Κατηγορία: -Magic garden-

  • Η Ελπίδα και η Αγάπη

    Η Ελπίδα και η Αγάπη

    Ποτέ δεν ήξερα τι είναι η αγάπη, τι νιώθεις μαζί της, πώς μυρίζει, τι χρώματα φοράει, πώς έρχεται και πώς μένει, γιατί φεύγει, τι πρόσωπο έχει, αν είναι χαρούμενη ή δυστυχισμένη, αν κάνει θόρυβο ή έρχεται σιγοπατώντας. Ποτέ δε την ένιωσα, δεν την κατάλαβα κι αν ακόμη με πλησίασε με κάποιο τρόπο, δεν ήξερα ούτε…

    Διαβάστε περισσότερα: Η Ελπίδα και η Αγάπη
  • Ο Σημάκης

    Ο Σημάκης

    «Παντρεύεται η δούλη του Θεού Πασχαλίνα, το δούλο του Θεού Συμεών»… και κάπως έτσι, μαζί με πολλά χωράφια, σπίτι και τον καλύτερο καφενέ για προίκα, βρήκαν νύφη στο χαζό του χωριού. «Δεν θα ζήσει πολύ» της είπε η μάνα της «Μεγάλος είναι, πόσο να πάει ακόμη; Θα σου μείνουν τα προικιά, θα εξασφαλιστούν και τα…

    Διαβάστε περισσότερα: Ο Σημάκης
  • Ο τσιφλικάς

    Ο τσιφλικάς

    Η Λένκω, τον Κωνσταντή τον αγάπησε πολύ κι ας ήταν ο τελευταίος του χωριού. Ένα χαμίνι, κανείς δεν ήξερε από που κρατάει η σκούφια του, μοναχός τριγύριζε απ’ όσο τον θυμούνταν όλοι, μια σταλούδα παιδί βρώμικο και πεινασμένο ζητιάνευε στα σπίτια. Τη νύχτα κούρνιαζε σε στάβλους να έχει ζεστασιά από τα ζώα ή και φαγητό…

    Διαβάστε περισσότερα: Ο τσιφλικάς
  • Η φαγάνα – 2

    Η φαγάνα – 2

    Προηγούμενο Ποιος να το φανταζόταν ότι ο γόης του σχολείου, που λίγο πολύ όλες θέλανε, χωρίς ποτέ να καταφέρνει καμία να τον έχει, είχε πρόβλημα στα γενετήσια όργανά του. Μεγάλο πρόβλημα, ήταν σχεδόν ανύπαρκτα κι έτσι εξηγείται που από τότε μέχρι σήμερα στα τριάντα του χρόνια, ο Βλάσης ήταν και παρέμεινε μπακούρι. Κι επειδή η…

    Διαβάστε περισσότερα: Η φαγάνα – 2
  • Η φαγάνα – 1

    Η φαγάνα – 1

    Τη Βάνα τη μεγάλωσαν δύο θείες γεροντοκόρες κι ο θείος Άκης ανύπανδρος κι αυτός, αδέρφια του πατέρα της, ξεβράκωτοι και νηστικοί αριστοκράτες. Όταν πέθανε η μάνα της, ανέλαβαν όλοι μαζί να το κάνουν “άνθρωπο το δύσμοιρο”, όπως διατυμπάνιζαν στη γειτονιά, αφού ο πατέρας της μικρής, πολύ πριν το θάνατο της γυναίκας του, μια ωραία πρωία…

    Διαβάστε περισσότερα: Η φαγάνα – 1
  • Βέρα – 2

    Βέρα – 2

    Προηγούμενο Η μοσχοβολιστή ανθοδέσμη έφτασε στο σπίτι τους από το ανθοπωλείο. Μοσχομυριστά μπλε και κίτρινα λουλούδια, τα αγαπημένα της Βασιλικής, γέμισαν την αγκαλιά του Κωστή, μπλε και το μονόπετρο στο βελούδινο κουτάκι, άστραφτε και περίμενε να γλιστρήσει στο δαχτυλάκι της αγαπημένης του. Ο μπάρμπα Μήτσος με το καινούργιο γυαλιστερό κοστούμι έλαμπε από χαρά και φούσκωνε…

    Διαβάστε περισσότερα: Βέρα – 2
  • Βέρα – 1

    Βέρα – 1

    Τρία παιδιά της κατάφερε ο τρισκατάρατος ήδη κι όπως το ένιωθε, ακόμη ένα πετάριζε μέσα της και ξεκινούσε τη ζωή του, όταν ένα αυγουστιάτικο βραδάκι της είπε έτσι απλά «Αριβεντέρτσι Ρόμα» κι έγινε καπνός δια παντός. Κάπως έτσι μας τελείωσε ο Μανωλάκης, άνθρωπος χωρίς ουσία μα με μεγάλο στόμα κι ακόμη μεγαλύτερη όρεξη να βάζει…

    Διαβάστε περισσότερα: Βέρα – 1
  • Φτερά

    Φτερά

    Ένα σφύριγμα δυνατό ήταν στην αρχή, μια λάμψη ακολούθησε και φώτισε τον ουρανό διαλύοντας το σκοτεινό της νύχτας, ο εκκωφαντικός κρότος που ακούστηκε μετά σκέπασε κάθε άλλο ήχο. Μια άγρια φωτιά ξεσηκώθηκε καίγοντας τα πάντα για μέρες κι ο καπνός και οι στάχτες κάλυψαν κάθε ίχνος ζωής, και ύστερα σιωπή. «Νερό, μαμά νερό» μουρμούρισε, καμιά…

    Διαβάστε περισσότερα: Φτερά
  • Ερατώ

    Ερατώ

    Ήταν δεν ήταν δεκάξι, όταν την γκάστρωσε ένας δήθεν πολιτισμένος κυριούλης τουρίστας στο νησί. Χωρίς πατέρα, η “αλαφριά Ερατώ” όπως την φώναζαν στη γειτονιά, με αδελφό ανάπηρο και μάνα πλύστρα, ποιος να τη νοιαστεί, ποιος να την φροντίσει, ποιος να της δείξει τη ζωή; Πότε φούσκωσε η κοιλιά, πότε γλίστρησε το μωρό στα πατώματα ένα…

    Διαβάστε περισσότερα: Ερατώ