Εγωκεντρικοί μικροί τύραννοι

«Μα αυτά είναι φανταστικά!»
«Είναι…», είπε με μια φανερή πίκρα στη φωνή ο Φώτης Δελλής, ο γνωστός ζωγράφος.
«Καλά θα σκίσει η έκθεση! Μπράβο, θα…»
«Κοίτα καλύτερα!» τον πρόσταξε με άγρια φωνή ο Δελλής γυρνώντας του την πλάτη και αποχωρώντας με σερνάμενα βήματα από το ατελιέ.

Ο Νίκος Αζόγλου κοίταξε το, κάποτε, μεγαλύτερο αστέρι της γκαλερί του με απορία. Ζωγράφοι! Τόσα χρόνια έπρεπε να έχει μάθει ότι δεν τους πιάνεις πουθενά με τα παιδιαρίσματα τους, τον εγωισμό τους και τις ανασφάλειές τους, σκεφτόταν καθώς έβλεπε τον Φώτη ν’ ανάβει ένα τσιγάρο έχοντας την πλάτη του γυρισμένη σ’ αυτόν. Καλά αυτός δεν το είχε κόψει χρόνια; Το ξανάρχισε; αναρωτήθηκε ο Νίκος κι ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. Έπειτα γύρισε το βλέμμα του στους πίνακες. Μαγεία! Αυτή η δουλειά ήταν τελείως διαφορετική από όσα είχε φτιάξει ως τότε ο Φώτης και ταυτόχρονα έμοιαζε τόσο φρέσκια, γεμάτη ζωή, με μια μοναδική δυναμική στα χρώματα και τα μοτίβα που σε ξεσήκωνε. Τράβηξε ένα τελάρο που στην πίσω μεριά υπήρχε καρφωμένος ένας φάκελος με χαρτιά. Έβγαλε τα χαρτιά και τα κοίταξε προσεκτικά. Ήταν σχεδιαγράμματα σχετικά με το στήσιμο της έκθεσης και σημειώσεις… Το σαγόνι του Νίκου κρέμασε με θαυμασμό! Τι πρωτότυπη ιδέα! Ένας ύμνος στον ζωοδότη έρωτα! Στον έρωτα που σε αναγεννεί, αφού πρώτα σε αποτεφρώσει… Θα γινόταν πάταγος αν κατάφερναν να στήσουν αυτό το installation μαζί με τους πίνακες. Θα έπρεπε να γίνει σε άλλο χώρο όμως από την γκαλερί του. Από αύριο θα ξεκίναγε να ψάχνει για χώρο! Το μυαλό του είχε πάρει φωτιά. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να βγάλει το κινητό του και να φωτογραφίσει τους πίνακες, μα πριν το κάνει έχωσε τα χαρτιά στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Ήθελε να τα μελετήσει καλύτερα το βράδυ. Καθώς φωτογράφιζε τους πίνακες, έγειρε στην κάτω δεξιά γωνία του ενός και κοίταξε καλύτερα, Αυτή η υπογραφή δεν ήταν του Φώτη… Έλεγε “Δ.Κ.”. «Δώρα Καστρινού! Δεν είναι δυνατόν!» ψέλλισε έκπληκτος ο Νίκος.

«Μου δίνεις κι εμένα ένα;» είπε στον Φώτη δείχνοντας το τσιγάρο στο στόμα του, καθώς ανάσαινε βαθιά τον καθαρό αέρα, έπειτα από όλη αυτή την ώρα μέσα στο ατελιέ που μύριζε έντονα διαλυτικό χρωμάτων. Απορούσε πώς άντεχαν να δουλεύουν εκεί μέσα! Ο Φώτης, που είχε μείνει να ατενίζει το Αιγαίο με την πλάτη γυρισμένη στο ατελιέ, του έγνεψε θετικά αποφεύγοντας το βλέμμα του.
«Ώστε η Δώρα…» είπε έπειτα από λίγο με μια ανυπομονησία στη φωνή ο Νίκος κάνοντας μια προσπάθεια ν’ ανοίξει συζήτηση.
«Η Δώρα…» επανέλαβε άχρωμα ο Φώτης αρνούμενος να τον κοιτάξει και πάτησε με δύναμη το τσιγάρο του πάνω στον τοίχο του ατελιέ. Ο Νίκος που δουλειά του ήταν να ψυχανεμίζεται τις καταστάσεις, κοίταζε μια το γκρι σημάδι στον τοίχο υποψιάρικα και μια το πέτρινο προφίλ του Φώτη.
«Εσύ δεν έχεις καινούργια δουλειά;» τον ρώτησε προσπαθώντας να φανεί ευγενικός, αν και το μόνο που ήθελε είναι να τρέξει στη Δώρα και να της κλείσει συμβόλαιο, χθες, αν ήταν δυνατόν.
«Τσ» απάντησε ο άλλος κι άναψε άλλο ένα τσιγάρο.

«Πώς το βλέπεις, θα είσαι έτοιμος τον Σεπτέμβριο; Ο κόσμος συνέχεια ρωτάει για σένα. Η Λάμπρου φτιάχνει νέο εξοχικό και μου ζήταγε πάλι επίμονα να μην περιμένουμε τη νέα σου έκθεση, αλλά να κάνεις ένα έργο ειδική παραγγελία. Το ξέρω ότι σου τη δίνει στα νεύρα, αλλά όταν είσαι ο μεγαλύτερος ζωγράφος της γενιάς σου, είναι φυσικό οι άνθρωποι να ανυπομονούν…» είπε ο Νίκος και συνέχισε να τον λούζει με κολακείες, ώσπου το γερασμένο πρόσωπο του Φώτη μαλάκωσε και τα χείλη του εμφανίστηκαν ξανά.
«Πάμε να σε κεράσω ένα ουζάκι!» είπε επιτέλους ο Φώτης και του έκανε νόημα να περάσει μπροστά, στο στενό μονοπάτι που περνούσε μέσα από τις ανθισμένες μυρωδάτες δάφνες ως το πέτρινο σπίτι στην κορυφή του λόφου. Ο Νίκος αναστέναξε ανακουφισμένος. Τα είχε καταφέρει. Όσο κι αν ήθελε να τρέξει στη Δώρα, έπρεπε να φροντίσει και να θρέψει το “εγώ”, του για χρόνια πιο αποδοτικού “μωρού” του στη δουλειά. Γιατί σαν μωρά είναι οι καλλιτέχνες. Σα να μη μεγάλωσαν ποτέ κι έμειναν για πάντα εγωκεντρικοί, μικροί τύραννοι. Ο Φώτης προτού τον ακολουθήσει, γύρισε, κοντοστάθηκε για λίγο και τίναξε με δύναμη το τσιγάρο του προς το ατελιέ.

Σαν έφτασαν στο μικρό κουκλίστικο σπιτάκι, το φασκιωμένο με ζωηρόχρωμες βουκαμβίλιες, ο Φώτης έδειξε στον Νίκο το τραπέζι στη βεράντα κι εκείνος μπήκε στο σπίτι. Ο Νίκος προσπαθούσε να βάλει σε μία τάξη τις σκέψεις του. Η Δώρα ήταν η σύντροφος του Φώτη τα τελευταία δέκα χρόνια κι είχαν πάνω από τριάντα πέντε χρόνια διαφορά ηλικίας. Μαθήτρια στην Καλών Τεχνών, όπου δίδασκε ο Φώτης, κολακεύτηκε όταν ο μεγάλος δάσκαλος της έδειξε την προτίμησή του και πριν καλά καλά το καταλάβει, είχε πιαστεί σαν τη μύγα στον ιστό της αράχνης. Μιας αράχνης ύπουλης, που δε σκότωνε τα θύματά της, μόνο φρόντιζε να απομυζεί τη ζωή από μέσα τους, αργά, μα σταθερά και με τέτοιο τρόπο που τα θύματα της δεν καταλάβαιναν καν ότι ήταν σκλαβωμένα σε μια οδυνηρή παγίδα. Τον είχε δει να το κάνει ο Φώτης ξανά και ξανά στα σαράντα χρόνια συνεργασίας τους με τις γυναίκες που έμπλεκαν μαζί του, ώσπου στο τέλος τις πέταγε στραγγισμένες. Η Νίκη αυτοκτόνησε, η Λεία είναι πέντε χρόνια τώρα στο τρελάδικο, η Κατρίν ακόμη τρέχει στους ψυχολόγους και πόσες άλλες…

Η ευαίσθητη Δώρα, με τα καλογραμμένα αρχαιοελληνικά χαρακτηριστικά της και το πανέμορφο κορμί της, ήταν καταδικασμένη από την αρχή. Με μηδέν εγωισμό και φιλοδοξίες και ταυτόχρονα τρομερά ανασφαλής, τόσο που κατέστρεφε σχεδόν πάντα τους πίνακες που έφτιαχνε, ζωγραφίζοντάς τους ξανά και ξανά, σχηματίζοντας άπειρα στρώματα χρώματος, ώσπου στο τέλος τους έσκιζε με μανία, ήταν εύκολος στόχος για τον έμπειρο σε τέτοιου είδους θύματα, Φώτη. Η ζωή της από τη στιγμή που έπεσε στην παγίδα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Εγκατέλειψε τους φίλους της, έπειτα τους συγγενείς της κι απομονώθηκε σε αυτήν την όμορφη φυλακή του μικρού σπιτιού στον λόφο. Στο τέλος εγκατέλειψε την ζωγραφική και ο μόνος στόχος της ζωής της έγινε να υπηρετεί, να νταντεύει και να προωθεί την καριέρα του Φώτη… Και τώρα; Και τώρα ξαφνικά ξεκίνησε να ζωγραφίζει πάλι. Κι όχι μόνο ζωγράφιζε, αλλά έβγαζε μια σιγουριά και μια δύναμη που ποτέ ως τότε δεν είχε δείξει. Πού ήταν όμως σήμερα η Δώρα; Γιατί δεν τον υποδέχτηκε ως συνήθως;
«Είναι με τον εραστή της…» απάντησε παγερά ο Φώτης στο άηχο ερώτημά του, καθώς ακούμπαγε ένα μπουκαλάκι ούζο και δύο ποτήρια με παγάκια στο μεταλλικό τραπεζάκι. Ο Νίκος τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Ο Φώτης κάθισε απέναντί του και μειδίασε ειρωνικά.
«Σοβαρά πίστεψες ότι θα μπορούσα να εμπνεύσω σε μια γυναίκα τέτοιο πάθος; Ίσως… στα νιάτα μου…» είπε σφίγγοντας τα χείλη του κι έριξε το διάφανο υγρό που μύριζε γλυκάνισο στα στενόμακρα ποτήρια. Ο Νίκος απέφυγε να τον κοιτάξει, ενώ το καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά ήχησε.

«Η δουλειά της όμως είναι φανταστική… Κι όσο κι αν ζηλεύω, της το οφείλω… για αυτά τα δέκα χρόνια…» πρόσθεσε έπειτα από λίγο ο Φώτης. Ο Νίκος κόντεψε να πνιγεί, σκούπισε τα χείλη του και τον κοίταξε έκπληκτος. Ποτέ ο Φώτης που ήξερε δε θα έλεγε κάτι τέτοιο. Πάντα θεωρούσε ότι δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν κι όταν έβλεπε ένα ταλέντο, προσπαθούσε να το ευνουχίσει με τα καυστικά σχόλιά του. Πόσο μάλλον να παραδεχτεί ότι ζήλευε. Θα πρέπει, στην καλύτερη περίπτωση, να εξοργίστηκε πολύ όταν η Δώρα κατάφερε να σπάσει τα μάγια του και να αναγεννηθεί.
«Γερνάω, φίλε μου, γερνάω και ωριμάζω…» είπε χαμογελώντας ειρωνικά ο Φώτης και τσούγκρισε το ποτήρι του κάνοντας τις τρίχες στο σβέρκο του Νίκου να ορθωθούν.

Ο ήχος αυτοκινήτου που πλησιάζει κι έπειτα ένα απότομο φρενάρισμα ακούστηκε από κάπου κοντά. Η Δώρα, πιο όμορφη από ποτέ, εμφανίστηκε λίγο μετά στο μονοπάτι περπατώντας με γοργό βήμα. Ο Νίκος την κοίταξε εξεταστικά. Τα μάτια της ήταν κλαμένα και τα χείλη της σφίγγονταν και ξεσφίγγονταν νευρικά, ενώ φαινόταν πολύ ταραγμένη, τόσο που τα χέρια της έτρεμαν. Κάθισε χωρίς να χαιρετήσει και ήπιε με μεγάλες γουλιές το ούζο από το ποτήρι του Φώτη που είχε συννεφιάσει και δεν της είχε ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Ο Νίκος δεν μπόρεσε να κρατηθεί
«Ο Φώτης με κάλεσε να δω τους πίνακες σου! Είναι καταπληκτικοί και οι ιδέες σου… Ουάου! Αύριο σου φέρνω το συμβόλαιο να υπογράψουμε και μέχρι τον Απρίλη θα έχουμε στήσει την έκθεση, τι λες;»

Η Δώρα τον κοίταξε σαστισμένη, έπειτα κοίταξε τον Φώτη.
«Έχει δίκιο αγάπη μου! Είναι φοβερή δουλειά και πρέπει να τη δει όλος ο κόσμος! Όλος ο κόσμος θα μιλάει για σένα!» της είπε ψεύτικα γέρνοντας να την αγκαλιάσει, μα η Δώρα τινάχτηκε μακριά του, κάτι έκανε να πει, μα η φωνή σκάλωσε στον λαιμό της, ενώ κοιτούσε έντρομη τον Φώτη. Ο Νίκος αγνόησε ακόμη μια φορά το καμπανάκι κινδύνου που τώρα χτυπούσε σαν δαιμονισμένο, καθώς περίμενε με ανυπομονησία την απάντησή της. Τότε είδε πίσω από τα κεφάλια τους τη στήλη του μαύρου καπνού. Τινάχτηκε πάνω κι άρχισε να τρέχει κατά το ατελιέ. Πίσω του άκουγε το τρεχαλητό της Δώρας. Το ατελιέ είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Όσο κι αν προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά δεν τα κατάφεραν. Το μόνο που κατάφερε ο Νίκος ήταν να σώσει έναν και μοναδικό πίνακα. Στο τέλος έμειναν και οι τρεις να κοιτάνε τις παιχνιδιάρικες φλόγες που έγλειφαν λαίμαργα εσωτερικά τους χοντρούς πέτρινους τοίχους. Πυροσβεστικές σειρήνες ακούστηκαν να πλησιάζουν. Η Δώρα δεν άντεξε, κατέρρευσε και ο Νίκος ίσα που πρόλαβε να την πιάσει προτού σωριαστεί. Ο Φώτης που καθόταν με τα χέρια στις τσέπες του δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Στα μάτια του καθρεπτίζονταν οι φλόγες ή μήπως καθρεπτιζόταν η διαβολική ψυχή του; σκέφτηκε ο Νίκος.

«Βοήθησέ με!» του είπε παρακαλετά και η φωνή του λειτούργησε σαν καμτσίκι στον Φώτη, ενώ οι πυροσβέστες κατέφθασαν και ξεκίνησαν να στήνουν τις μάνικες μιλώντας δυνατά.
«Ναι φυσικά…», είπε εκείνος μ’ έναν περίεργο τόνο και γυρνώντας προσπάθησε να κρύψει το διαβολικό μειδίαμά του, μα ο Νίκος είχε προλάβει να το δει. Λες εκείνος να είχε βάλει τη φωτιά; σκέφτηκε Νίκος.
«Και της το είπα, να προσέχει με τα διαλυτικά… Ευτυχώς που η ζημιά περιορίστηκε σε μερικούς ασήμαντους πίνακες και το ατελιέ…» μουρμούρισε ο Φώτης αναστενάζοντας θεατρινίστικα, καθώς ξάπλωναν την καπνισμένη Δώρα στον καναπέ. Ο Νίκος τινάχτηκε πίσω, τον κοίταξε σα να έβλεπε τον διάβολο, δεν είχε πια καμία αμφιβολία! Παράτησε τη Δώρα κι έτρεξε να σώσει τον πίνακα. Αυτή τη στιγμή, μόνο αυτό τον ένοιαζε! Ο πίνακας! Να σώσει τον πίνακα! Να σώσει κάτι από τη Δώρα, από την ψυχή της Δώρας. Και μετά θα φρόντιζε ώστε η Δώρα να φύγει μακριά από αυτό το αρσενικό που σαν Έμπουσα ρουφούσε την ψυχή της και να της δώσει πίσω όλη τη χαμένη της λάμψη! Κι η λάμψη της θα έσπρωχνε στα ψιλά γράμματα της ιστορίας το όνομα του Φώτη Δελλή. Ναι, θα φρόντιζε αυτός για όλα! Αυτός είχε τα ηθικά και τ’ ανήθικα μέσα και για πρώτη φορά στη ζωή του είχε και τη διάθεση να τα χρησιμοποιήσει! σκεφτόταν καθώς τοποθετούσε προσεκτικά τον ταλαιπωρημένο και βρεγμένο από τους πυροσβέστες πίνακα στα πίσω καθίσματα της πόρσε του. Το κινητό του δονήθηκε στην τσέπη του.

«Φαντάσου τους τίτλους!» ακούστηκε μια ήρεμη φωνή πίσω του, που έκανε την σπονδυλική του στήλη να ριγήσει. Ο Νίκος ορθώθηκε και κοίταξε στα αριστερά του απ’ όπου άκουσε τη φωνή, ενώ ταυτόχρονα έβγαζε το κινητό του και έσερνε το εικονίδιο του πράσινου ακουστικού για να απαντήσει. Ο Φώτης στεκόταν μόλις μισό μέτρο από αυτόν μ’ ένα μυστηριώδες μισό χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του, στηριζόταν με τον ώμο του στον τοίχο του σπιτιού, ενώ τα χέρια του τα είχε στις τσέπες του κάργκο χιλιοπιτσιλισμένου με χρώματα παντελονιού του και τα πόδια του πλεγμένα. Απέπνεε αυτήν την εκνευριστική σιγουριά του ανθρώπου που νομίζει πως κατάφερε να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα και μπορεί πια να ορίσει τη μοίρα του.

«Με τι λες να ξεκινήσουν;», συνέχισε αργά γλείφοντας με ευχαρίστηση τις λέξεις του ο Φώτης. «Σίγουρα με το “Φωτιά σε ατελιέ” διάσημου ζωγράφου. Το όνομά μου θα φιγουράρει πάλι παντού. Το δικό μου, όχι, της Δώρας… Κάποιος άλλος θα κάνει τη δουλειά σου! Γιατί δική σου δουλειά είναι να φροντίσεις να μην περνά μέρα που να μην αναφέρεται κάπου το όνομά μου! Κι εσύ τι έκανες; Άφησες να με ξεχάσουν!», είπε άγρια ο Φώτης και ξαφνικά ξεκόλλησε από τον τοίχο και τον πλησίασε πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Νίκος αλαφιάστηκε κι ευχαρίστησε από μέσα του την τύχη του που η πόρτα του αυτοκινήτου έστεκε σαν ασπίδα ανάμεσα τους. Ανασήκωσε το τηλέφωνο για να μιλήσει, μα βλέποντας τον Νίκο να παίρνει πάλι μια χαλαρή στάση και να χαμογελά σαρδόνια το μετάνιωσε. Το όνομα του γνωστού δημοσιογράφου Χρήστου Κυνηγού ήταν γραμμένο στην οθόνη και το χρονόμετρο μέτραγε την κλήση. Πρώτη φορά χάρηκε που τον πήρε. Ίσα που πρόλαβε να συγκρατήσει το χαμόγελό του καθώς πάταγε την ανοικτή ακρόαση στο τηλέφωνο για να σιγουρευτεί ότι το λαγωνικό δε θα έχανε λέξη και το έκρυψε στην χούφτα του. «Πόσο καιρό λες να τους πάρει για να γράψουν “Ασφαλιστική απάτη, γνωστός γκαλερίστας έβαλε επίτηδες φωτιά στο ατελιέ του μεγάλου ζωγράφου”;» Το σαγόνι του Νίκου κρέμασε.
«Μα, μα, μα… τι είναι αυτά που λες Φώτη; Δεν καταλαβαίνω; Τι ασφαλιστική απάτη; Ποιο τσιγάρο; Εσύ πέταξες το τσιγάρο σου προς το ατελιέ!»
«Εγώ, φίλε μου δεν καπνίζω! Όλοι αυτό ξέρουν!»
«Τι είναι όλο αυτό; Τι κάνεις Φώτη; Τι παιχνίδια παίζεις; Είσαι με τα καλά σου; Γιατί με κάλεσες εδώ; Γιατί μη μου πεις ότι ήθελες να μου δείξεις τους πίνακες της Δώρας όταν εσύ ο ίδιος τους έβαλες φωτιά! Μέσα στο ατελιέ δεν υπήρχε ούτε ένας δικός σου… Πού τους έχεις;»
«Αυτό το λες εσύ, φίλε μου… Ποιος θα σε πιστέψει;» Ο Νίκος κοίταξε ασυναίσθητα το κινητό του με αβεβαιότητα. Οι φωτογραφίες; αναρωτήθηκε, μα ξάφνου τον έπνιξε το δίκιο. «Δεν καταλαβαίνω! Μου έστησες παγίδα, Φώτη Δελλή; Γιατί; Τι σου έκανα; Γιατί με κάλεσες εδώ;»
«Για άλλοθι, σε κάλεσε… Για άλλοθι για να πεις σε όλο τον κόσμο τι καλός που είναι που με στηρίζει και προωθεί την τέχνη μου. Να μην υποπτευθεί κανείς ότι αυτός ήταν που πείραξε το αμάξι μου και παραλίγο να σκοτωθούμε σήμερα! Θα ΣΚΟΤΩΝΟΜΑΣΤΑΝ!» ούρλιαξε η Δώρα, που εμφανίστηκε πίσω από τον Φώτη, μα εκείνος δε γύρισε προς το μέρος της, μόνο που το πρόσωπό του πέτρωσε. Η Δώρα συνέχισε έπειτα από μια μικρή σιωπή πιο ήρεμη, «Και τώρα σε εκβιάζει για να καταστρέψεις κι αυτόν τον πίνακα! Να μη μείνει τίποτα! Τίποτα!» είπε η Δώρα. «Είσαι ένα ύπουλο, εκδικητικό, καθίκι! Εσύ ήσουν έτσι δεν είναι; Θα μας σκότωνες! Για κακή σου τύχη όμως δε σκοτώθηκα! Φεύγω! Αυτό ήρθα να σου πω! Φεύγω!»

Ο Φώτης γύρισε απότομα προς το μέρος της
«Αχάριστη σκύλα! Τόσα χρόνια μαθήτευσες στο πλευρό μου! Σου έμαθα ό,τι ξέρεις και νομίζεις ότι μπορείς να με εγκαταλείψεις; Εσύ, ένα τίποτα, θα εγκαταλείψεις εμένα, τον μεγαλύτερο ζωγράφο! Τον Φώτη Δελλή! Το αστέρι! Εγώ, ΕΓΩ σε ξεφορτώνομαι! Τι νόμιζες, ότι θα σε άφηνα να στήσεις καριέρα στους ώμους μου;», ούρλιαξε αρπάζοντάς τη από τα μπράτσα. Ο Νίκος έκλεισε με δύναμη την πόρτα και μπήκε ανάμεσά τους.

«Άφησε την!» ούρλιαξε φανερά εκνευρισμένος. Ο Φώτης την άφησε, μα τα χείλη του έγερναν σχηματίζοντας ακόμη το σαρδόνιο χαμόγελο. «Μπες!», πρόσταξε τη Δώρα ο Νίκος δείχνοντας της τη θέση του συνοδηγού και ταυτόχρονα άνοιξε του οδηγού και μπήκε. Η Δώρα χώθηκε στο αμάξι σαν κυνηγημένο πουλάκι. Ο Νίκος έβαλε μπρος και πάτησε γκάζι. Κρατούσε ακόμη σφιχτά στην ιδρωμένη του παλάμη το κινητό του.
«Χρήστο! Είσαι ακόμη εκεί;» ψέλλισε καθώς έβγαινε σπινιάροντας από την πόρτα του κτήματος. Ένα σφύριγμα ακούστηκε από το κινητό του.
«Είμαι ακόμη εδώ, φίλε! Πες μου ότι μπορώ επιτέλους να ξεμπροστιάσω αυτό το κάθαρμα!»

«Ελεύθερα, φίλε, ελεύθερα!» είπε ο Νίκος
«Τέλεια! Τα έχω όλα καταγράψει!»
«Και πού είσαι… Χρήστο, θέλω να αναφέρεις ότι τα τελευταία χρόνια είχε αναγκάσει την ταλαντούχα ζωγράφο και σύντροφό του Δώρα Καστρινού να εγκαταλείψει τη ζωγραφική για να τον φροντίζει κλπ κλπ. Κι ένα ακόμη αποκλειστικό, η Δώρα θα κάνει σύντομα μια έκθεση! Μια έκθεση που θα κάνει τον κόσμο να παραληρεί!» είπε με σιγουριά ο Νίκος κι έριξε μια πλάγια ματιά στη Δώρα που είχε πανιάσει και δάκρυα χάραζαν το πρόσωπό της. Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, έκλεισε το κινητό, όπου υπήρχαν οι φωτογραφίες των πινάκων και το έβαλε στην εσωτερική τσέπη μαζί με τα χαρτιά της Δώρας για την έκθεση.

Ένα ήξερε καλά ο Νίκος, όσο πιο ψηλά είσαι, τόσο πιο επώδυνη είναι η πτώση… Κι εκείνος θα φρόντιζε, ελαφρά την καρδία, ώστε ο Φώτης Δελλής και το εγώ του, επιτέλους να κατακρημνιστούν από το βάθρο τους.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading