Libro d’ Oro

Κόμης Λέανδρος Κρημάς από την Ρουμανία νυμφεύεται, την κόμισα Μαγδαληνή Λινού από την Ιταλία εν έτη 1844, και η οικογένεια τους πολιτογραφείτε, Ιόνιοι πολίτες. Το οικόσημο των Κρημά «φέρει» δυο λύκους και ημι-πανσέληνο, δείγμα ηγεσίας και απόκοσμης δύναμης αναφέρει η Libro d’ Oro, η χρυσή βίβλος των ευγενών της Κέρκυρας.

Το ζευγάρι προκάλεσε αρκετά «κουτσομπολιά» λόγω της διαφοράς ηλικίας της κόμισσας από τον κόμη. Η κόμισα 35 χρόνων ο κόμης μόλις 20! Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια να τους χωρίζουν και δυο δυνατές οικογένειες να στέκουν εμπόδιο σε κάθε κίνησή τους! Πώς κατάφερε η κόμισα να πείσει και τις δυο οικογένειες να γίνει αυτός ο γάμος και πώς γοήτευσε έναν τόσο όμορφο και κατά πολύ μικρότερο της άνδρα, με την ίδια να είναι θα λέγαμε όχι ακριβώς όμορφη; Χαρακτηριστικό της κόμισσας υπήρξε η γαμψή γερακίσια μύτη.

Η κόμισα Λινού με εκλεκτό σόι, και μεγάλη περιουσία, το τρίτο παιδί της οικογένειας Λινού, από μικρή ένιωθε στην καρδιά της, την ανεξαρτησία και την δύναμη του φύλου της. Οι γονείς, παρείχαν φυσικά όλες τις απαραίτητες γνώσεις που απαιτούσε η τάξη τους γαλλικά, πιάνο, χορό μα η Μαγδαληνή σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες αδελφές της, δεν ενδιαφερόταν να «κατακτήσει» αυτά τα ταλέντα, διότι από μικρή δήλωνε πως δεν ήθελε να παντρευτεί! Κάθε φορά που δήλωνε πως ο γάμος δεν την ενδιέφερε, την μπουντρούμιαζε ο κόμης πατέρας της, αλλά καμία βελτίωση, καμία πρόοδο δεν έκανε μαζί της. Και έτσι είπε να την «πάρει» με το καλό.
«Τι θες γλυκιά μου, αν δεν παντρευτείς ποιο το νόημα της ζωής σου;»
«Πατέρα μου, θέλω να γίνω άνδρας, χωρίς να σταματήσω να είμαι γυναίκα! Θέλω να διοικώ, θέλω να μιλώ πολιτικά, θέλω να μάθω την τέχνη του σπαθιού, να μάθω να ιππεύω αντρικά, να πίνω, να μεθώ και να …» ένα χαστούκι προσγειώθηκε στο μάγουλό της και ο πατέρας έξαλλος της φώναξε να φύγει από την κάμαρη, να μην την ξαναδεί μπροστά του αν δεν πειθαρχήσει στους τρόπους της καλής συμπεριφοράς που απαιτεί η τάξη τους! Στο δωμάτιό της νηστική θα έμενε, θα δήλωνε μεταμέλεια για τα λόγια που άφησε το στόμα της να πει. Ο πάτερ έτρεξε εσπευσμένα στην κάμαρή της να την μεταλάβει, να μετανοήσει που η σκέψη της ξεστράτισε και πήρε λάθος δρόμο, αλίμονο παιδί ήταν ακόμα, θα μετανοήσει, διαβεβαίωνε τους γονείς της. Αλλιώς την περίμενε το μοναστήρι! Το είχε πάρει απόφαση ο πατέρας, καλύτερα στο μοναστήρι, παρά άγαμη! Προκοπή δεν θα έβλεπε από εκείνη! Μα ίσως, γνωρίζετε, πως όταν η θέληση υπάρχει, τότε και ο τρόπος βρίσκεται και το μυαλό δουλεύει. Και η Μαγδαληνή και μυαλό είχε και τον τρόπο τον βρήκε! Τιμωρημένη στο δωμάτιο της, ώρες παρατηρούσε τον ζωγράφο που καλλιτεχνούσε την εκκλησία απέναντί της! Πόσο θα ήθελε να μάθαινε τα χρώματα, τα σχέδια, πόσο θα ήθελε να ζωγραφίζει, ελεύθερη να γίνει.

Κατάφερε την μητέρα, να της επιτραπεί η συχνή επίσκεψη στο μοναστήρι και έπεισε τον αμαξά να την αφήνει σιμά στον ζωγράφο, αφού πρώτα στην άμαξα άλλαζε και φορούσε παντελόνια, αγόρι να δείχνει. Το όχι τόσο όμορφο παρουσιαστικό της, βοηθούσε. Τρεις μήνες μαθήτευε κοντά στον ζωγράφο, πατέρα της τον ένιωθε. Μα για μην αποκαλυφθεί πήγαινε και στο μοναστήρι και πρότεινε στον ηγούμενο να αντιγράψει τα ιερά κείμενα και να τα φιλοτεχνήσει. Αυτή ήταν και η δικαιολογημένη απουσία της. Ο καλός ζωγράφος, ο πατέρας της καρδιά της, κατάλαβε ότι ήταν κορίτσι και με την σοφία των πολλών χρόνων του, της έμαθε όσα η καρδιά της λαχταρούσε. Ζωγραφική, χαρακτική, την τέχνη του σχεδίου, της δίδαξε ακόμα και γεωμετρία, την μύησε σε συμπαντικές αλήθειες, ενίσχυσε την δύναμη του μυαλού της, της έμαθε να μιλά όμορφα και συνετά . Στην ηρεμία του μοναστηριού, τα ξανάφερνε στην μνήμη της, τα επαλήθευε στο μυαλό της, τα δημιουργούσε ξανά και ξανά, μέχρι να τα κατανοήσει πλήρως, μέχρι που να τα κάνει κτήμα της.

Η «χάρη» όμως όταν γίνεται και μυστικό ζητάς να μείνει, περιμένει ανταπόδοση! Ο αμαξάς την έπιασε στον στάβλο, «μικρή» της είπε «θα φέρω τον αδελφό μου να κρυφτεί, λίγο καιρό θα μείνει, αύριο όπως θα φτάνουμε στο μοναστήρι μαζί σου θα μπει στην άμαξα, μην μαρτυρήσεις χάθηκες!»

Όρμησε στην άμαξα σαν χείμαρρος, ήταν ελεεινός, άπλυτος, τα χνώτα του μύριζαν ποτό και η όψη του απόλυτα αγριεμένη. Από την ζώνη κρεμόταν ένα σπαθί, το μοναδικό καθαρό και γυαλισμένο πάνω του και θα έπαιρνε όρκο, πως κάπου στα κουρελιασμένα ρούχα του, έκρυβε και όπλο. Μαζεύτηκε στην γωνία της άμαξας και κατέβασε το βλέμμα. Δεν ήθελε με τίποτα να τον προκαλέσει, δεν ήθελε με τίποτα να του μιλήσει. Εκείνος διασκέδασε με την αμηχανία της, τής άγγιξε περιπαικτικά το γόνατο, μηχανικά εκείνη τον κλώτσησε στο καλάμι και τον χαστούκισε με δύναμη. Εκείνος γέλασε δυνατά κάνοντάς την να κοκκινίζει από θυμό. «Πώς τόλμησε ο άξεστος να την αγγίξει;” Ο άξεστος όμως είχε κάτι που ήθελε. Είχε σπαθί, και δέχτηκε να της μάθει να το χρησιμοποιεί.

Μέχρι τα δεκαεπτά της, η Μαγδαληνή κατείχε γνώσεις και ταλέντα, που στα «σαλόνια» της εποχής, ήταν άγνωστα. Τα έμαθε με κάθε δυνατό τρόπο, συγκαλύπτοντάς τα, με τον καθωσπρεπισμό της κοινωνικής τάξης της! Τα προξενιά είχαν ήδη ξεκινήσει για την πρώτη και μεγαλύτερη αδελφή της, δεν θα αργούσαν και τα δικά της. Θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο αποφυγής του γάμου, κυρίως της αποφυγής του εξευτελισμού της οικογένεια της, εφόσον είχε φροντίσει να «χάσει» την παρθενιά της. Για εκείνην δεν είχε σημασία το πώς, με ποιον και γιατί, ήθελε απλά σαν κατάρα να διώξει, εκείνο που θεωρούνταν ύψιστη αρετή και προϋπόθεση γάμου «η παρθενία της νύφης». Όχι δεν θα παντρευόταν, και για να το σιγουρέψει, δέχτηκε να γίνει ερωμένη. Επαναστάτησε χωρίς να σκεφτεί τον τρόπο, παρά μόνο τον σκοπό. Δεν υπολόγισε όμως ορθά τα αισθήματα της, στην ζυγαριά του έρωτα έχασε και ερωτεύτηκε αυτόν τον μεγαλύτερό της κατά είκοσι χρόνια άνδρα, που την μύησε στα μυστικά των σαρκικών απολαύσεων και ηδονών, στα ερωτικά μονοπάτια και επιθυμίες! Συναντήθηκαν πρώτη φορά στο σπίτι του ζωγράφου δασκάλου και αργότερα για ιππασία στα δάση κοντά στο σπίτι της, χωρίς καμία αίσθηση κινδύνου, αν κάποιος τους δει, χωρίς καμία προκατάληψη, χόρευαν ένα δικό τους χορό. Αλίμονο, όταν εκείνος, παρουσιάστηκε προξενιό στην μεγαλύτερη αδελφή της, ο πόνος της καρδιά οξύς το μυαλό κατέρρευσε, ακολουθώντας το σώμα. Δυο μήνες στο κρεβάτι, με απόλυτη άρνηση ζωής και φαγητού, οριακά πριν πεθάνει από αγάπη! Το πήρε απόφαση πως πλέον της άρμοζε ή ο θάνατος ή το μοναστήρι! Και από τα δυο επέλεξε το δεύτερο.

Πέντε χρόνια έμεινε στο μοναστήρι, μέχρι εκείνη την νύχτα που πειρατές επιτέθηκαν, να ληστέψουν και να βιάσουν στο πέρασμα τους, να κάψουν, να καταστρέψουν. Πώς καταστρέφεις, κάτι που είναι ήδη κατεστραμμένο αλήθεια; Δεν σταμάτησε να συνεχίζει να παλεύει για την ζωή της, την επιβίωση της πλέον. Την πήραν λάφυρο, να την πουλήσουν στα δουλοπάζαρα της Αιγύπτου, αφού πρώτα βιάστηκε πολλές φορές. Γέλαγαν με την μύτη της, μίλαγαν σε γλώσσες που δεν καταλάβαινε, την κοίταζαν, αλυσοδεμένη σαν εμπόρευμα, τα καπούλια, τα στήθη, τα μπράτσα, τα δόντια, τι θα μπορούσε να τους προσφέρει, πού θα μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν. Παζάρι για να την αποκτήσουν, ταπείνωση, εξευτελισμός και ένας ακόμα άνδρας να λέει συνεχώς πως είναι ο αφέντης της! Και ξανά και πάλι, από το ένα δουλοπάζαρο στο άλλο, μέχρι που κατέληξε στο αρχοντικό του γερό Κρημά, εξαθλιωμένη πλήρως, μα με μια άσβηστη σπιρτάδα επιβίωσης, που από νωρίς την ξεχώρισε, στα μάτια του γέρου. Ο γερό Κρημάς,την διάλεξε για ένα «κοινωνικό πείραμα» όπως συνήθιζε να λέει στους κοινωνικούς κύκλους με τους οποίους συσχετιζόταν. «Αυτή την γυναίκα κύριοι θα την μετατρέψω σε ρήτορα και σε λίγα χρόνια θα υποκλίνεστε μπροστά στην ευφράδειά και επιχειρηματολογία της».

Της φέρθηκε ισότιμα, την δίδαξε την τέχνη της ρητορείας, την συγκλόνισε η δύναμη του λόγου του, η καρδιά της αγάπησε την πατρική φιγούρα που τόσο της είχε λείψει, τον μέντορα των ονείρων της, τον συνάντησε στο πρόσωπό του. Ήταν η επιτυχία του αποτελέσματος που προκάλεσε τον φθόνο των συγγενών του γερού Κρημά, στην μακρινή Ρουμανία. «Θα του φάει την περιουσία» έλεγαν οι αδελφές του, μια που ο γερό Κρημάς είχε μείνει άκληρος, η περιούσια του μετά θάνατο θα πήγαινε στην οικογένειά του, τις δυο δηλαδή αδελφές του. «Και αν την παντρευτεί, τι θα γίνει;» συζητούσε η μια αδελφή με την άλλη και κάπως έτσι αποφάσισαν να τον επισκεφτούν με τους συζύγους τους, στην μακρινή Ιταλία. Μπαούλα ετοιμάστηκαν και στάλθηκαν πρώτα, με τα φορέματα και τα είδη προσωπικής φροντίδας, οι υπηρέτες έφτασαν στον σπίτι του γέρο κόμη, δωμάτια τακτοποιήθηκαν και οι μαγείρισσες λάβαν θέση για τον ερχομό των δυο οικογενειών.

Τρεις μήνες προσπαθούσαν να πείσουν τον αδελφό τους, πως δεν «αρμόζει» στην κοινωνική θέση της οικογένειάς τους, να υπάρχει στο σπίτι του μια γυναίκα χωρίς να έχει προσδιοριστεί ο ρόλος της, μια δούλα που μεταμορφώθηκε σε ρήτορα, πού ακούστηκε και τι του ήταν τελικά;
«Έχετε δίκιο» τους είπε σκεπτικά ο γερό Κρημάς «Ας την φωνάξουμε να την ρωτήσουμε τι θα ήθελε να μου είναι»

Τρεις επιλογές της έδωσαν, να παντρευτεί τον γερό Κρημά με την περιούσια να μένει στο ζευγάρι, να παντρευτεί τον ανιψιό του γερό Κρημά με την περιούσια να μένει στην οικογένεια, ή να φύγει ελεύθερη να κάνει ότι θελήσει. Ο όρος του γερό Κρημά ήταν ότι θα αποφάσιζε η ίδια. Ο λόγος της σοφός και μετρημένος, δίκαιος και τίμιος, όπως άρμοζε στον χαρακτήρα της. Συστήθηκε σε όλους με το πατρικό της όνομα και την κοινωνική της θέση, δήλωσε ευθέως πως είναι κατά του γάμου, αλλά όχι κατά του έρωτα, πως το πνεύμα της είναι διαθέσιμο και πρόθυμο σε κάθε τι που την εξιτάρει και την εξελίσσει, μην λογαριάζοντας τα πρέπει και τα δήθεν. Θα ήθελε να ζήσει μόνη και ελεύθερη, της άρεσαν όμως τα χρήματα σαν μέσο εξουσίας σε συνδυασμό με τα επιχειρήματα και την κοινωνική θέση που χρειάζεται κάποιος να κατέχει έτσι ώστε να «τον πάρουν στα σοβαρά». Αγαπάει με συντροφικότητα τον μέντορά της, του χρωστά την ζωή της και απέραντη ευγνωμοσύνη, αλλά δεν θα μπορούσε πότε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του. Θεωρεί ιδιαίτερα εγωιστικό να κρατήσει την περιουσία μετά θάνατό του, αποκλειστικά και μόνο δική της όταν μια ολόκληρη οικογένεια εξαρτάται από αυτήν. Θα παντρευόταν τον ανιψιό του Κρημά, σε ουδέτερη χώρα κάπου που θα μπορούν να κάνουν μια νέα αρχή, αφού πρώτα ενημέρωνε την οικογένειά της πως είναι ζωντανή. Τα υπόλοιπα θα τα «έβρισκε» με τον μελλοντικό σύζυγό της!

Η οικογένεια της δεν την δέχτηκε ποτέ και ένας αστάθμητος παράγοντας ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της που είχε μάθει για την παρελθοντική σχέση της με τον άνδρα της. Έτσι η Μαγδαληνή πορεύτηκε μόνη της! Αυτοπαρουσιάστηκε σαν μια πλούσια μακρινή συγγενής στη οικογένεια Λινού της Κέρκυρας! Και ποιος δεν θα ήθελε άλλωστε την πλούσια και γεμάτο πνεύμα προσωπικότητά της; Με τον σύζυγο της, φημολογείται πως έκαναν μια ιδιότυπη συμφωνία, που συμπεριλάμβανε άλλες γυναίκες στο κρεβάτι του και απογόνους που αναγνωρίστηκαν ως νόμιμοι από το ζεύγος Κρημά με μια πολυπληθής οικογένεια που απαριθμούσε οχτώ κόρες και δέκα γιους εκ των οποίων δικηγόροι, γιατροί και πολιτικοί. Καμία κόρη δυστυχώς, δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον κοινωνικό κώδικα της εποχής της, άλλα όλες λάτρευαν το κέντρο αναφοράς τους, την Μαγδαληνή που απέκτησε μέχρι και φήμη μάγισσας, λόγω της γαμψής γερακίσιας μύτης ενός απωθημένου κοινωνικού φθόνου που πάντα την κατέτρεχε. Έζησε ευτυχισμένη και ελεύθερη μέχρι τα βαθιά γεράματα και σκόρπισε απέραντη γνώση, αγάπη και σοφία σε όλους του κατοίκους του λατρεμένου νησιού της.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading