που μάζευα από τους άλλους, που την στιγμή που έπρεπε να υποδεχτώ όλα τα άνθη, εγώ δεν είχα χώρο. Ήξερα πως δεν θα ξαναέκανα το λάθος αυτό. Άξιζα πολύ περισσότερο από όσο μου είχαν πει.

Η νύχτα τελείωσε με εμάς και ξεκίνησε πάλι με εμάς. Και η επόμενη μέρα το ίδιο, αφού δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τα χέρια μας μακριά ο ένας από τον άλλον. Μέχρι που… που η μοίρα, το κάρμα ή ο Θεός, ήθελε να μου αποδείξει για ακόμη μια φορά πως το τέλος δεν τελειώνει με ευτυχία. Βέβαια, αν υπάρχει Θεός θα πρέπει να είναι πολύ κακός για αυτό που ακολούθησε. Προτιμώ να το λέω μοίρα, μιας και κανείς δεν λέει πως είναι δίκαιη.

Δευτέρα. Σιχαμερή μέρα. Σε ποιον αρέσει; Σε κανέναν. Και ποσό μάλλον αυτή η Δευτέρα! Μουντή, βροχερή αν και για λίγο μέσα μου είχα λιακάδα. Πού να ήξερα πως σύντομα η βροχή θα ήταν και μέσα μου…

Πρώτη ώρα μαθήματος. Μαθηματικά. Ανάθεμα και αν κατάλαβα τίποτα. Στο προαύλιο είχα συναντήσει και την Ιφιγένεια. Επικοινωνήσαμε για λίγο και έπειτα πήρε η κάθε μια τον δρόμο της. Την επόμενη ώρα ήταν η ώρα των αθλημάτων. Εγώ είχα βόλεϊ και η Ιφιγένεια με τον Ιάσωνα κολύμβηση. Δυστυχώς σε αυτό το σπορ συμμετείχε και η τριάδα φωτιά. Τα γνωστά κωλόπαιδα που συχνά παρενοχλούσαν τον Ιάσωνα και την Ιφιγένεια. Και όχι μόνο. Κάθε φορά ο στόχος άλλαζε. Αν ερχόταν κάποιος πιο αδύναμος γινόταν το κέντρο του κόσμου τους. Είχα προειδοποιήσει τον Ιάσωνα να μην πάει σε αυτή την προπόνηση, αλλά επέμεινε πως δεν τους φοβόταν. Ήξερα πως κατά βάθος τους έτρεμε, αλλά όπως είπαμε η κοινωνία απαιτεί οι άντρες να είναι πάντα οι θαρραλέοι. Πάντα οι τολμηροί. Όσο και αν ήθελα να τον πείσω πως ήταν εντάξει να μην πάει, δεν το δεχόταν.

Στο τέλος της ώρας, προχώρησα προς τα γυναικεία ντουζ. Ήθελα μόνο να ξεπλυθώ από τον ιδρώτα και να βάλω καθαρά ρούχα. Πηγαίνοντας προς τα αποδυτήρια, υπήρχε ουρά από έξω. Περίεργο. Τα ντουζ ήταν πάντα αρκετά για όλες μας. Προχώρησα προς την πόρτα παραβλέποντας τα σχόλια γύρω μου. Δεν με ένοιαζε αν τους έπαιρνα την σειρά. Δυο συμμαθήτριές μου ήταν έξω από την πόρτα και την χτυπούσαν σαν τρελές.
«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησα προσπαθώντας να καταλάβω.
«Είναι κλειδωμένα» λέει εκνευρισμένα η μια.
«Ποιος είναι εκεί;» βάρεσα την πόρτα.

Ακούγονταν φωνές από μέσα.
«Σκάστε να ακούσω!» φώναξα για να καταλάβω τι συμβαίνει.

Λοιπόν, αν κάποιος κινδύνευε θα φώναζε. Μόνο που η συγκεκριμένη δεν είχε φωνή για να φωνάξει. Παρά μόνο μουγκρητά. Μουγκρητά με κλάμα και… γέλια. Αντρικά γέλια. Θεέ μου! Μου κόπηκε το αίμα. Ευχήθηκα μόνο να μην ήταν αυτό που νόμιζα.
«Φωνάξτε τους καθηγητές! Τώρα!» ούρλιαξα και απλά άρχισα σαν τρελή να βαράω την πόρτα.

Με κοιτούσαν όλες άπραγες. Δεν το πίστευα αυτό. Μόνο δευτερόλεπτα μετά το σοκ, δυο τρεις έτρεξαν προς το γραφείο της διευθύντριας. Οι φωνές συνέχισαν να βγαίνουν από μέσα, ώσπου λεπτά μετά και χωρίς κανείς να έχει εμφανιστεί, η πόρτα ξεκλείδωσε. Έκανα ένα βήμα πίσω και γελώντας σαν παρανοϊκοί, η τριάδα φωτιά βγήκε από τα αποδυτήρια με τα κινητά στα χέρια τους. Τα βογκητά πόνου ακούγονταν ακόμα από μέσα.
«Τι κάνατε ρε γελοίοι! Μπάσταρδοι!» φώναξα λίγο πριν μπω στα αποδυτήρια.

Ένας από αυτούς σήκωσε το μεσαίο δάχτυλό του προς το εμένα. Φωνούλες από τα υπόλοιπα κορίτσια ακούγονταν. Καμία όμως δεν έκανε και τίποτα. Πόσες από αυτές ήταν θύματα τους;
«Ε, καλά δεν την βιάσαμε κιόλας» είπε ο άλλος και μα τον Θεό ήταν η ευκαιρία μου να σκοτώσω κάποιον από αυτούς, μιας και το έγκλημα εις βάρους ανηλίκου έχει μικρότερη ποινή.
Έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου και να μην ορμίσω. Ήταν τρεις και ήμουν μια. Δεν είχε σημασία πόσοι ήταν γύρω μου. Ήμουν μόνη.

Δεν έχασα χρόνο και εισέβαλα στα αποδυτήρια για να δω μια Ιφιγένεια, ημίγυμνη, με το μαγιό της κάτω από το ντουζ, να σπαράζει στο κλάμα. Της έδωσα το χέρι μου και την έβγαλα αμέσως από εκεί, σκεπάζοντάς την με μια πετσέτα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήταν κουλουριασμένη στην αγκαλιά μου προσπαθώντας να ηρεμήσει. Έβγαζε κραυγές πληγωμένου ζώου και πριν το καταλάβω και τα δικά μου μάτια ήταν μουσκεμένα. Τι πόνος ήταν αυτός που μπορούσε να γίνει τόσο διαπεραστικός;

Όταν πια η διευθύντρια ήρθε, οι μαλάκες είχαν εξαφανιστεί. Και το χειρότερο; Δεν θα πάθαιναν τίποτα! Πέρυσι, είχαν κάνει πάλι κάτι ανάλογο. Αντί να αποβληθούν από το σχολείο, παρέμειναν σε αυτό. Ο ένας από αυτός είναι γιος πρώην βουλευτή, που το κόμμα στο οποίο ανήκε είχε καταδικαστεί ως εγκληματική οργάνωση. Οι υπόλοιποι γιοί πλουσίων επιχειρηματιών. Ξεπλήρωσαν την ποινή αφήνοντας οι γονείς μερικές γερές δωρεές στο σχολείο. Η κοπέλα που φοιτούσε έφυγε με σκυφτό το κεφάλι πηγαίνοντας σε άλλο σχολείο πια.

Ήξερα τι θα ακολουθούσε. Όλοι ξέραμε. Αυτοί θα γλίτωναν και η Ιφιγένεια θα υπέφερε με αυτό μια ζωή. Όσα είχε καταφέρει, θα έπρεπε να τα αφήσει πίσω εξαιτίας μιας ντροπής που δεν της ανήκε, αλλά την είχε φορέσει λες και ήταν ένα με το δέρμα της. Ήξερα πως σύντομα ένα βίντεο με εκείνη θα κατέφθανε σε κάθε μαθητή.

Ο Ιάσωνας στάθηκε απέναντί μου, βλέποντάς με να την έχω στα χέρια μου και να κάνω ό,τι μπορώ να την ηρεμήσω. Το κινητό του χτύπησε με τον χαρακτηριστικό ήχο. Το ίδιο και το δικό μου. Το ίδιο και όσων ήταν γύρω μας. Όσοι άνοιξαν το περιεχόμενο, ακούστηκαν οι κραυγές που ηχούσαν πίσω από την πόρτα, καθώς και η δίκη μου φωνή που απαιτούσαν να ανοίξουν την γαμημένη πόρτα.

Για πρώτη φορά, είδα τον Ιάσωνα όπως ποτέ ξανά. Πέταξε με μανία κινητό του στο βρεγμένο πάτωμα και βγήκε με οργή έξω από τα αποδυτήρια.
«Όχι Ιάσωνα! Όχι!» φώναξα δυνατά, όσο είχα ακόμα την Ιφιγένεια στα χέρια μου.

Ανάθεμά τους! Πρώτη φορά είπα κάτι που δεν είχα πει ποτέ ξανά. Πρώτη φορά καταράστηκα. Καταράστηκα την κάθε τους μέρα. Μόνο τα χειρότερα για τέρατα σαν αυτά.

Μερικές ώρες μετά, τα πράγματα μπλέχτηκαν. Εγώ, η Ιφιγένεια, ο Ιάσωνας και η τριάδα φωτιά στο γραφείο της διεύθυνσης. Το κυρίως θέμα ξεκίνησε με τον Ιάσωνα να πρέπει να απολογηθεί που έριξε ξύλο στους μαλάκες. Ο βλάκας! Το έκανε σε λάθος στιγμή. Οι τρεις τους δεν αμύνθηκαν. Ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Έκατσαν και τις έφαγαν κανονικά. Και φυσικά η διευθύντρια κάλεσε τους γονείς αμέσως. Όλων μας! Το θέμα της Ιφιγένειας ήρθε δεύτερο! Δεύτερο! Γιατί δεύτερο ήταν και το επίπεδό τους.

Όλο το σχολείο βούιξε από τα μαντάτα. Όσες φορές έφερνα το θέμα της Ιφιγένειας στο τραπέζι, η διευθύντρια έλεγε “μετά”. Πότε μετά;
«Μετά; Μπήκαν στο ντουζ την ώρα που η κοπέλα έκανε το μπάνιο της. Της έβγαλαν το μαγιό. Την χούφτωσαν, το τράβηξαν σε βίντεο οι γελοίο! Και μου λέτε μετά! Πότε μετά; Πάλι ατιμώρητοι θα μείνουν;» ούρλιαξα και μερικά γελάκια τους ξέφυγαν. Η Ιφιγένεια χαμένη, δίχως να εκφράζει το παραμικρό, είχε χαμηλά το βλέμμα όσο αυτοί γελούσαν ακόμα εις βάρος της.
«Μην γελάτε!» τους είπε.
Αυτό βρήκε να πει…

«Αυτό βρήκες να πεις;» της είπα στον ενικό.
«Και τι θες Ελίνα;» ρώτησε αυστηρά. «Πέρυσι τιμωρήθηκαν. Πήραν όλοι αποβολή από μια εβδομάδα»
«Φέτος λέω να τους δώσετε βραβείο» λέει ο Ιάσωνας ειρωνικά.
«Πάω στοίχημα» ξεκίνησα να λέω και έδειξα τον ένας από τους τρεις «πως τον πατέρα αυτού κάποτε τον ψήφισες. Γιατί ο χαρακτήρας σου φωνάζει φασισμός» της πέταξα και έφυγα από το γραφείο γράφοντας τα πάντα στα παλιά μου τα παπούτσια.

Θέλετε να μάθετε πώς έληξε η ιστορία; Ή πώς καλύτερα νόμιζα πως έληξε; Οι γονείς όλων μας μαζεύτηκαν δημιουργώντας το χάος. Ο πατέρας μου συγχάρηκε τον Ιάσωνα, όχι γιατί υπερασπίστηκε την Ιφιγένεια, αλλά γιατί ήταν αρκετά άντρας για να τα βάλει με τρεις, ενώ αυτός ήταν ένας. Ο πατέρας της Ιφιγένειας έπαθε εγκεφαλικό μέσα στο γραφείο μετά από όσα έμαθε ο άνθρωπος. Όχι για την ντροπή που νόμιζε η κόρη του πως θα κουβαλούσε, αλλά για ό,τι τα ρεμάλια της έκαναν. Δυστυχώς, δεν έμεινε ακέραιος για να τους σκοτώσει. Γιατί αυτό θα έκανε. Μεγάλωσε ένα παιδί με μια δυσκολία, μαθαίνοντάς της πως τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει από το να είναι όπως τα αλλά κορίτσια και ξαφνικά ήρθαν αυτά τα ρεμάλια για να την κάνουν να νιώσει ένα τίποτα. Οι γονείς της Τριάδας έδειξαν να πέφτουν από τα σύννεφα. «Παιδιά είναι!» είπαν μερικοί. Τέρατα ήταν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να το πει. Μερικά χαρτονομίσματα έπεσαν στο τραπέζι μακριά από τα βλέμμα όλων, δίνοντας στον καθένα μερικές μέρες αποβολής. Συμπεριλαμβανομένου και του Ιάσωνα. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Η ιστορία μόλις ξεκινάει.

Όταν συνέβη το περιστατικό, ο Άρης ήταν στο γήπεδο. Όταν έμαθε το περιστατικό, ήταν ένα αγρίμι. Θυμάμαι πράγματα να φεύγουν από την θέση τους. Ήμουν σπίτι τους όταν τελικά μου έλεγε να φύγω και πως δεν μπορούσε να με βλέπει. Ήθελε να μείνει μόνος και το καταλάβαινα. Είχε να φροντίσει την οικογένειά του για άλλη μια φορά, ενώ σε λίγες μέρες θα έφευγε. Τότε ήταν που έπρεπε να φύγει πιο πολύ από ποτέ.

Την επόμενη μέρα, κανείς δεν περίμενε η Ιφιγένεια να εμφανιστεί στο σχολείο. Όμως το έκανε. Δεν ξέρω πώς βρήκε την δύναμη να μαζέψει τα κομμάτια της. Δεν ξέρω καν αν το είχε κάνει. Αλλά ήταν εκεί. Με χαμηλωμένο το κεφάλι, αλλά εκεί. Ήλπιζα πως θα ήθελε να γυρίσουμε μαζί σπίτια μας. Δεν ήθελα να την αφήσω λεπτό μόνη. Και πράγματι περίμενα ως το τέλος των μαθημάτων, ώστε να πάρω απάντηση τις σειρήνες του ασθενοφόρου.
«Η Δάμνα έπεσε από την ταράτσα» φώναζαν κάποιοι.

Πλήθος άρχισε να μαζεύεται στο προαύλιο. Δεν μπορεί να άκουσα καλά.
«Μια κοπέλα έπεσε από τον έκτο»
«Δεν έπεσε. Αυτοκτόνησε!» φώναξε κάποιος άλλος.

Έμεινα στήλη άλατος να κρατάω την ανάσα μου σε αυτό που έβλεπα. Οι διασώστες έσπρωχναν το πλήθος που είχε περικυκλώσει το πτώμα. Το πτώμα… μια λίμνη αίματος γύρω από το νεανικό σώμα με την γερασμένη ψυχή. Έσφιξα το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου. Κοίταξα για μια στιγμή το εξώφυλλο και έμπηξα τα κλάματα. Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Γιατί; Γιατί να έπρεπε να γίνεις θυσία στα αλήθεια; Γιατί; Τι θα έλεγα στον Άρη; Και τις δυο φορές που έπρεπε να ήμουν εκεί, δεν ήμουν. Τι σόι φίλη ήμουν;
Λυπόμουνα για την Ιφιγένεια. Λυπόμουνα που ο Άρης θα έμπαινε ξανά σε πόλεμο. Μέχρι και οι Θεοί χρειάζονται ξεκούραση.

Άρης

Με τι λέξεις περιγράφονταν όλα όσα ζούσα; Με τι δύναμη θα συνέχιζα μπροστά; Τι έκανα λάθος; Τι δεν έκανα σωστά; Πού ήμουν όταν με χρειάζονταν;

Μερόνυχτα στο νοσοκομείο. Ο πατέρας μου ακόμη δεν ξέρει για την Ιφιγένεια. Τι θα απογίνει αν μάθει και για αυτό; Η μάνα μου… άλλη κουβέντα. Δεν έχει κοιμηθεί εδώ και μέρες. Ο μόνος που έχει το κουράγιο ή νομίζουν πως έχει το κουράγιο για να αναλάβει τα διαδικαστικά της κηδείας είμαι εγώ.

Ο πατέρας μου πρέπει να το μάθει τις επόμενες ώρες, μιας και αύριο το πρωί θα γίνει η κηδεία. Οι γιατροί που ξέρουν την κατάσταση, λένε πως ο καλύτερος τρόπος για να το μάθει είναι έπειτα από μια ηρεμιστική ένεση. Ακόμα αναρρώνει από το επεισόδιο, αλλά εδώ μιλάμε για την κηδεία του παιδιού του.

Έπρεπε να μην είχα αφήσει την Ιφιγένεια να πάει σχολείο. Έπρεπε να επιμείνω να μείνει σπίτι. Χρειαζόταν ψυχολογική υποστήριξη. Χρειαζόταν κάποιον και δεν ήταν κανείς εκεί. Πίστευα πως με την Ελίνα στον ίδιο χώρο τα πράγματα θα ήταν υπό έλεγχο. Μέχρι την βουτιά στο κενό… επειδή κάποιοι νταήδες νόμιζαν πως μπορούν να έχουν εξουσία στο σώμα ένας κοριτσιού, στο σώμα ενός αδύναμου. Ο μόνος που είχε τα κότσια εκείνη την μέρα ήταν ο Ιάσωνας, αλλά ένιωθα πως το έκανε για ξεπληρώσει την δίκη μου βοήθεια.
Όπως και να είχε, η οικογένειά μου ήταν υπό κατάρρευση. Και που θα πήγαινα εγώ μακριά; Ποιος θα τους φρόντιζε αυτούς τους δυο;

Η μέρα της κηδείας ήταν μαύρη. Ήμουν σε κατάσταση σοκ. Ακόμη δεν είχα χύσει ούτε ένα δάκρυ. Σαν κάποιος να μου είχε αρπάξει κάθε τι που είχα μέσα μου. Είχα έναν θυμό που δεν καταλάγιαζε. Είχα μια οργή που όλο και μεγάλωνε.

Η Ελίνα προσπάθησε να με πλησιάσει μια και δυο και τρεις φορές. Δεν άντεχα όμως να την αντικρίσω. Θα της έλεγα λόγια που δεν άξιζε. Θα της έριχνα ευθύνες που δεν είχε, μόνο και μόνο για να μην κρατάω την οργή μέσα μου. Το ξέρω πως και έτσι την πονούσα. Στην κηδεία ήταν εκεί. Μαζί με τον Ιάσωνα. Σαν φαντάσματα ήμασταν όλοι. Πώς να έλεγα πως για μένα αυτό ήταν δολοφονία και όχι αυτοκτονία; Θα μπορούσα κάλλιστα να λερώσω τα χέρια μου με αίμα μόνο που μετά οι γονείς μου θα χάνανε και εμένα. Τέτοιον πόνο δεν θα τους έδινα.

Στο βάθος είχα ένα πρόσωπο γνώριμο. Όχι πως δεν το περίμενα. Την Μυρτώ. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν παρατεταμένα. Ήξερα πως κάπου εκεί η Ελίνα παρατηρούσε τα πάντα, αλλά εκείνη την στιγμή χρειαζόμουν και κάποιον που είχα απόσταση.

Ελίνα

Ο Θεός μου διαλύθηκε. Όσα δεν τον κατέστρεψαν τόσα χρόνια, τον διέλυσαν σε μια στιγμή. Και ποια θνητή θα τον προσέχει;

Την πιο κρίσιμη στιγμή, εγώ νοιαζόμουν για αυτά που δεν άρεσαν στα μάτια μου. Όμως εγώ ήθελα να είμαι το στήριγμα. Εγώ ήθελα να είμαι η αγκαλιά. Μόνο που κάτι απίστευτο συνέβη. Τίποτα το αναμενόμενο δεν έγινε. Φοβόμουν πως ο Άρης θα έμενε μόνο και μόνο για να μην αφήσει τους γονείς του μόνους. Πίστευα πως σιγά σιγά θα με πλησιάσει. Πως θα θέλει να μιλήσουμε. Χρειαζόταν να μιλάει σε κάποιον. Όλοι χρειάζονται σε στιγμές σαν αυτές. Το θέμα είναι πως ακόμα και αν χρειαζόταν, δεν ήμουν εγώ αυτή.

Την μέρα που περίμενα ότι τελικά δεν θα έφευγε, η βαλίτσα του Άρη σύρθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σύρθηκε με μια άλλη φιγούρα να ακολουθεί. Εκείνη της Μυρτούς.

Κοιτούσα πίσω από μια κουρτίνα ξανά. Ήμουν ξανά στην αφετηρία μιας ιστορίας που θα έπρεπε να είχε άλλη τροπή. Τελικά, ξεγελάστηκα. Αυτή ήταν η λήξη. Έκλεισα την κουρτίνα όταν κοίταξε προς στο παράθυρο. Λες και ήξερε πως θα είμαι εκεί να χαιρετώ από μακριά. Έκλεισα την κουρτίνα και άφησα τον εαυτό μου να σπαράξει για όλα όσα έγιναν και για όλα όσα θα συνέβαιναν.

Ελευθερία Τσιντάρη

Συνεχίζεται…

One response to “Το Χάος Μέσα Μας – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading