Παράλληλες ζωές μπροστά απ’ το ίδιο φεγγάρι…

Άνοιξε τα μάτια του, έγειρε το κεφάλι του ελαφρά προς τ’ αριστερά και την κοίταξε. Πόσο διαφορετική του φαινόταν… λες κι είχαν περάσει αιώνες απ’ την τελευταία φορά που βρέθηκε στο πλάι της. Τα μαλλιά της χυμένα στην άμμο, τα χείλη της μισάνοιχτα και τα μάτια της ερμητικά κλειστά. Το χλωμό φως του φεγγαριού αγκάλιαζε το πρόσωπό της και του έδινε μια παράξενη λάμψη που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί. Πόσο όμορφη του φαινόταν! Πόσο όμορφη ήταν! Πόσο εκπληκτικά όμορφη ήταν και πόσο βλάκας ένιωθε που του πήρε τόσο καιρό να το δει…

Μόνο τα κύματα που έσκαγαν απαλά στην άκρη της θάλασσας, λίγα εκατοστά μπροστά απ’ τα πόδια τους κι οι ανάσες τους διέκοπταν τη σιωπή. Είχε ψύχρα κι ας ήταν μέσα Ιούλη. Έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση να γυρίσει το κορμί του προς το δικό της, να βάλει το χέρι του πάνω της, να την αγκαλιάσει, να την προστατεύσει απ’ τη βραδινή δροσιά, μα αμέσως το μετάνιωσε. Έστεκε εκεί δίπλα του, ακίνητη, απομονωμένη θαρρείς σ’ έναν δικό της κόσμο. Τι να σκεφτόταν άραγε;

-Ηρώ… της ψιθύρισε

-Μμμ… αποκρίθηκε εκείνη κι έμοιαζε ο ήχος σαν μόλις να είχε ξυπνήσει από βαθύ ύπνο

-Δεν το αντέχω άλλο όλο αυτό!

-Ούτε εγώ… του ψιθύρισε

-Σ’ αγαπάω Ηρώ!

-Κι εγώ σ’ αγαπάω Νίκο… του απάντησε χωρίς να κουνηθεί απ’ τη θέση της, χωρίς ν’ ανοίξει καν τα μάτια της

Γύρισε το κορμί του προς το μέρος της και την κοίταξε. Χάιδεψε τις καμπύλες του προσώπου και του κορμιού της με το βλέμμα του. Την είχε τόσο κοντά του κι όμως τόσο μακριά του… Λίγα εκατοστά αν κουνούσε το χέρι του, θα μπορούσε να την αγγίξει κι όμως έμοιαζε σαν να απείχε χιλιόμετρα από εκείνον. Αγέρωχο κι απρόσιτο το ύφος της. Περήφανη κι απόμακρη η στάση της.

Την αγαπούσε. Ένας Θεός ξέρει πόσο την αγαπούσε και τον πονούσε αφόρητα που δεν μπορούσε να την έχει. Μα αν ήταν κάτι που τον πονούσε ακόμη περισσότερο, ήταν ότι ήξερε πως κι εκείνη τον αγαπούσε, μα ήταν τα δικά του λάθη που είχαν στοιβαχτεί ανάμεσά τους, δημιουργώντας απροσπέλαστα τείχη.

“Δεν αρκεί η αγάπη, αγάπη μου. Δεν αρκεί να θέλεις, πρέπει και να μπορείς. Κι η ιστορία έδειξε πως εσύ δεν μπορείς. Τουλάχιστον όχι μαζί μου…” του είχε πει την τελευταία φορά που βρέθηκαν. “Μ’ αγαπάς λες. Πώς μπορείς τότε να με διαλύεις; Πώς μπορείς να με κομματιάζεις; Πώς γίνεται να μπορείς να καταστρέφεις ό,τι λες πως αγαπάς; Δεν μπορείς να μ’ αγαπήσεις Νίκο, γιατί δεν ξέρεις ν’ αγαπάς. Αλήθεια, αγάπησες ποτέ;” του είχε πει βουρκωμένη πριν γυρίσει την πλάτη της και φύγει εκείνη τη στερνή φορά που του επέτρεψε να σταθεί μπροστά της.

Όχι, δεν είχε αγαπήσει ποτέ. Δεν το ήξερε, αλλά το κατάλαβε μόλις γνώρισε εκείνη. Μέχρι τότε έλεγε “σ’ αγαπώ”, αλλά δεν ήξερε πως αυτή η λέξη δεν βγαίνει απ’ τα χείλη, αλλά απ’ την ψυχή. Μέχρι τότε κανένα συναίσθημα δεν είχε διαπεράσει το δέρμα του, να φτάσει στο μέσα του. Αγαπούσε. Χλιαρά. Εύκολα. Απροβλημάτιστα. Επιδερμικά.

“Μια περιπετειούλα ακόμη…” δήλωνε, κοιτώντας με το πάντα υπεροπτικό βλέμμα του όταν μιλούσε για εκείνη. Λίγη τη λογάριαζε και δεν περίμενε πως θα ήταν ικανή χωρίς πολλά πολλά να κλέψει τα πάντα του. Μικρή τη λογάριαζε και δεν πίστευε πως υπήρχε περίπτωση χωρίς καμία προσπάθεια να φέρει τον κόσμο του τούμπα. Εκείνος, ο σπουδαίος, ο σημαντικός, ο άτρωτος κι εκείνη η απλή, η μέτρια, η συνηθισμένη.

Τέσσερα χρόνια μετρούσε η ιστορία τους. Πριν τέσσερα χρόνια γνωρίστηκαν στην καφετέρια που δούλευε η Ηρώ. Πελάτης ο Νίκος κι απ’ την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε, αποφάσισε να την κατακτήσει. Δεν ήταν ότι τον θάμπωσε τόσο η ομορφιά της, αλλά του έκανε εντύπωση πως δεν έδειξε εκστασιασμένη απ’ την γνωριμία τους. Αλλιώς ήταν μαθημένος εκείνος. Μοναχογιός, από “μεγάλο” τζάκι, είχε πάντα ό,τι ήθελε. Κι αν δεν το είχε, το αποκτούσε. Εύκολα. Διευθυντής στην εταιρία του μπαμπά, με το πανάκριβο εταιρικό αυτοκίνητο, με δικό του οροφοδιαμέρισμα στην Κηφισιά και 2-3 εξοχικά στα πιο κοσμικά νησιά της Ελλάδας. Ποτέ δεν νοιάστηκε για το υπόλοιπο του τραπεζικού του λογαριασμού, ήταν πάντα αρκετό για να αγοράζει ό,τι λαχταρούσε. Ψηλός, γυμνασμένος, εξωπραγματικά όμορφος και μ’ ένα “εγώ” που ξεπερνούσε κατά πολύ το 1,85 του. Και με μια αυτοπεποίθηση που “φώναζε” από μακριά. Δεν υπήρχε τίποτα και κανείς που θα μπορούσε ποτέ να του αντισταθεί.

Απ’ την άλλη η Ηρώ, παιδί μεγαλωμένο στην επαρχία, η μεγαλύτερη κόρη μιας πολύτεκνης οικογένειας, που έπρεπε να δουλεύει για να έχει τη δυνατότητα να σπουδάζει στην Αθήνα. Ήξερε απ’ την πρώτη στιγμή της ζωής της πως θα έπρεπε να παλέψει για ό,τι ήθελε να κατακτήσει. Και ήταν αποφασισμένη να το κάνει. Στα 19 της πίστευε ακόμη στο “για πάντα”, πίστευε ακόμη στα παραμύθια κι η ψυχή της ήλπιζε πως θα μπορούσε κάποια στιγμή να τα ζήσει. Δεν την εντυπωσίασε ο τρόπος που την προσέγγισε ο Νίκος, αντίθετα της φάνηκε εκνευριστική η σιγουριά του. Η επιδειξιομανία του της φαινόταν τραγική και σχεδόν τον λυπόταν. Έδειχνε απελπισμένος για επιβεβαίωση και δεν μπορούσε να καταλάβει όλες αυτές τις γυναίκες που τον περιτριγύριζαν. Για καιρό εμφανιζόταν κάθε βράδυ με καινούρια “παρέα” στο μαγαζί που δούλευε η Ηρώ και παρότι “συνοδευόταν”, την φλέρταρε ανοιχτά. Η Ηρώ κρατούσε τις αποστάσεις της, μα αυτό έδειχνε να τον ερεθίζει ακόμη περισσότερο.

Ένα βράδυ την περίμενε να σχολάσει έξω απ’ την καφετέρια. Ντυμένος στην τρίχα, ακουμπισμένος με μπλαζέ υφάκι στο φρεσκοπλυμένο διθέσιό του. “Ψιτ…” της έκανε όταν την είδε. Η Ηρώ γύρισε απότομα και τον κοίταξε. “Ψιτ; Γατάκι φωνάζεις;” τον ρώτησε εμφανώς εκνευρισμένη. Ο Νίκος τα έχασε, δεν περίμενε την επίθεση, αν και ένιωσε πως το είχε παρακάνει. Κατέβασε το κεφάλι, πήρε μια βαθιά ανάσα και την πλησίασε.

-Συγνώμη… της είπε και του είχε βγει τόσο αυθόρμητα αυτή η λέξη που κι ο ίδιος σοκαρίστηκε. Δεν ήταν απ’ τις λέξεις που χρησιμοποιούσε συχνά, πόσο μάλλον σε γυναίκες

Η Ηρώ απλά κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της και γύρισε την πλάτη να φύγει. Την έπιασε μαλακά απ’ το μπράτσο και την γύρισε προς το μέρος του. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, ο Νίκος είδε πως τα μάτια της πετούσαν φλόγες.

-Δεν νομίζω ότι σου έδωσα ποτέ το δικαίωμα να μ’ αγγίζεις!

-Εγώ… όχι… δηλαδή… τα έχασε απ’ την αντίδρασή της

-Εσύ τι; έμεινε να τον κοιτάζει με τα χέρια στη μέση, έτοιμη για καβγά

-Ήθελα απλά να… αν θέλεις δηλαδή… να σε γυρνούσα στο σπίτι. Είναι αργά και…

Η Ηρώ κοίταξε το αυτοκίνητο και μετά εκείνον και χαμογέλασε ειρωνικά.

-Όχι, δεν θέλω, σ’ ευχαριστώ.

Όταν την είδε να φεύγει χωρίς να του ρίξει δεύτερο βλέμμα, ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Όχι, τέτοια συμπεριφορά δεν είχε ξαναδεχτεί και αυτόματα έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό του. Αυτή η γυναίκα σε λίγο καιρό, θα έτρεχε πίσω του. Όπως όλες.

Το κέρδισε το στοίχημα τελικά. Η Ηρώ όχι μόνο έγινε δική του, μα του υποτάχθηκε εντελώς. Δική του άνευ όρων, όλα για εκείνον, όπως και όταν εκείνος ήθελε. Ο πληγωμένος εγωισμός του είχε πια γιατρευτεί. Το ήξερε πως θα τα κατάφερνε. Το μόνο που δεν ήξερε ήταν πως κι εκείνη θα κατάφερνε να μπει στην καρδιά του, τόσο βαθιά όσο δεν το είχε μπορέσει κανείς ως τότε.

Ύπουλα τρύπωσε μέσα του. Ύπουλα κι όσο κι αν λάτρευε το πώς τον έκανε να νιώθει, δεν μπορούσε να της το συγχωρήσει. Δεν το άντεχε που ένιωθε τρωτός μπροστά στο φως της, δεν το άντεχε που ένιωθε μικρός μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής της, δεν το άντεχε που ένιωθε αδύναμος μπροστά στη δύναμη της καρδιάς της. Δεν το άντεχε που κατάφερε να αγγίξει ανέγγιχτα για χρόνια κομμάτια του. Δεν το άντεχε που το μπόρεσε να δει πέρα απ’ την υπεροψία του. Δεν το άντεχε που “έσκαψε” μέσα του και βρήκε ανασφάλειες που από πάντα μασκάρευε σε ανωτερότητα. Κι αυτή τη θέρμη του κορμιού και της ψυχής της, αυτή που με τόση φροντίδα τον τύλιγε κάθε φορά που την κοιτούσε στα μάτια, όσο την λάτρευε, τόσο τη μισούσε. Ίσως γιατί του θύμιζε πόσο καθόλου δεν την άξιζε τελικά…

Την αγαπούσε. Την αγαπούσε όπως ποτέ ως τότε δεν ήξερε πως μπορούσε. Την αγαπούσε, μα το υπέρμετρο εγώ του ξυπνούσε συχνά και την τιμωρούσε που εκείνη μπορούσε να νιώθει ανιδιοτελώς, χωρίς δεύτερες σκέψεις, αληθινά. Την τιμωρούσε που εκείνη μπορούσε να αισθάνεται, χωρίς να φοβάται μην πληγωθεί. Τόσο άτρωτη κι όμως παράλληλα τόσο ευάλωτη…

Άρχισε να εξαφανίζεται χωρίς προειδοποίηση, να φεύγει ταξίδια με καινούριες “συντροφιές” για τις οποίες ενημερωνόταν η Ηρώ μέσω των social, άρχισε να την υποτιμά και να την προσβάλει σε κάθε ευκαιρία και κάθε, μα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα να φύγει μακριά του, εκείνος επέστρεφε μετανιωμένος, έπεφτε στα πόδια της και την παρακαλούσε για μια ευκαιρία ακόμη. Και εκείνη κάθε φορά του την έδινε κι ας ήξερε πως όποιος αξίζει δεύτερη ευκαιρία, συνήθως δεν θα την χρειαστεί ποτέ. Τον αγαπούσε κι ήξερε μέσα της πως κι εκείνος την αγαπάει, με τον δικό του τρόπο. Πίστευε πως κάποια στιγμή ο Νίκος θα άλλαζε. Κι εκείνος πίστευε πως η Ηρώ δεν θα μπορούσε ποτέ να φύγει. Μα αυτό το λάθος κάνουν όλοι κι όταν διαπιστώσουν πόση πλάνη κρύβεται μέσα σ’ αυτές τις σκέψεις, είναι πια αργά για μια ακόμη προσπάθεια.

Τον περίμενε στο σπίτι της για τα γενέθλιά της. Όταν είδε πως η ώρα περνούσε και δεν εμφανιζόταν, του τηλεφώνησε. Το τηλέφωνο σήκωσε μια γυναίκα που της είπε γελώντας ειρωνικά πως ο Νίκος ήταν στο ντουζ. Ξημερώματα εμφανίστηκε στο σπίτι της. Τον έδιωξε με συνοπτικές διαδικασίες και του είπε να μην εμφανιστεί μπροστά της ποτέ ξανά. Έπεσε στα πόδια της, προσπάθησε να την μεταπείσει, μα της είχε τελειώσει πια η αντοχή, η ανοχή και οι ευκαιρίες.

Τρεις μήνες είχαν περάσει από εκείνο το βράδυ και κάθε προσπάθεια του Νίκου να της μιλήσει, έπεφτε σε κενό. Το τέλος είχε δοθεί κι ήταν οριστικό. “Να σε δω για τελευταία φορά!” την παρακάλεσε κι εντέλει κατάφερε να την πείσει. Είχε τόσες κρυφές ελπίδες μέσα του, μα το παγωμένο της ύφος έδειχνε πως δεν υπήρχε επιστροφή.

Την κοιτούσε και το μόνο που ήθελε ήταν να την πάρει στην αγκαλιά του, να την κλείσει στα χέρια του και να της ορκιστεί πως ποτέ δεν θα ξανασκοτώσει την ψυχή της, πως θα την προσέχει σαν τα μάτια του, πως θα την φυλάει σαν θησαυρό, μα… ανίκανο το σώμα να συναινέσει σ’ ένα ακόμη ψέμα. Την κοιτούσε να τολμά ακόμη να ξαπλώνει στο πλάι του με κλειστά μάτια, άφοβη και ντρεπόταν ακόμη κι η ντροπή του. Ήθελε τόσο να την αγγίξει, μα δεν άντεχε πια να την λεηλατεί. Είχε σιχαθεί τον ίδιο του τον εαυτό που το μπόρεσε αυτό ξανά και ξανά. Είχε σιχαθεί τον ίδιο του τον εαυτό κι όμως εκείνη ακόμη μπορούσε να του λέει “σ’ αγαπάω” και να το εννοεί. Πόσο παράξενη ήταν η ψυχή της αλήθεια;

Έσφιξε το δεξί του χέρι τόσο δυνατά που ένιωσε τις φλέβες του να πονάνε. Γιατί της είχε ζητήσει ξανά να την δει; Τι άλλο είχε να της πει; Τι άλλο να της υποσχεθεί; Πόσο ακόμη να την πληγώσει; Έμεινε να κοιτάζει το πρόσωπό της λουσμένο στο φεγγαρόφως και να αναρωτιέται τι να σκεφτόταν άραγε εκείνη τη στιγμή. Σαν να άκουσε τη σκέψη του, άνοιξε τα μάτια της και γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος του.

-Νίκο, δεν μου κάνει καλό όλο αυτό. Ούτε σε σένα κάνει καλό ψυχή μου…

Άκουσε ένα κρακ μέσα του. Ήταν η καρδιά του που έσπασε σε κομμάτια όταν άκουσε την ήρεμη φωνή της να ξεστομίζει αυτές τις λέξεις.

-Δεν φτάνει η αγάπη, στο έχω ξαναπεί. Σε βλέπω και πονάω. Με βλέπεις και πονάς. Δεν οδηγεί κάπου όλο αυτό, πρέπει να μπει ένα τέρμα.

Κατέβασε το βλέμμα του. Εκείνη είχε δίκιο. Πάλι. Όπως πάντα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, χωρίς να πει λέξη.

-Απλά άσε με να φύγω… του είπε παρακλητικά

Ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν πόνο κι ασυναίσθητα σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το ολόγιομο φεγγάρι, απαγορεύοντας στα δάκρυά του να κυλήσουν.

Εκείνη σηκώθηκε αθόρυβα, τίναξε απαλά την άμμο απ’ τα ρούχα της και κρατώντας τα παπούτσια της στο χέρι άρχισε να περπατά μ’ ελαφρά βήματα πάνω στην υγρή άμμο. Κάθε βήμα και λίγο πιο μακριά του, κάθε βήμα και μια μαχαιριά στην καρδιά του. Δεν γύρισε να την κοιτάξει να φεύγει. Δεν άντεχε να το δει, γιατί ήξερε πως αυτή η φορά θα ήταν η τελευταία.

Έχεις δει διαλυμένο άνθρωπο; Έχεις δει απελπισμένο άνθρωπο; Έχεις δει άνθρωπο που έχει χάσει τα πάντα του; Έχεις δει άνθρωπο που σε μια στιγμή να χάνει όλο το αίμα από μέσα του; Έχεις ακούσει άηχα ουρλιαχτά; Έχεις αντικρίσει στεγνά δάκρυα; Έχεις ακούσει καρδιά να σπάει; Το φευγιό της τον άφησε άδειο, τελείως άδειο, πιο άδειο απ’ ότι μπορούσε να αντέξει. Κι όμως βήμα δεν έκανε, δεν την ακολούθησε, δεν άντεχε άλλο να την σκοτώνει. Επέλεξε για αλλαγή να σκοτώσει μόνο τον εαυτό του, με το να ζει χωρίς εκείνη.

Έχεις δει διαλυμένο άνθρωπο; Έχεις δει απελπισμένο άνθρωπο; Έχεις δει άνθρωπο που έχει χάσει τα πάντα του; Έχεις δει άνθρωπο που σε μια στιγμή να χάνει όλο το αίμα από μέσα του; Έχεις ακούσει άηχα ουρλιαχτά; Έχεις αντικρίσει στεγνά δάκρυα; Έχεις ακούσει καρδιά να σπάει; Κάθε της βήμα μακριά του, ήταν και μια ανάσα λιγότερη στα πνευμόνια της. Δεν ήξερε πού βρήκε τη δύναμη να κόψει το σκοινί που έδενε τις καρδιές τους κι ας ήξερε πως σαν κεντρική αρτηρία, το κόψιμο θα οδηγούσε στον θάνατό της. Επέλεξε να πάψει να του δίνει το όπλο ξανά και ξανά με την ελπίδα πως δεν θα την σκοτώσει. Η ελπίδα αυτή είχε προ πολλού πεθάνει, απ’ τα ίδια του τα χέρια.

Αρκεί η αγάπη αλήθεια για να μείνουν δυο άνθρωποι μαζί; Αρκεί να νιώθεις; Αρκεί να θέλεις; Αρκεί να ποθείς; Πυρηνικό όπλο ο έρωτας κι αν βρεθεί σε λάθος χέρια μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτική καταστροφή. Κι αυτός ο έρωτάς τους, είχε καταστρέψει τόσες φορές ολοσχερώς τα πάντα τους, που είχαν κουραστεί να τον χτίζουν ξανά και ξανά πάνω σε συντρίμμια. Κι ίσως η ιστορία να έπρεπε να είχε χαρούμενο τέλος, ίσως αυτοί οι δυο άνθρωποι να έπρεπε να καταλήξουν μαζί, μα η ζωή δεν είναι παραμύθι κι η πραγματικότητά τους ήταν δύο παράλληλες ζωές, με μικρές στιγμές ευτυχίας και πολλές, ατέλειωτες, οδυνηρές στιγμές μοναξιάς. Και κάθε χρόνο, μέσα Ιούλη, τους έβρισκε ξαπλωμένους στην άμμο, μπροστά από διαφορετικές θάλασσες, να κοιτούν το φεγγάρι. Μικρές τελετές μνήμης σε μια αγάπη που άξιζε πολλά, αλλά τους κόστιζε περισσότερα…

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading