Τη Βάνα τη μεγάλωσαν δύο θείες γεροντοκόρες κι ο θείος Άκης ανύπανδρος κι αυτός, αδέρφια του πατέρα της, ξεβράκωτοι και νηστικοί αριστοκράτες. Όταν πέθανε η μάνα της, ανέλαβαν όλοι μαζί να το κάνουν “άνθρωπο το δύσμοιρο”, όπως διατυμπάνιζαν στη γειτονιά, αφού ο πατέρας της μικρής, πολύ πριν το θάνατο της γυναίκας του, μια ωραία πρωία είπε πάω για τσιγάρα και τσιγάρα έγινε.
Με περίσσιο θράσος ανέβηκε στο αμάξι που του πήρε ο πεθερός δώρο, έβαλε και μια χαζογκόμενα δίπλα και μη τον είδατε τον Παναγή, σε άλλη γη σε άλλα μέρη. Χωρίς καθυστέρηση μετακόμισαν από το ρημαδόσπιτό τους με όλα τα παρτάλια τους στο δίπατο σπίτι της νύφης τους και αργά αλλά σταθερά τα παράσιτα ξεκοκάλιζαν την περιουσία της. Η μάνα της Βάνας, η Ελευθερία, ήταν άσχημη γυναίκα, ξερακιανή και με ένα ελαφρύ τραύλισμα, αλλά είχε ένα πολύ σημαντικό προσόν, ήταν πολύ πλούσια. Από την άλλη ο πατέρας της ήταν πολύ όμορφος, σαν ηθοποιός του κινηματογράφου, μ’ εκείνα τα λευκά ίσια δόντια αλά Χόλιγουντ. Γελούσε διαρκώς για να τα επιδεικνύει, ατσίδας σε όλα του, με μάτια που πετούσαν σπίθες, αλλά με… τρύπιο βρακί. «Παναγή μου, μια ευκαιρία έχουμε να σωθούμε όλοι μας! Κοίτα να καλοπαντρευτείς! Επιτέλους τόσο ομορφιά κάπου να μας φανεί χρήσιμη!» τον συμβούλευαν και γκρίνιαζαν όλη μέρα οι γεροντοκόρες και πες πες τον πείσανε να πάει να γυρέψει δουλειά στο φούρνο της οικογένειας της Ελευθερίας. Φυσικά μόλις πέρασε το κατώφλι του φούρνου, μαζί με τη λαμαρίνα γεμάτη ψωμιά, της ήρθε και μια κεραμίδα στο κεφάλι, αξέχαστη! «Ππππατέρα… να τον πάρουμε! Χρειαζόμαστε χέεεερια τώρα που άνοιξες και τη λιααανική!» ζάλιζε τον πατέρα της η Ελευθερία τάχα από ενδιαφέρον για την επιχείρηση. «Να τον πάρουμε κόρη μου, ό,τι πεις! Βάλτε τον στο ταμείο μπροστά τον μορφονιό, να τον βλέπουν τα κορτσούδια να ψωνίζουν~» και γελούσε δυνατά καταλαβαίνοντας τον ντουβρουτζά που ήρθε στην κόρη του.
Πράγματι τα κορτσούδια αυξήθηκαν, μαζί και οι χήρες και οι ζωντοχήρες για ψωμιά, γλυκά και διάφορα καλούδια που είχε το μαγαζί, αλλά η Ελευθερία εκεί, δίπλα του, σαν το τσομπανόσκυλο. «Τον θθθθθέλω πατέρα!» του έσκασε μετά από λίγους μήνες. «Θα τον πάρεις μωρή αφού τον θες!» είπε ο κυρ Γιώργης. Και τον πήρε με παπά και με κουμπάρο ήθελε δεν ήθελε ο άλλος, αφού έπρεπε να φροντίσει τρία ανύπανδρα αδέλφια. Ο πεθερός είχε περιουσία για όλους. Αφού γεννήθηκε η Ευαγγελία, Βάνα το αριστοκρατικό κατά τη θεία Λαμπρινή, ο παππούς τρελάθηκε από τη χαρά του, έγραψε σπίτια, μαγαζιά, χωράφια ό,τι είχε και δεν είχε στην εγγόνα του και τον φούρνο στην κόρη και τον γαμπρό να το δουλέψουν να αυγατίσουν κι άλλο την περιουσία.
Ρήμαξε η Ελευθερία με το φευγιό του Παναγή, χάζεψε εντελώς, γρήγορα την ξεπάστρεψε ο καημός, την έκλεισε ο πατέρας της στο τρελάδικο κι άφησε την τελευταία του πνοή κι ο ίδιος την ώρα που φούρνιζε ξημερώματα τον άρτο ημών τον επιούσιο.
Κάπως η Βάνα κατάφερε και έφτασε στα έξι όταν εγκαταστάθηκε το τρελόσογο στο σπίτι τους, χωρίς πολύ πολύ να καταλαβαίνει την απουσία των γονέων και του παππού. Το οποίο σόι όλη μέρα μασαμπούκωνε τη Βάνα φαΐ και μετά οπωσδήποτε ύπνο, γιατί ως γνωστόν οι αριστοκράτισσες πρέπει να είναι αφράτες και ξεκούραστες και όχι για να απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα πλούτη, τις βεγγέρες, τα μεγάλα τραπεζώματα με την καλή κοινωνία ωσάν κηδεμόνες του παιδιού. Η Βάνα ξεκίνησε σχολείο την επόμενη χρονιά, οι συμμαθητές της την ονόμασαν “Βάνα η φαγάνα” γιατί… έτρωγε όλο το φαΐ της, ίσως και πολύ περισσότερο από όσο έπρεπε.
Πέρασε δύσκολα σχολικά χρόνια η Βανούλα, με πολύ βία, πολύ κλάμα, εισέπραξε μπόλικο πόνο, πολύ κακία, αλλά συνέχισε να τρώει απτόητη ακόμη πιο πολύ, αφού “με το φαΐ όλα τα προβλήματα λύνονται” έλεγε η θεία η Αγάθω. Τα προβλήματα δεν λύθηκαν, ίσα ίσα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο και φτάσανε στο απροχώρητο.
Εκείνο το καλοκαίρι μετά το τέλος του σχολείου, ήταν παραδόξως καλεσμένη στο πιο σπουδαίο πάρτι της χρονιάς, στο σπίτι του Βλάση, του γόη του σχολείου. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πάει, δεν είχε φίλους, ούτε ποτέ κανείς της έδειξε την παραμικρή συμπάθεια, όσοι ως τώρα δεν την είχαν κακομεταχειριστεί, ήταν απλώς επειδή ήταν αόρατη για αυτούς. Οι θείες της όμως επέμεναν «Να πας παιδί μου, να δείξεις ανωτερότητα! Ό,τι έγινε έγινε, σάμπως θα τους ξαναδείς;». Και τη μπούκωσαν φαγάκια και γλυκάκια μήπως τυχόν και μείνει νηστική στο πάρτι και την έντυσαν με φρου φρου σαν λαμπατέρ και πατσουλιά, γιατί η εγγονή του Γιώργη του μεγαλοφούρναρη δεν μπορούσε να παραβρεθεί στο γεγονός της χρονιάς με τα κουρέλια που φορούσαν τα σημερινά κορίτσια. Τη φόρτωσε στο αυτοκίνητο ο θείος Άκης και περιχαρής κίνησε για το σπίτι του Βλάση λίγα τετράγωνα παρακάτω από το δικό τους. «Να περάσεις καλά ομορφιά μου και μη βιαστείς να γυρίσεις, μεγάλη κοπέλα είσαι πια” και σπρώχνοντας με κόπο, την ξεσφήνωσε με το ζόρι από τις θέσεις του αυτοκινήτου.
Δεν θα το ξεχάσει κανείς αυτό το πάρτι όσα χρόνια κι αν περάσουν. Το τι γέλιο έπεσε δεν λέγεται! Πόσο διασκέδασαν όλοι! Την καλύτερη ιδέα τελικά είχε ο Βλάσης να την καλέσουν κι ας έπεσαν να τον φάνε όλοι. Ό,τι πιο άρρωστο σκαρφίστηκαν, το έπραξαν. Τι της έριχναν τα ποτά τους, τι της πετούσαν τα φαγητά τους, τι την φώναζαν με ονόματα σκύλων, στο τέλος την έδεσαν με σκοινί από το λαιμό και την περιφέρανε σαν την αρκούδα του γύφτου. Κι από το πουθενά εμφανίστηκε ο Βλάσης ωσάν τον πρίγκιπα των παραμυθιών, την σκέπασε με το μπουφάν του, της σκούπισε το πρόσωπο από τις σάλτσες, την πήρε στην αγκαλιά του και φύγανε.
Πόση ευγνωμοσύνη ένιωσε γι’ αυτόν τον άνθρωπο! Χρόνια ήταν κρυφά ερωτευμένη μαζί του, μη τολμώντας να εκφράσει τα συναισθήματά της πουθενά. Τώρα επιβεβαιώθηκε για το πόσο σπουδαίος νέος ήταν! Ο Βλάσης την ανέβασε στο δωμάτιό του, της έβγαλε τα βρεγμένα και λερωμένα ρούχα και την οδήγησε στο μπάνιο. «Θα σου δώσω να φορέσεις δικά μου ρούχα, καθαρά, μην ανησυχείς και αμέσως μετά σε πάω σπίτι». Βγήκε από το μπάνιο η Βάνα καταχαρούμενη και ανακουφισμένη, τυλιγμένη σε μια όμορφη γαλάζια χνουδωτή πετσέτα, μύριζε το άρωμα του Βλάση. «Αυτό είναι η ευτυχία;» αναρωτήθηκε. Η πετσέτα τραβήχτηκε βίαια από πάνω της, η πόρτα του δωματίου άνοιξε απότομα, ταυτόχρονα οι κουρτίνες των παραθύρων άνοιξαν κι αυτές διάπλατα και η Βάνα στο κέντρο γυμνή σαν το ζώο στη σφαγή, αντίκρισε δεκάδες μάτια να την κοιτάνε από παντού, στόματα να γελάνε, φλας να αναβοσβήνουν κι ύστερα τίποτε…
*****
Οι θείες έφυγαν η μία πίσω από την άλλη, λίγα χρόνια μετά ακολούθησε και ο θείος Άκης. Η Βάνα έμεινε παντέρημη, πολύ χοντρή, πολύ πλούσια και πολύ όμορφη, ίδια ο Παναγής. Αλλά δεν τη χωρούσε το σπίτι, ούτε η γειτονιά, ούτε ο τόπος της. Η ζωή της ήταν πλέον ανυπόφορη μετά το θάνατο και του θείου, κουράγιο να τελειώνει εδώ και τώρα τα βάσανά της δεν είχε, να μείνει κλεισμένη στο σπίτι μέχρι να πεθάνει ήταν αδύνατο, ώσπου πήρε μια μεγάλη απόφαση.
Το δίπατο σφράγισε τα πορτοπαράθυρά του, τα λουλούδια ξεράθηκαν και τα δέντρα το έπνιξαν σιγά σιγά τόσο, που ο κόσμος ξέχασε την ύπαρξή του. Τη “Βάνα τη φαγάνα” δεν την ξανάδε κανείς στη γειτονιά. «Θα ‘σκασε σαν το μπαλόνι!», «Όχι καλέ, έγινε διάσημη μετά τη φωτογράφιση!» κοροϊδεύανε και γελούσαν τα καλόπαιδα.
Τα νοίκια και ό,τι άλλο της οφείλανε, μπαίνανε σε λογαριασμούς και οι υποθέσεις της διακανονιζόταν από δικηγορικό γραφείο. «Σαν τον πατέρα της κι αυτή! Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει! Ίδια μούτρα, ίδια χούγια!» λέγανε τα γέρικα στόματα.
Η Βάνα εξαφανίστηκε σε μέρη που δεν ήξερε και δεν την ήξερε κανείς, αλλά δεν ξέχασε, «Θα επιστρέψω κι όλα θα είναι αλλιώς…» υποσχέθηκε στον εαυτό της.
*****
-Ιατρείο πλαστικής χειρουργικής Ανθής Γεωργίου, παρακαλώ!
-Καλημέρα σας, ονομάζομαι Βλάσης Κωστόπουλος. Ήθελα να κλείσω ραντεβού με τη γιατρό, πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα που έχω στα γενετήσια όργανά μου.
-Μισό λεπτό παρακαλώ…
-Κύριε Κωστόπουλε η γιατρός θα σας δεχτεί σήμερα το απόγευμα στις οκτώ.
-Σπουδαία, σας ευχαριστώ! Πείτε μου παρακαλώ, η διεύθυνση που αναγράφεται στην κάρτα, είναι το δίπατο οίκημα στη γωνία;
-Σωστά, η γιατρός σας περιμένει με χαρά! Έχετε τόσα να πείτε…
Magic Garden

One response to “Η φαγάνα – 1”
[…] Προηγούμενο […]