Χίλιες σιωπές – Μέρος 4ο ΦΙΝΑΛΕ

«Μωρέ γυναίκα έχεις δει καμιά αλλαγή στο κορίτσι μας;» ρώτησε ο Κυρ Ανέστης.

«Ποια απ’ όλες βρε πασά μου;» ρώτησε γελώντας η γυναίκα.

«Να, για το μικρό λέω μωρέ. Το Αννιώ» της απάντησε

«Τώρα που το λες, όλο λίγο αφηρημένη είναι, όλο σαν να ονειροβατεί, άσε που δεν τρώει παρά μόνο όταν έρχεται μαζί σου στο χωράφι. Τις προάλλες που ξύπνησα να πιώ λίγο νερό, την είδα να κάθεται στο παράθυρο και να χαζεύει τον ουρανό! Λες να έπαθε τίποτα το μικρό μας;» ανησύχησε

«Μπα βρε γυναίκα, ξέχασες τα δικά μας; Ερωτευμένο είναι το Αννιώ μας» είπε με ένα χαμόγελο πλατύ και της έκλεισε το μάτι.

«Ούιιιι! Πώς δεν το κατάλαβα βρε Ανέστη μου! Και για να το λες έτσι εσύ θα ξέρεις και με ποιον!»

«Είναι εκεί δα, ένας από τους εργάτες μας. Ξέρεις, αυτός με τα πράσινα μάτια…» είπε λίγο πιο συγκρατημένα ο κυρ Ανέστης

«Ποιος; Ο ζαβός; Ο μουγκός; Δεν είναι αστεία πράματα αυτά Ανέστη! Μην με λες κουταμάρες!» νευρίασε η γυναίκα τώρα

«Γιατί καλέ γυναίκα τι πειράζει; Καλό παιδί είναι, ήσυχο και αν δεις πως την κοιτά μες τα μάτια…»

«Μόνο αυτό θα μπορεί να κάνει!” έβαλε τώρα τις φωνές εκείνη. “Μόνο να την κοιτά! Ο μουγκός!» ύστερα έπιασε με τα χέρια το κεφάλι της. «Συμφορά που μας βρήκε! Και τι του βρήκε του ζαβού; Θα το μάθει το χωριό και θα μας πάρει στο ψιλό. Εγώ μια φορά σε αυτόν δεν την δίνω!» τελείωσε το παραλήρημά της. Μα πριν βγει από την πόρτα της κάμαρης συνέχισε «Και κοίτα να τον μαζέψεις, μην έχουμε χειρότερα!».

Ο κυρ Ανέστης ήξερε πως αυτό που συνέβαινε ανάμεσα στα δυο παιδιά ήταν όμορφο. Πολύ όμορφο. Και αγνό. Το έβλεπε στα μάτια τους. Και δεν του πήγαινε η καρδιά να το χαλάσει. Αποφάσισε λοιπόν να βρει ένα τρόπο να τους βοηθήσει. Κρυφά από την γυναίκα του.

Κατέβηκε το λοιπόν, στην πόλη την επόμενη βδομάδα. Είπε ότι ήθελε να βρει ένα καινούριο λίπασμα για την θερινή σπορά, αλλά ήθελε να ψάξει να βρει έναν τρόπο να βοηθήσει τα δυο παιδιά. Πρώτα ρώτησε τον γιατρό.
«Αυτό που μου περιγράφετε, είναι πιθανόν περίπτωση ακούοντα με αλαλία» είπε ο ντόκτορ

Ο κυρ Ανέστης τον κοίταξε αμίλητος.
«Εννοώ κύριε Ανέστη πως το άτομο στο οποίο αναφέρεστε πιθανόν να ακούει, αλλά να μην μπορεί να μιλήσει. Άρα υπάρχει η δυνατότητα να επικοινωνήσετε μαζί του. Αφού σας ακούει… Αν θέλει μπορεί να μάθει να γράφει. Αν θέλει μπορεί να μάθει και την νοηματική γλώσσα. Υπάρχει σχολείο εδώ στην Αθήνα. Αλλά η νοηματική γλώσσα θα έχει νόημα μόνο αν μάθει και κάποιος άλλος μαζί του ώστε να επικοινωνούν».

Έψαξε να βρει πού θα μπορούσε κοτζάμ άντρας να μάθει να γράφει. Στο σχολείο του χωριού δεν τολμούσε να ρωτήσει, οπότε μιας και ήταν στην πόλη ρώτησε σε ένα εκεί, που ήταν ιδιωτικό.

Μπερδεμένος γύρισε στο χωριό.
«Τι έπαθες Ανέστη μου; Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός; Ακρίβυνε το λίπασμα;» τον ρώτησε η γυναίκα του.

«Όχι κορίτσι μου, μην ανησυχείς, όλα καλά. Μόνο λίγο κουράστηκα στο ταξίδι. Τα κορίτσια μας; Κοιμούνται;»

«Ναι, πριν λίγο έπεσαν όλα. Εκτός από την μικρή. Κάνει ότι κοιμάται, αλλά όλο στριφογυρίζει στο κρεβάτι της” του είπε όλο νόημα και έτοιμη για καυγά. Όμως ο κυρ Ανέστης δεν είχε διάθεση για κουβέντα και πήγε στο κρεβάτι τους.

Την επομένη, πριν καλά ξεκινήσει η δουλειά ο κυρ Ανέστης έπιασε τον Άλκη.
«Άλκη να σου πω λίγο…» ξεκίνησε

Το αγόρι ξαφνιάστηκε. Μόνο η Αννιώ τον φώναζε με αυτό το όνομα.
«Μην γουρλώνεις έτσι τα μάτια σου παλικάρι μου. Ξέρω που η μικρή μου σε “βάφτισε” και νομίζω σου ταιριάζει το όνομα πολύ»

Γέλασε ο Άλκης και ελάφρυνε λίγο το βλέμμα του.
«Σας έχω δει Άλκη. Κάθε μέρα που κάθεστε μαζί κάτω από το δέντρο.»

Ο Άλκης έσκυψε το κεφάλι από ντροπή και όταν το ξανασήκωσε ήταν κατακόκκινος. Ήθελε με τα μάτια του να απολογηθεί, μα δεν μπορούσε. Αχ αυτή η σιωπή του! Πόσο θα ήθελε να μπορούσε τώρα να την λύσει!
«Μην ντρέπεσαι παιδί μου. Την αγαπάς;»

Τα μάτια του έλαμψαν και το κοκκίνισμα έγινε ακόμα πιο έντονο όταν έγνεψε το ναι.
«Το πιστεύω. Και νομίζω και εκείνη. Μα βρε αγόρι μου πώς θα ζήσετε; Τώρα είναι όλα απλά και ωραία. Αυτή σε ρωτά και εσύ γνέφεις ναι και όχι. Μα σαν ζορίσουν τα πράγματα; Σαν έρθει ένα παιδί; Τι θα γίνεται τότε; Με το ναι και με το όχι δεν μεγαλώνουν τα κοπελάκια».

Ο Άλκης δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Το κεφάλι του βούιζε. Το ήξερε πως ο κυρ Ανέστης είχε δίκιο. Πως ήταν λίγος για την κόρη του. Πως δεν μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη. Μα θα έδινε τα πάντα για να μπορούσε να μιλά. Κατέβασε απλά το κεφάλι. Έπιασε από την τσέπη του το μαντηλάκι της Αννιώς και το έσφιξε δυνατά να πάρει δύναμη για αυτό που περίμενε να ακούσει από το αφεντικό του. Να του απαγορέψει να την ξαναδεί.
«Η γυναίκα μου δεν σε θέλει. Νομίζει πως δεν θα μπορέσεις να κάνεις την κόρη μου ευτυχισμένη. Εγώ όμως ξέρω πως η ζωή θέλει πρώτα αγάπη και ύστερα επικοινωνία. Εσύ καταπώς λες την αγαπάς. Μένει τώρα να μάθεις και να επικοινωνείς μαζί της»

Ο Άλκης δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Σήκωσε το γεμάτο ευγνωμοσύνη βλέμμα και κοίταξε τον κυρ Ανέστη.
«Πήγα στην πόλη. Υπάρχει ένα σχολείο για να μάθουν γράμματα οι μεγάλοι. Είναι απογευματινό. Πάνε όλοι μετά τις δουλειές τους. Ρώτησα τον διευθυντή. Αν το θες μπορείς να πας. Τα έξοδα θα τα πληρώσω εγώ. Θα σε μάθουν να γράφεις μέσα σε τρεις μήνες. Έπειτα αν θες, έλα να την ζητήσεις την Αννιώ. Θα μιλήσω και εγώ στην κυρά να μαλακώσει. Ξέρω πως ούτε αυτό θα είναι εύκολο, μα σκέφτηκα πως αν βαστάς ένα χαρτάκι και ένα μολυβάκι πάντα στην τσέπη σου, δεν θα είναι δα και τόσο δύσκολο να λες στους άλλους αυτό που σκέφτεσαι και θες.»

Ο Άλκης δεν περίμενε αυτά που άκουσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει στην τύχη του. Τα μάτια του βούρκωσαν. Αυθόρμητα άνοιξε τα χέρια του να αγκαλιάσει τον κυρ Ανέστη, μα πριν τον πλησιάσει κόμπιασε λίγο. Δεν ήξερε αν θα ήθελε. Μα ο κυρ Ανέστης είχε ήδη ανοίξει την αγκαλιά του. Την είχε ανοίξει πολύ καιρό τώρα για αυτό το παλικάρι.

※※※※※

Χωρίς να αφήσει λεπτό το ύφασμα από τα χέρια του, μπήκε στον χώρο όπου έμελλε για τους επόμενους μήνες να του ανοίξουν καινούριους ορίζοντες στην ζωή του. Είχε πολλές σκέψεις στο κεφάλι του. Πολλούς φόβους. Μα πάνω απ’ όλα κυριαρχούσε η σκέψη της Αννιώς. Ο κυρ Ανέστης του είχε γράψει σε ένα χαρτάκι του όνομά του και είχε ήδη μιλήσει με τον δάσκαλό του για την περίπτωσή του.

Όταν λοιπόν πλησίασε τον σαραντάρη με τα γυαλιά και του έδωσε το χαρτάκι με το όνομά του, το πλατύ του χαμόγελο και το θερμό «Καλώς ήρθες Άλκη!» που του είπε, ηρέμησε για λίγο του παλμούς της καρδιάς του.

Κάθισε σε ένα θρανία μακριά από τους υπόλοιπους, για να σιγουρευτεί πως δεν θα τον ενοχλήσει κανείς και άκουσε τον δάσκαλο να λέει.
«Καλησπέρα σε όλους. Για τους επόμενους τρεις μήνες, θα βρισκόμαστε καθημερινά εδώ να προσπαθήσουμε να μάθουμε μαζί να γράφουμε και για όσους από εσάς μπορούν και να διαβάζουν…»

Έτσι, έγινε η αρχή στο σχολείο για τον Άλκη. Κάθε απόγευμα, μετά τα χωράφια, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο, φορούσε τα ρούχα τα καλά και πήγαινε για την πόλη με τα πόδια. Η διαδρομή δεν ήταν ούτε μιας ώρας, άλλωστε του έδινε χρόνο να σκέφτεται και να θυμάται το μάθημα της προηγούμενης μέρας. Κάποιες φορές τον έπαιρνε κανένας που περνούσε με το κάρο. Είχε μαζί του ένα μικρό σημειωματάριο και όταν τον ρωτούσαν που πάει τους έγραφε «στην πόλη» και αν συμφωνούσαν να τον πάρουν σημείωνε πάλι «ευχαριστώ». Ήταν από τις πρώτες λέξεις που είχε μάθει.

※※※※※

Στο Αννιώ δεν είχε πει τίποτα. Ήθελε να της κάνει έκπληξη. Εκείνη συνέχιζε κάθε μεσημέρι να περνά χρόνο μαζί του, να μοιράζονται στιγμές και σιωπές και τα αισθήματα μεταξύ τους γινόντουσαν όλο και πιο έντονα.

Την τελευταία μέρα του σχολείου, ο Άλκης δεν άντεξε. Εκεί που του μιλούσε για την μέρα της, έβγαλε το σημειωματάριό του και της έγραψε «Σ’ αγαπώ Αννιώ».
Η κοπέλα δεν πίστευε στα μάτια της.
«Μα πώς; Εσύ δεν ήξερες να γράφεις! Πώς έγινε αυτό;» είπε σχεδόν τσιρίζοντας από την χαρά της.
Ο Άλκης πήρε λίγα δευτερόλεπτα να γράφει και της έδειξε «Θα στα εξηγήσω όλα, μα πρώτα θέλω να μου πεις. Με αγαπάς;»
Η κοπέλα έγνεψε θετικά. Ήταν η σειρά της να μιλήσει με σιωπές.

Ο Άλκης της γέλασε και ύστερα έγραψε λίγο ακόμα
«Θα με παντρευτείς;»

Η Αννιώ δάκρυσε, νόμιζε πως ζούσε σε ένα παραμύθι. Έγνεψε πάλι το ναι. Ο Άλκης την κοίταξε βαθιά μες τα μάτια. Ήταν πολλά ακόμα που ήθελε να της γράψει, μα τώρα ήξερε πως θα είχαν χρόνο, θα είχαν τρόπο. Ως τώρα μιλούσαν μόνο με τις σιωπές τους. Χίλιες σιωπές είχαν μιλήσει αυτά τα δύο παιδιά.

Πλησίασε το κεφάλι του στο δικό της. Με το χέρι του χάιδεψε το μάγουλό της και ύστερα την φίλησε για πρώτη φορά, με ένα φιλί που έλεγε όλα όσα είχε κρύψει τόσο καιρό στην καρδιά του.

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading