Η θεραπεία

Η Συλβί πετάχτηκε από την τρομάρα της. «Πάλι ο ίδιος εφιάλτης», σκέφτηκε. Το κορμί της ακόμα έτρεμε από την ταραχή. Τα χέρια της ιδρωμένα άγγιξαν το μέτωπό της που καιγόταν. «Λες να έχω πυρετό;» αναρωτήθηκε.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε μαύρους κύκλους ζωγραφισμένους στα μάτια της. Ήταν λογικό αφού ο ύπνος της είχε χειροτερεύσει το τελευταίο διάστημα. Το οποίο πόσο ήταν; Δε θυμόταν καθόλου. Ίσως δύο μήνες, ίσως και περισσότερο. Τώρα που είχε ξυπνήσει δε μπορούσε να ξανακοιμηθεί, οπότε αποφάσισε να φτιάξει ένα τσάι για να ηρεμήσει. Τι ώρα ήταν; Δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία αφού ο Μορφέας την είχε εγκαταλείψει, τουλάχιστον για σήμερα. Θα έπινε το τσάι της, θα διάβαζε κάνα βιβλίο και το πρωί θα πήγαινε στη γκαλερί. Είχε ραντεβού με τον σημαντικότερο πελάτη των τελευταίων μηνών. Με την έκθεση των γλυπτών του, η γκαλερί της επιτέλους έμπαινε στη λίστα με τις πιο εξεζητημένες της πόλης.

Κατεβαίνοντας στην κουζίνα, μια ύπουλη απειλή ελλόχευε στον αέρα. Κρύωσε και πήρε μια ζακέτα να φορέσει. Η πράσινη, η αγαπημένη της. Της την είχε δωρίσει ο πατέρας της σε κάτι γενέθλια. Πόσο τον αγαπούσε το μπαμπά της! Να θυμόταν να του τηλεφωνήσει το πρωί και ίσως να τον έπειθε να φάνε μαζί το μεσημέρι. Κέρασμα για τη μεγάλη δουλειά που θα έκλεινε. Άναψε το βραστήρα και κοίταξε τον τοίχο απέναντι να δει την ώρα. Περίεργο. Το ρολόι τοίχου έλειπε. Πώς είναι δυνατόν; Μήπως το έχω πάει για επισκευή; Δε θυμόταν κάτι τέτοιο. Θα το σκεφτώ αύριο κι αυτό. Τράβηξε την κουρτίνα και είδε μόνο ομίχλη. Μια ομίχλη τόσο πυκνή σα να καιγόταν κάποιο γειτονικό σπίτι. Ομίχλη καλοκαιριάτικα; Ή μήπως ήταν χειμώνας; Δε θυμόταν. Εκκωφαντική σιωπή τριγύρω. Λογικό αν είναι τρεις ή τέσσερις τα ξημερώματα. Ο σκύλος του γείτονα πάντα γαύγιζε με το παραμικρό. Ίσως να κοιμόταν κι αυτός. Κάθισε στην καρέκλα μέχρι να γίνει το νερό και ανέτρεξε στον εφιάλτη της. Ο ίδιος κάθε βράδυ.

Περπατούσε σ’ ένα στενό διάδρομο. Φορούσε μια άσπρη νυχτικιά, σαν ασθενής νοσοκομείου. Από τους τοίχους έσταζε ένα μαύρο πηχτό υγρό σαν πίσσα που έζεχνε βγάζοντας καπνό, ενώ πόρτες σε χρώμα κόκκινο δεξιά και αριστερά στους τοίχους τραντάζονταν θαρρείς και κάποιος προσπαθούσε να τις ανοίξει από μέσα. Παρέμεναν όμως κλειστές. Κραυγές και στριγκλιές ξεχύνονταν στους διαδρόμους. Θυμήθηκε κάτι ντοκιμαντέρ που είχε δει μικρή σε κάτι αγροκτήματα που εκτρέφανε γουρούνια, την απόγνωση στον ήχο τους, ειδικά τη στιγμή της σφαγής τους. Συνέχισε να προχωρά αργά. Κρύωνε, αλλά ζεσταινόταν ταυτόχρονα. Μπροστά της ακριβώς, σε κοντινή απόσταση, ήταν ένα τεράστιο τζάμι. Από έξω σκοτάδι, αλλά τουλάχιστον αν έφτανε μέχρι εκεί, ίσως καταλάβαινε πού βρισκόταν. Ξαφνικά τα πόδια της κόλλησαν στο πάτωμα. Κοιτάζοντας κάτω παρατήρησε το μαύρο υγρό να τυλίγεται στα πόδια της σκαρφαλώνοντας σιγά σιγά και σφίγγοντάς την όπως ο βόας. Ήταν τόσο κρύο που τουρτούριζε. Όσο περισσότερο πάλευε ν’ απαγκιστρωθεί, τόσο πιο γρήγορα το υγρό την αγκάλιαζε. Η μυρωδιά σαπίλας εισχώρησε στους πνεύμονές της, προκαλώντας τάση για εμετό. Δε μπορούσε ν’ ανοίξει όμως το στόμα της. Ακινητοποιημένη, η μόνη κατεύθυνση που μπορούσε να στραφεί ήταν μπροστά και τότε πάντα εμφανιζόταν μια σκελετωμένη Μορφή με μακριά χέρια και μάτια κόκκινα που της έκαιγαν τα σωθικά. Φαινόταν να φοράει ένα άσπρο παλτό και να κρατάει στο χέρι κάτι αιχμηρό. Ο τρόμος της Συλβί φτερούγιζε στα σκοτεινά σημεία του μυαλού της σα νυχτερίδα. Στο τέλος η Μορφή πάντα την πλησίαζε κάθε φορά όλο και πιο κοντά.

Ο ήχος από τις μπουρμπουλήθρες του βραστήρα την επανάφερε. Πήρε την κούπα με το τσάι και πήγε στο σαλόνι να διαβάσει το βιβλίο της. Το φως του σαλονιού δεν άναβε κι έτσι ψηλάφισε μέχρι να βρει τη λάμπα που ήταν τοποθετημένη στο τραπεζάκι δίπλα από την πολυθρόνα. Ευτυχώς άναψε. Τι συνέβαινε σήμερα; Πολύ περίεργα όλα. Λίγο πριν κάτσει, χτύπησε το τηλέφωνο. Κόντεψε να της πέσει η κούπα από τα χέρια. Τηλέφωνο τέτοια ώρα; Μα τι ώρα ήταν τέλος πάντων; Σκέφτηκε να μην το σηκώσει, αλλά ο ήχος της έσπαγε τα νεύρα.
«Παρακαλώ;»
«Συλβί, Συλβί;»
«Παρακαλώ; Δεν σας ακούω καθαρά!»
«Συλβί με ακούς; Συλβί;»
Μια πνιχτή φωνή αγκομαχούσε ν’ ακουστεί στο τηλέφωνο, θαρρείς και κάποιος μιλούσε από χιλιόμετρα μακριά έχοντας μια πετσέτα στο στόμα του.
«Δεν σας καταλαβαίνω και δεν είναι ώρα γι’ αστεία!» απάντησε θυμωμένα η Συλβί κλείνοντας με δύναμη το ακουστικό.

***********

«Συλβί, κορίτσι μου, ακούς; Συλβί; Γιατρέ, γιατρέ γρήγορα, η κόρη μου μίλησε!».
Η νοσοκόμα με το γιατρό έτρεξαν αμέσως στην κοπέλα καθώς ο πατέρας της τους άφηνε χώρο για να την εξετάσουν.

«Συλβί; Είμαι ο Γιατρός Χάρισον, με ακούς;»
Η κοπέλα έμοιαζε έτοιμη να ανοίξει τα μάτια της, μουρμουρίζοντας σκόρπιες λέξεις:
«…Παρακαλώ …ώρα ….αστεία…»
Αμέσως όμως σταμάτησε. Οι παλμοί της που είχαν εκτοξευθεί, ηρέμησαν και η καρδιά της στο μόνιτορ επανήλθε στον κανονικό ρυθμό. Ο γιατρός εξέτασε τις κόρες των ματιών της μ’ ένα φακό χωρίς όμως να εμφανιστεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έπιασε τον πατέρα της από τον ώμο στοργικά.
«Γιατρέ; Χτύπησε το τηλέφωνό μου και η κόρη μου εκεί σα να ξύπνησε. Μίλησε. Άρα υπάρχει ελπίδα, σωστά;»

Ο γιατρός Χάρισον κοίταξε τον πατέρα της κοπέλας στα μάτια. Τον ικέτευαν να απαντήσει θετικά.
«Θα είμαι ειλικρινής Κύριε Σαμ. Τέτοιες σπασμωδικές αντιδράσεις είναι λογικό να συμβούν. Δεν το βάζουμε κάτω ούτε εσείς αλλά ούτε κι εμείς. Θα ξαναπεράσω σε λίγο.»

Ο γιατρός Χάρισον περπάτησε το μακρύ διάδρομο του νοσοκομείου φτάνοντας μέχρι το τεράστιο τζάμι στο τέλος του. Από τα δωμάτια που προσπερνούσε, οι ήχοι των μόνιτορ αναμειγνύονταν με κλάματα και ομιλίες ασθενών και συγγενών. Φτάνοντας στο τέλος του διαδρόμου, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Εκεί σα να ζωγραφίστηκε μια γυναικεία φιγούρα στο τζάμι, κολλημένη στο πάτωμα με μάτια απεγνωσμένα. Γύρισε αμέσως, όμως δεν είδε τίποτα παρά μόνο το προσωπικό να τρέχει πανικόβλητο.

Η περίπτωση της Συλβί είχε όλα όσα περίμενε τόσο καιρό και είχε πέσει στα χέρια του χωρίς καν να προσπαθήσει. Το κορίτσι είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωινό για να πάει στη γκαλερί της να συναντήσει ένα διάσημο γλύπτη. Μετά θα έτρωγε μεσημεριανό με τον πατέρα της. Όταν έφτασε στη γκαλερί, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν από τους χειρότερους εγκληματίες. Τον κυνηγούσε η αστυνομία μήνες. Την παρακολουθούσε καιρό, είχε μάθει το ωράριό της, έτσι όταν μπήκε η κοπέλα στην γκαλερί, της επιτέθηκε και την βίασε αφού πρώτα την χτύπησε πολλές φορές στο κεφάλι. Την έφεραν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικές κακώσεις. Σχεδόν δεν αναγνώριζες το πρόσωπό της, ενώ η πράσινη ζακέτα που φορούσε είχε πλέον χρώμα κόκκινο από το αίμα. Από τότε, ένα χρόνο τώρα η Συλβί ήταν σε κώμα.

Ο γιατρός Χάρισον μπήκε στο γραφείο του και κλείδωσε την πόρτα. Άνοιξε τον υπολογιστή και ανέτρεξε στο φάκελο της Συλβί. Ο ίδιος ανήκε σε μια ερευνητική μονάδα που ασχολούνταν με ανθρώπους σε κώμα. Πίστευαν ότι ο ασθενής κατά τη διάρκεια που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση κάτι βλέπει, κάτι βιώνει και πλέον είχαν τον απαραίτητο εξοπλισμό για να μπορέσουν ίσως να δουν τις εικόνες και να βρουν τον τρόπο να επικοινωνήσουν μαζί του. Πίστευαν πως ήταν σα να βλέπει ένα όνειρο, ίσως το ίδιο ξανά και ξανά. Ο ασθενής δεν έπρεπε όμως να ξυπνήσει, γι’ αυτό και ο γιατρός κρατούσε τη Συλβί σε καταστολή εδώ κι έξι μήνες τουλάχιστον, διαφορετικά η κοπέλα θα είχε συνέλθει.

Από αύριο θα πρότεινε στον πατέρα της να τη μεταφέρουν στις ειδικές εγκαταστάσεις της ιδιωτικής του κλινικής με δικαιολογία την πιο άμεση αποκατάστασή της. Θα πρότεινε να προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες αυτές και θα προσπαθούσε να μειώσει τις επισκέψεις του πατέρα όλο και περισσότερο. Κατά βάθος πίστευε στον εαυτό του και στην αγάπη ενός πατέρα προς την κόρη του. Είχε φτάσει ο καιρός να ασχοληθεί αποκλειστικά με το πείραμά του. Στην πρόοδο της επιστήμης δε χωράνε συναισθηματισμοί παρά μόνο θυσίες. Κοίταξε την ώρα. Έπρεπε να ετοιμάσει την επόμενη δόση της κοπέλας για την αποφυγή ενός ξαφνικού ξυπνήματος. Έκλεισε τον υπολογιστή και βγήκε στο διάδρομο.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading