Στ’ ορκίζομαι πως θα το κόψω (Μέρος 3ο)

Η Γεωργία άρχισε να γίνεται όλο και πιο ανήσυχη, μα και παρατηρητική. Εκεί που ο Σπύρος ήταν ένα επιμελές παιδί όσον αφορά το σχολείο και τα διαβάσματά του, άρχισε να γίνεται αδιάφορος. Ήταν πλέον σίγουρη ότι ήταν μπλεγμένος, δεν ήξερε όμως ακριβώς με τι και πόσο βαθιά. Έβλεπε μάτια κόκκινα, άλλοτε ενεργητικός και πρόσχαρος, άλλοτε νωχελικός και χαμένος. Προσπάθησε άλλη μια προσέγγιση ώστε να μάθει τι ήταν αυτό που ρουφούσε την ζωή από μέσα του. Η έκρηξη ήταν ακόμη χειρότερη.

Τα χνώτα του πολλές φορές μύριζαν κάτι μπλεγμένο με αλκοόλ. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Ο γιος της, ένα παιδί 17 χρόνων, να έχει αρχίσει από τόσο νωρίς να δίνεται στο αλκοόλ και τις ουσίες. Ώσπου ένα απόγευμα δεν άντεξε, ήθελε να μάθει την αλήθεια. Γιατί κάτι τα άδεια κουτάκια μπίρας που έβρισκε στο δωμάτιο προσεκτικά καταχωνιασμένα, κάτι τρίμματα από κάτι που δεν αναγνώριζε, έπρεπε να δει με τα μάτια της τι είχε να αντιμετωπίσει.

Τον είδε στην πλατεία με την υπόλοιπη παρέα του. Της κόπηκαν τα πόδια όταν τον αντίκρισε να καπνίζει και να πίνει. Τότε κατάλαβε τι ήταν αυτό που κάπνιζε, πως αυτό ήταν που του άλλαζε την διάθεση και του κοκκίνιζε τα μάτια. Θόλωσαν όλα γύρω της, τρελάθηκε. Άρχισε να κλαίει, με ένα κλάμα βουβό και ας έβγαινε από τα βάθη της ψυχής της. Πώς γίνεται το δικό της το παιδί, που του είχε εξηγήσει όλους τους κινδύνους, που ήταν πλάι του για όλα, που το φρόντιζε όσο περισσότερο γινόταν! Πώς είναι δυνατόν μετά από όσα του είχε πει για τις εξαρτήσεις και τα ναρκωτικά, να παρασύρθηκε;

Ήξερε την περιέργεια που είχε από μικρό παιδί για καθετί νέο. Πάντα λαχταρούσε να εξερευνήσει καθετί άγνωστο βρισκόταν στον δρόμο του, οτιδήποτε διαφορετικό από την νόρμα και τα συνηθισμένα. Αυτό όμως παραπάει. Πώς μπορεί να θέλει να εξερευνήσει τέτοια σκοτεινά μονοπάτια, που οδηγούν σε δρόμους επικίνδυνους; Διότι ήξερε πως άμα μπλέξεις, δύσκολα αποτραβιέσαι από αυτούς τους κύκλους. Και ακόμη δυσκολότερα σε αφήνουν να φύγεις. Δεν θα το άφηνε έτσι, δεν μπορούσε να παρατήσει την μάχη για το παιδί της σε κάτι τέτοιο.

Γύρισε σπίτι καταρρακωμένη. Ξέσπασε σε ένα κλάμα γοερό, θαρρείς και κάποιος της ξερίζωνε την ψυχή. Έπρεπε να μιλήσει του Δημήτρη, δεν μπορούσε να το σηκώσει αυτό το βάρος ολομόναχη, είχε άλλωστε και ακόμη ένα παιδί που την είχε ανάγκη. Η Ελενίτσα της ήταν στο γυμνάσιο ακόμη, δεν μπορούσε να την αφήσει στο έλεος, την χρειαζόταν και εκείνη. Μόλις επέστρεψε ο Δημήτρης, του τα είπε όλα. Όσα είδε να διαδραματίζονται στην πλατεία. Για λίγα λεπτά επικράτησε σιωπή μεταξύ τους. Έβλεπε κάτι σαν απάθεια στο βλέμμα του, αλλά αποκλείεται να αδιαφορούσε για το ίδιο του το παιδί. Η απάντηση που πήρε την άφησε άναυδη «Εγώ τι θέλεις να κάνω δηλαδή τώρα, μου λες; Τόσο καιρό, όποτε μιλούσα μου έλεγες πως δεν μου πέφτει λόγος, πως εσύ ξέρεις πώς πρέπει να μεγαλώσεις τα παιδιά. Τα παιδιά σου! Λες και μένα δεν είναι παιδιά μου, λες και τα έκανες μόνη σου. Με έβαζες στην άκρη, μέχρι που ούτε τα παιδιά δεν με άκουγαν, δεν μου έδιναν σημασία, δεν μετρούσε για εκείνα ο λόγος μου. Τώρα λοιπόν πώς περιμένεις να με ακούσει ο γιος σου; 18 ολόκληρα χρόνια του έδειξες πως εμένα δεν υπάρχει λόγος να με ακούει, να με μετράει, περιμένεις ότι θα το κάνει τώρα; Φώναζα τόσο καιρό Γεωργία, δεν άκουγες, από την πρώτη στιγμή με υποβίβαζες στα μάτια τους, έθιγες την υπόληψή μου, τον λόγο μου, μέχρι και τον ανδρισμό μου. Πώς περιμένεις ο Σπύρος ΣΟΥ τώρα να με ακούσει; Να με λογαριάσει; Να μου δώσει έστω σημασία; Κατάφερες να με κρατήσεις στην γωνία και όσο και να φώναζα, ήταν σαν να μιλούσα σε τοίχο. Μέχρι που κουράστηκα, βαρέθηκα να προσπαθώ και να ματώνω το κεφάλι μου στο τοίχο σου. Έρχεσαι τώρα να μου πεις ότι έμπλεξε, όταν θα έπρεπε να είχες ταρακουνηθεί από την αρχή. Ήρθες πριν ποσό καιρό να μου πεις τις ανησυχίες σου, αλλά δεν σε άκουσα, γιατί είχα βαρεθεί τις υστερίες σου. Είχα βαρεθεί την προσκόλλησή σου πάνω στο Σπύρο. Εγώ και η Ελένη δεν υπήρχαμε για σένα. Έχεις και άλλο παιδί αν το ξέχασες, μα δεν υπήρξες μάνα για αυτό όπως για τον Σπύρο. Δεν σε άκουσα τότε και φταις εσύ για αυτό. Τον έπνιξες, δεν τον άφησες να πάρει ανάσα, ήσουν μονίμως πάνω του. Τώρα λοιπόν με χρειάζεσαι; Χρειάζεσαι την βοήθειά μου; Τόσο καιρό πού ήμουν στην οικογένειά μας; Θα σου πω εγώ! Στην γωνία, στα παρασκήνια, λες και ήμουν κομπάρσος. Ακόμη και τώρα ζητάς βοήθεια και όχι να μπω μπροστά για να σωθεί το παιδί μας πριν είναι αργά. Γιατί είναι ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ Γεωργία ΠΑΙ ΔΙ ΜΑΣ! Όσο και να μην θες να το καταλάβεις. Σε ρωτάω λοιπόν, με θες κομπάρσο ή συνοδοιπόρο; Θες απλά βοήθεια ή την ενεργή μου παρουσία σε αυτό; Έχεις μέχρι το βράδυ να αποφασίσεις ποια θα είναι η πορεία από εδώ και στο εξής…». Αυτά της είπε ο Δημήτρης και αποχώρησε.

Έμεινε η Γεωργία να κοιτάζει τον Δημήτρη να απομακρύνεται. Έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στον εγωισμό της και στο καλό του παιδιού της. Και δυστυχώς αυτή η μάχη ήταν σκληρή, γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί πως είχε αποτύχει τόσο πολύ. Για πρώτη φορά ήταν σε ένα αδιέξοδο….

Αθηναΐδα Κ.

One response to “Στ’ ορκίζομαι πως θα το κόψω (Μέρος 3ο)”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading