Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Οι γονείς της έλειπαν σε ταξίδι. Η δεκαεξάχρονη Μέιπλ στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη. Κάρφωσε το βλέμμα στο είδωλό της. Το μισό πρόσωπό της, φωτιζόταν ελάχιστα από το φως που γλιστρούσε μέσα από το παράθυρο. Το άλλο μισό, ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Πνιχτές κραυγές έσπαζαν την απόλυτη σιωπή. Έσφιξε τις γροθιές της.
«Μην γυρίσεις ότι κι αν ακούσεις» της είχε πει.
Απροσδιόριστες σκιές έμοιαζαν να παλεύουν πίσω της στους τοίχους. Πίεσε τα νύχια στις παλάμες της. Τις ένιωσε να ματώνουν. Οι κραυγές αντικαταστάθηκαν με κλαψουρίσματα και ψιθυριστές ικεσίες. Δάκρυσε και μια μαύρη γραμμή, χαράχτηκε στο μάγουλό της.
«Όλα θα τελειώσουν πριν καν το καταλάβεις» την είχε καθησυχάσει.
Είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά, μα της φαινόταν σαν αιώνας.
«Φρόντισε μόνο να είναι η συγκεκριμένη ώρα. Μόνο τότε μπορώ. Μόνο τότε μπορούμε να σε βοηθήσουμε».
Έσφιξε τα χείλη της. Σχημάτισαν μια λεπτή γραμμή.
«Εσύ μόνο μην γυρίσεις να κοιτάξεις».
Το είδωλό της, της ανταπέδωσε το βλέμμα.
«Όλα θα τα αναλάβουμε εμείς».
Τώρα άκουγε ήχους﮲ κοφτούς ήχους και χτυπήματα. Σκέπαζαν τους λυγμούς και τα κλάματα. Και μετά σύρσιμο﮲ σύρσιμο και νύχια που έξυναν το πάτωμα. Έφερε τα χέρια στα αυτιά της και τα πίεσε με δύναμη. Το ίδιο και το είδωλό της. Ύστερα από λίγο, τα κατέβασε και αφουγκράστηκε. Σιωπή. Έμεινε για λίγο ακίνητη.
«Όταν πλέον δεν θα ακούς τίποτα, τότε θα μπορείς να ανάψεις το φως» θυμήθηκε τα λόγια του.
Πλησίασε το τρεμάμενο χέρι της στον διακόπτη. Τον πίεσε. Μισόκλεισε τα μάτια για να συνηθίσει την απότομη αλλαγή του φωτός. Όταν τελικά τα άνοιξε, αντίκρισε ένα ροζ δωμάτιο με λουλούδια ζωγραφισμένα στους τοίχους, λευκές κουρτίνες κεντημένες με νεράιδες, έναν λούτρινο αρκούδο και δυο πάνινες κούκλες πάνω στο κρεβάτι της. Έριξε μια ματιά στο κόκκινο ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο: τρεις και είκοσι τα ξημερώματα. Κάθισε στο κρεβάτι, πήρε αγκαλιά τον αρκούδο κι άρχισε να λικνίζει το σώμα της μπρος πίσω.
«Φρόντισε μόνο να είναι η συγκεκριμένη ώρα» της είχε πει την προηγούμενη φορά που ο αδερφός της έφευγε από το δωμάτιό της. «Όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάβουμε εμείς».
Γύρισε και κοίταξε τις κούκλες. Τις αγκάλιασε σφιχτά. «Πρέπει να είναι τρεις τα ξημερώματα» είχε συνεχίσει ο αρκούδος. «Είναι η ώρα των πνευμάτων. Η ώρα που έχουμε δύναμη. Μόνο μην γυρίσεις να κοιτάξεις, γιατί θα τρομάξεις. Όταν πλέον δεν θα ακούς τίποτα, τότε θα μπορείς να ανάψεις το φως. Δεν θα παίξει ποτέ ξανά μαζί σου με τον τρόπο που έπαιζε. Θα έχουμε παίξει εμείς μαζί του. Και εσύ θα είσαι η νικήτρια του παιχνιδιού».
Κοίταξε γύρω της. Τίποτα δεν μαρτυρούσε όσα συνέβησαν πριν. Όπως τίποτε δεν μαρτυρούσε όσα συνέβαιναν κάθε φορά που ο αδερφός της έμπαινε στο δωμάτιό της. Τίποτε, εκτός από μια μικρή κόκκινη σταγόνα που ξεπρόβαλε κάτω από το κρεβάτι. Έμοιαζε με εκείνη τη σταγόνα που είχε αντικρίσει την πρώτη φορά στο σεντόνι της.
Λίγη ώρα αργότερα, καθόταν στην αυλή, ενώ το σπίτι πίσω της είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Κρατούσε στην αγκαλιά της τον αρκούδο και τις κούκλες με μάτια στεγνά από δάκρυα. Κόκκινα και μπλε φώτα αναβόσβηναν από μακριά. Οι σειρήνες ούρλιαζαν μέσα στη νύχτα. Η πυροσβεστική και η αστυνομία δεν άργησαν να φτάσουν. Μια γυναίκα έτρεξε προς το μέρος της και την τύλιξε με μια κουβέρτα. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε ζαλισμένη.
«Έλα αγάπη μου» είπε η γυναίκα και την έπιασε απαλά από το μπράτσο. Η Μέιπλ συνέχισε να σφίγγει τα παιχνίδια στην αγκαλιά της. «Έλα» την παρότρυνε.
Η κοπέλα σηκώθηκε. Τη στιγμή που πλησίαζαν προς ένα αμάξι, γύρισε κι έριξε μια ματιά προς τα πίσω. Το παρελθόν της είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Κι εκείνη σαν τον φοίνικα, είχε γεννηθεί ξανά. Έσφιξε τα παιχνίδια στην αγκαλιά της και χαμογέλασε.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
